Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος: Ἡ ζωὴ στὸ σπίτι τίς Σαρακοστὲς

Στίς Σαρακοστὲς καλὸ εἶναι νὰ γνωρίζεις μόνο ἐκκλησία καὶ σπίτι, τίποτ’ ἄλλο. Φτάνεις, λοιπόν, στὸ σπίτι. Τί θὰ κάνεις ἐκεῖ; Θὰ ἀγωνιστεῖς μ’ ὅλη σου τὴ δύναμη νὰ διατηρήσεις τὴν προσήλωση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς στὸν Κύριο. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκκλησία, τρέξε στὸ δωμάτιό σου καὶ κᾶνε ἀρκετὲς μετάνοιες, ζητώντας εὐλαβικὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σὲ βοηθήσει , ὥστε νὰ ἀξιοποιήσεις τὸ χρόνο τῆς παραμονῆς σου στὸ σπίτι μὲ τρόπο ὠφέλιμο γιὰ τὴν ψυχή σου.
Ὕστερα κάθησε καὶ ξεκουράσου γιὰ λίγο. Ἀλλὰ καὶ τότε μὴν ἀφήνεις τοὺς λογισμούς σου νὰ ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, ἐπαναλάμβανε νοερὰ τὴν εὐχή : “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ!”. Ἀφοῦ ξεκουραστεῖς πρέπει ν’ ἀσχοληθεῖς μὲ κάτι, εἴτε προσευχὴ εἴτε ἐργόχειρο. Τί ἐργόχειρο θὰ κάνεις δὲν ἔχει σημασία, ξέρεις ἤδη τί σοῦ ἀρέσει. Εἶναι, βλέπεις, ἀδύνατο νὰ ἀσχολεῖσαι ὅλη τὴν ὥρα μὲ πνευματικὰ πράγματα. χρειάζεται νὰ ἔχει καὶ κάποιο εὐχάριστο ἐργόχειρο. Μ’ αὐτὸ θὰ καταπιάνεσαι, ὅταν ἡ ψυχή σου εἶναι κουρασμένη, ὅταν δὲν ἔχεις τὴ δύναμη νὰ διαβάσεις ἢ νὰ προσευχηθεῖς. Ἄν, βέβαια, οἱ πνευματικές σου ἐνασχολήσεις πηγαίνουν καλά, τὸ ἐργόχειρο δὲν εἶναι ἀπαραίτητο. Ἐκπληρώνει μόνο τὴν...ἀνάγκη ἀξιοποιήσεως τοῦ χρόνου , ποὺ ἀλλιῶς θὰ σπαταλιόταν σὲ ἀπραξία. Καὶ ἡ ἀπραξία εἶναι πάντα ὀλέθρια, πολὺ περισσότερο ὅμως στὸν καιρὸ τῆς νηστείας.

Πῶς πρέπει νὰ προσεύχεται κανεὶς στὸ σπίτι; Σωστὰ σκέφθηκες ὅτι τὴ Σαρακοστὴ ὀφείλουμε νὰ προσθέτουμε κάτι στὸν συνηθισμένο κανόνα προσευχῆς. Νομίζω, ὡστόσο, πὼς ἀντὶ νὰ διαβάζεις περισσότερες προσευχὲς ἀπὸ τὸ Προσευχητάρι, εἶναι καλύτερο ν’ αὐξήσεις τὴ διάρκεια τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας σου μὲ τὸν Κύριο. Κάθε μέρα, πρὶν ἀρχίσεις καὶ ἀφοῦ τελειώσεις τὴ τὴν ὀρθρινὴ καὶ βραδυνῆ ἀκολουθία, νὰ ἀπευθύνεσαι μὲ δικά σου λόγια στὸν Κύριο, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὸν φύλακα ἄγγελό σου, εὐχαριστώντας τους γιὰ τὴν προστασία τους καὶ παρακαλώντας τούς γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πνευματικῶν σου ἀναγκῶν. Ζήτα τούς νὰ σὲ βοηθήσουν , ὥστε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ γνωρίσεις τὸν ἑαυτό σου, νὰ ἀποκτήσεις αὐτογνωσία καί, ὅταν τὴν ἀποκτήσεις, νὰ σοὺ χαρίσουν ζῆλο καὶ δύναμη, ὥστε νὰ θεραπεύσεις τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου. Ζήτα τούς, ἀκόμα, νὰ γεμίσουν τὴν καρδιὰ σοὺ μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς συντριβῆς. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιὸ εὐάρεστη στὸν Θεὸ θυσία. Ἔτσι νὰ προσεύχεσαι. Μὴν ἐπιβάλεις, ὅμως, στὸν ἑαυτό σου ἕναν προσευχητικὸ κανόνα μακρὺ καὶ βαρύ, ἕναν κανόνα ποὺ θὰ ὑπερβαίνει τὰ μέτρα τῶν ψυχοσωματικῶν σου δυνάμεων καὶ θὰ σὲ καταβάλλει. Καλύτερα εἶναι νὰ προσεύχεσαι συχνότερα στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας καί, ὅταν ἀσχολεῖσαι μ’ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐργασία, νὰ ἔχεις τὸ νοῦ σου στὸ Θεό.

Μετὰ τὴν προσευχὴ , διάβαζε γιὰ λίγο μὲ αὐτοσυγκέντρωση. Ἡ μελέτη δὲν ἀποσκοπεῖ στὸ φόρτωμα τοῦ μυαλοῦ σου μὲ διάφορες πληροφορίες καὶ γνώσεις, ἀλλὰ στὴν ψυχική σου ὠφέλεια καὶ ἐποικοδομῆ. Γι’ αὐτὸ δὲν χρειάζεται νὰ διαβάζεις πολλά. Διάβαζε ὅμως μὲ προσοχὴ μεγάλη καὶ μὲ καρδιακὴ συμμετοχή.


“Τί νὰ διαβάζω;”, θὰ μὲ ρωτήσεις. Μόνο πνευματικὰ βιβλία ,φυσικά. Ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωση τέτοιων βιβλίων ἐμπνέει τὴν ψυχὴ περισσότερο ἀπ’ ὀ,τιδήποτε ἄλλο. Ἂν πάντως, στὴ διάρκεια τῆς μελέτης γεννιέται ὁ πόθος τῆς προσευχῆς, ν’ ἀφήνεις τὸ βιβλίο καὶ νὰ προσεύχεσαι .


Θὰ διαβάζεις, λοιπόν, θὰ προσεύχεσαι, θὰ κάνεις μετάνοιες. Καὶ μ’ ὅλα αὐτά, ὡστόσο, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ κρατήσεις τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά σου σὲ κατάσταση συνεχοῦς καὶ ἔντονου ἀγώνα. Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ κουράζεσαι. Τότε, ὅπως σοῦ εἶπα, θὰ ἀσχολεῖσαι μὲ κάποια πρακτικὴ ἐργασία.
Σκέφτεσαι, καθώς μοῦ γράφεις, νὰ μειώσεις την ποσότητα τοῦ καθημερινοῦ σου φαγητοῦ. Σωστὴ κι ὠφέλιμη ἡ σκέψη σου, σωστή, γιατί τὸ σῶμα, ποὺ μὲ τὶς παρεκτροπές του σὲ ἀναγκάζει νὰ μετανοεῖς, ὀφείλει νὰ καταβάλει στὴ διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς τοὺς μόχθους ποὺ τοῦ ἀναλογοῦν καὶ ὠφέλιμη, γιατί μὲ τὴ νηστεία τὸ σῶμα δουλαγωγεῖται, ὁ νοῦς καθαρίζεται, ἡ καρδιὰ μαλακώνει, τὰ πάθη νεκρώνονται. Μόνο μὴν τὸ παρακάνεις. Ἤδη τρῶς τόσο λίγο. Πρέπει νὰ ἔχεις δυνάμεις ,γιὰ νὰ στέκεσαι στὴν ἐκκλησία καὶ γιὰ ν’ ἀγωνίζεσαι στὸ σπίτι. Κοίτα νὰ τρῶς τόσο, ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ μὴν ἐξασθενήσεις.

Καλὸ θὰ ἦταν ἐπίσης , νὰ μείωνες λίγο τὸ χρόνο τοῦ ὕπνου καὶ τῆς ἀναπαύσεώς σου. Εἶναι μία θυσία γιὰ σένα, ἀλλὰ κάθε λογὴς θυσία ταιριάζει σ’ αὐτὴ τὴν περίοδο .

Καὶ μὲ τὶς συζητήσεις τί θὰ γίνει; Τὴ Σαρακοστὴ τουλάχιστον, οἱ συζητήσεις μὲ τοὺς ἄλλους ἂς περιοριστοῦν σὲ πνευματικὰ θέματα. Ἀκόμα καλύτερες εἶναι οἱ κοινὲς πνευματικὲς ἀναγνώσεις, ποὺ δίνουν ἀφορμὲς γιὰ τὴν ἀνταλλαγὴ ἐποικοδομητικῶν σκέψεων καὶ γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ὠφέλιμων συμπερασμάτων. Κατάλληλοι γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ εἶναι οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων. Ἀρκετὰ ἔγραψα. Θὰ προσθέσω ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται ἀργότερα.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Γέρων Ιωσήφ Ησυχαστής: «Κτύπα ευθέως την θύραν του θείου ελέους και ο Χριστός θα σου ανοίξει»

Προς νέον ερωτήσαντα περί της «ευχής»:

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ μου, εύχομαι να είσαι καλά. Εσήμερον έγινα κάτοχος της επιστολής σου και σε δίδω απάντησιν εις όσα μου γράφεις. Αι πληροφορίες, όπου ζητείς, δεν απαιτούσι καιρόν και κόπον δια να σκεφθώ να σε απαντήσω.
Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια.
«Όταν εγώ ήλθα στο «Άγιον «Όρος, εζήτησα απ’ ευθείας τους ερημίτας, οπού εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί – πριν σαράντα χρόνια – οπού είχαν ζωή μέσα τους. «Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμεν οδηγούς.
Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτόν σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην

προφθάνη ο νους να σχηματίζη λογισμόν μετεωρισμού. Να προσέχης μονον στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». «Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λεγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. «Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ.

«Όταν το συνηθίση ο νους και χορτάση -το μάθη καλά – τότε το στέλνει εις την καρδίαν. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλόν ή πονηρόν ίδη ή ακούση η δουλειά του είναι να το κατεβάση εις την καρδιαν, οπού είναι το κέντρον της πνευματικης και σωματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νου· λοιπόν, όταν ο ευχόμενος κρατάη τον νουν του να μην φαντάζεται τίποτε, αλλά προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποιαν βίαν και θέλησιν εδικήν του τον κατεβάζει εις την καρδίαν και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας, και λέγει με ρυθμόν την ευχήν:
– Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με!
Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μιαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίση να στέκη ο νους εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μιαν ευχήν.
«Κύριε Ιησού Χριστέ»: εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με»: εβγαίνει.
Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάση και αρχίση να ενεργή η χάρις μέσα εις την ψυχήν μετά πλέον είναι θεωρία.
Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και καθήμενος και στο κρεβάτι και περιπατώντας και όρθιος. «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε», λέγει ο Απόστολος. Δεν πρόκειται όμως μόνον όταν πλαγιάζης να προσεύχεσαι. Θέλει αγώνα «όρθιος-καθήμενος. » Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι.
Και πάλιν όρθιος. Να μη σε πιάνη ο ύπνος. Αυτά λέγονται «πράξις». Δεικνύεις την προαίρεσίν σου εις τον Θεόν το δε παν έγκειται εις Αυτόν, εάν σου δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις.
Το δε πως γίνεται, πως ενεργείται η αγάπη, είναι να φυλάξης τας εντολάς. «Όταν εσύ εγείρεσαι την νύκτα και προσεύχεσαι· όταν βλέπης τον ασθενή και τον συμπαθής· την χήραν και τα ορφανά, τους γέροντας και τους ελεής, τότε σε αγαπά ο Θεός. Και τότε και συ τον αγαπάς. Εκείνος πρώτον αγαπά και εκχέει την χάριν Του. Και ημείς τα ίδια εκ των ιδίων, «τα σα εκ των σων» αποδίδομεν.
Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον δια της «ευχής», μη βγάλης πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το Θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών.

Η κατάνυξις έρχεται, όταν σκέπτεσαι πόσον ελύπησες τον Θεόν. «Όπου Εκείνος είναι τόσον καλός, τόσον γλυκύς, τόσον ελεήμων, αγαθός, όλος γεμάτος αγάπη. «Όπου εσταυρώθη και όλα τα έπαθεν δι’ ημάς. Αυτά και άλλα όπου έπαθεν ο Κύριος, όταν μελετάς, σου φέρνουν κατάνυξιν.
Λοιπόν, εάν ημπορέσης να λέγης την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δυο-τρεις μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγης εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβη ο νους, τότε θα ξεκουρασθής με την γλώσσαν να την λέγης. Και πάλιν, όταν την αφήνη ο νους, αρχίζει η γλώσσα. «Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα την λέγη ο νους χωρίς κόπων.
«Όταν έλθης, ως λέγεις, εις το «Άγιον» Όρος, να έλθης να μας ιδής. ‘Αλλά τότε θα ομιλήσωμεν άλλα πράγματα. Δεν θα σου μείνη καιρός δια την ευχήν. Την ευχήν αυτού θα την βρεις, όπου θα είναι ήσυχον το μυαλό σου. Εδώ όπου θα γυρίζης στα Μοναστήρια αλλού θα περισπάται ο νους σου, εις εκείνα οπού θα ακούς και θα βλέπης.
Εγώ είμαι βέβαιος ότι θα την ‘βρης την «ευχή». Μην αμφιβάλλης. Μόνον κτύπα ευθέως εις την θύραν του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός θα σου ανοίξη· είναι αδύνατον. Αγάπησε τον πολύ, δια να λάβης πολύ. Εις την αγάπην Του, πολλήν ή ολίγην, έγκειται η δόσις, πολύ ή ολίγον.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Ομιλία εις την Ε’ Κυριακήν των Νηστειών (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

1. Υπάρχουν μερικά θαλάσσια μέρη που τρέφουν μεγάλα κητώδη θηρία. Όσοι λοιπόν πλέουν σ’ αυτά τα μέρη κρε­μούν κώδωνες στα πλευρά των πλοίων, ώστε τα θηρία τρομαγμένα από τον ήχο τους να φεύγουν. Και του δικού μας βίου η θάλασσα τρέφει πολλά και φοβερώτερα θηρία, τα πο­νηρά πάθη δηλαδή και τους εφόρους των παθών δαίμονες που είναι πονηρότεροι. Επιπλέει σ’ αυτή τη θάλασσα σαν πλοίο η Εκκλησία του Θεού κι’ αντί για κώδωνες έχει τους πνευ­ματικούς διδασκάλους, ώστε με τον ιερό ήχο της διδασκαλίας τούτων ν’ απομακρύνη τα νοητά θηρία. Αυτό προφανώς προτυπώνοντας η στολή του Ααρών, είχε ευήχους κώδωνες ραμμέ­νους στα άκρα της και σύμφωνα με τα θέσμια έπρεπε ν’ ακούε­ται η φωνή τους, όταν ελειτουργούσε ο Ααρών.

2. Εμείς δε, μεταφέροντας καλώς το γράμμα στο πνεύμα, ας ηχήσωμε τώρα σε σας πνευματικώς, και μάλιστα κατά τον και­ρό της νηστείας, οπότε επιτίθενται αγρίως φανερά και αφανή θηρία· φανερά μεν η γαστριμαργία, η μέθη και τα παρόμοια, άλλα δε αφανώς ενεδρεύοντα, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια, η υπεροψία και η υπόκρισις. Ο ίδιος δε ήχος είναι και φυγαδευτήριο των τοιούτων θηρίων και φυλακτήριο των ασκούντων τη νηστεία.

3. Είναι λοιπόν η νηστεία και η ακρασία αντίθετα μεταξύ τους, όπως η ζωή και ο θάνατος. Η νηστεία είναι εντολή ζωής, που είναι συνομήλικη της ανθρωπίνης φύσεως, αφού εδόθηκε από τον Θεό στον Αδάμ κατά την αρχή στον παράδεισο, για διαφύλαξι της ζωής και της θείας χάριτος που είχε δοθή σ’ αυτόν από τον Θεό. Η δε ακρασία είναι συμβουλή για τον θάνατο σώμα­τος και ψυχής, που εδόθηκε δολίως από τον Διάβολο στον Αδάμ δια της Εύας για έκπτωσι της ζωής και απαλλοτρίωσι της από τον Θεό θείας χάριτος· διότι ο Θεός θάνατο δεν εδημιούργησε ούτε ευχαριστείται με την απώλεια των ζώντων. Ποιός άνθρωπος λοιπόν θέλει να εύρη ζωή και χάρι στον Θεό από τον Θεό; Ας αποφύγη την θανατηφόρο ακρασία κι’ ας προστρέξη στη θεοποιό νηστεία και εγκράτεια, για να επανέλθη χαρούμενος στον παράδεισο.

4. Ο Μωυσής, νηστεύοντας επάνω στο όρος σαράντα ημέρες, επέταξε σε ύψος θεοπτίας κι’ εδέχθηκε πλάκες θεοσεβείας· ο δε λαός των Εβραίων κάτω μεθώντας, εξέπεσαν σε ασέβεια και εχώνευσαν είδωλο μόσχου σε ομοίωμα του αιγυπτίου θεού Απιδος, και αν δεν εστεκόταν μεσίτης προς τον Θεό, αφού με την ανηλεή εξόντωσι των ομογενών του που προηγήθηκε τον εξιλέωσε, δεν θα τους ελυπόταν καθόλου ο Θεός (Εξ. 32, 1 εε.). Αν λοιπόν χρειαζώμαστε κι’ εμείς το έλεος του Θεού, να μη μεθούμε με οίνο, ούτε να βαρυνώμαστε από υπερκορεσμό, πράγματα στα οποία υπάρχει η ασωτία και η ασέβεια (Εφ. 5, 18). Θεόπτης ήταν και ο Ηλίας, αλλά αφού και αυτός εκαθαρίσθηκε προηγουμένως με νηστεία (Γ’ Βας. 19, 8 εε.). Επέτυχε και ο Δανιήλ θεοπτία και οπτασία ενός από τους αρχαγγέλους, ο οποίος του παρείχε γνώσι των μελλόντων, αλλά αφού προηγουμένως έμεινε άσιτος επί είκοσι ολόκληρες ημέρες (Δαν. 10, 2 εε.). Αλλος προφήτης εφονεύθηκε από λεοντάρι, αλλ’ αφού έφαγε παρά την εντολή του Θεού. Γνωρίζετε όλοι τον Ησαΰ υιόν του Ισαάκ, ο οποίος λόγω γαστριμαργίας εξέπεσε και από τα άλλα πρωτοτόκια και από την πατρική ευλογία (Γεν. 27, 36). Ας φοβηθούμε μήπως κι’ εμείς, προσέχοντας σ’ αυτήν την γαστριμαργία, εκπέσωμε από την υπεσχημένη εκείνη ευλογία και κληροδοσία του ανωτάτου Πατρός. Δεν αγνοείτε επίσης τους τρεις παίδες, οι οποίοι, παραδεδομένοι στη νηστεία, κατεπάτησαν με άφλεκτα πόδια και σώματα την κάμινο στη Βαβυλώνα που είχε εκκαυθή εναντίον τους επταπλασίως.

5. Εάν επιδοθούμε κι’ εμείς σε αληθινή νηστεία, και την εδώ πύρωσι της σαρκός θα καταπατήσωμε και θα σβήσωμε, και την μελλοντική κάμινο θα περάσωμε άθικτοι, όταν του καθενός το έργο θα δοκιμάση το πυρ. Τί χρειάζεται να αναφέρωμε τον Κύ­ριο των προφητών; Αυτός, αφού έλαβε σάρκα κι’ έγινε για μας άνθρωπος, που μας υποδεικνύει τον τρόπο της νίκης κατά του Διαβόλου, νηστεύοντας σε όλα, ενίκησε τον πειρασμό που εκίνησε τα πάντα εναντίον του, και προς τους μαθητάς του έλεγε περί του αλάλου και κωφού δαιμονίου, «τούτο το δαιμόνιο δεν εξέρχεται παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Μάρκ.9, 21).

6. Αλλά εμπρός, αδελφοί, ας δείξωμε τι είναι η θεάρεστη κι’ αληθινή νηστεία. Να γνωρίζετε τούτο, ότι δεν επαινούμε αυτή καθ’ εαυτήν τη σωματική νηστεία, αλλά για την ενέργειά της προς άλλα ψυχωφελέστερα· διότι για τη σωματική άσκησι, λέ­γει και ο θείος Παύλος, ότι ολίγο ωφελεί (Α’ Τιμ. 4, 8). Γι’ αυτό και οι θεοφόροι πατέρες που ομιλούν από πείρα δεν δέχονται τις πολυή­μερες νηστείες, αλλά κρίνουν δοκιμώτερο να τρώγωμε καθημε­ρινώς μια φορά και να μη χορταίνωμε· και τούτο λέγουν σύμμε­τρη και συνετή νηστεία, πράγμα που λέγει και η Γραφή, το να μη παρασύρεται κανείς από την χορτασιά της κοιλίας και την ηδονή του λαιμού, αλλά να αφήνη το φαγητό ενώ έχει ακόμη όρεξι, η δε ποιότης και ποσότης της να είναι κατάλληλη προς τη δύναμι και διάθεσι του τρεφομένου σώματος, ώστε να συντηρήται κατά το δυνατό κι’ η υγεία του. Πραγματικά το να τρώγη ο ασθενής από τα υπάρχοντα τρόφιμα καταλλήλως προς την ασθένεια και συμμέτρως, χωρίς να προσθέτη στα αναγκαία τα πολύ περιττά και συμφέροντα, και το να ζητή κανείς την τροφή αλλ’ όχι την τρυφή, και την πόσι αλλ’ όχι τη μέθη, και την σύμμετρη χρήσι αλλ’ όχι την αμετρία και την ακρασία και την κατάχρησι, δεν αφαιρεί την αγιότητά του.

7. Τέτοια λοιπόν είναι η αρχή της αληθινής και θεάρεστης νηστείας, ο δε σκοπόςγια τον οποίο εθεσμοθετήθηκε κι’ ετιμήθηκε από τους Χριστιανούς είναι η κάθαρσις της ψυχής. Διότι ποιά είναι η ωφέλεια, αν απέχωμε της σωματικής τροφής, αλλά κυριαρχούμαστε από σαρκικά φρονήματα και πάθη; Ποιό είναι το όφελος αν απέχωμε οίνου και πιεζώμαστε από δίψα, να με­θούμε δε όχι από οίνο, σύμφωνα με τον λέγοντα, «αλλοίμονο στους μεθύοντας όχι από οίνο», και να ταρασσώμαστε ψυχικά από θυμό και βασκανία; Ποιό είναι το όφελος, αν απέχωμε από τρυφηλή τράπεζα, αλλά έχωμε αταπείνωτη την ψυχή, και αν έχωμε αλλοιωμένη την σάρκα για έλαιο, αλλά δεν έχωμε ταπει­νωμένη την ψυχή κατά τη νηστεία; Ποιό είναι το όφελος, αν απαλλαγήκαμε μεν από την ομίχλη που αναθυμιάται από τα πολλά φαγητά, αλλά αχρειώνεται ο νους μας με φροντίδες και ματαίους λογισμούς και αχρειώνονται μαζί του οι προσευχές προς τον Θεό;

8. Γι’ αυτό καλή νηστεία είναι αυτή που τελείται για τον μαρα­σμό της επιθυμίας, για την ταπείνωσι της ψυχής, για την μεταποίησι του μίσους, για το σβήσιμο του θυμού, για την απάλειψι της μνησικακίας, για την καθαρότητα της διανοίας και την επιτέλεσι της προσευχής. Εάν δε είσαι εύπορος, το περίσσευμα της τροφής σου να προσφέρεται για την παρηγοριά των από­ρων. Εάν νηστεύης έτσι, όχι μόνο θα συμπάσχης και θα συννεκρώνεσαι, αλλά και θα συνανίστασαι και θα συμβασιλεύης με τον Χριστό στους απέραντους αιώνες. Διότι, αφού γίνης δια της νηστείας αυτού του είδους σύμφυτος με το ομοίωμα του θανά­του του, θα γίνης και κοινωνός της αναστάσεως και κληρονό­μος της ζωής σ’ αυτόν. Αυτός που νηστεύει, εάν μεν πειράζεται, νικά τον πειράζοντα· εάν δε δεν πειράζεται, συντηρεί την ειρή­νη της ψυχής και του σώματος, ταλαιπωρώντας και δουλαγωγώντας το σώμα κατά τον Παύλο (Α’ Κορ. 9, 27), που εδειλίαζε μήπως φανή αδόκιμος· εάν δε ο Παύλος δειλιάζη, πόσο μάλλον πρέπει να δειλιάζουμε εμείς; Αυτός που νηστεύει λοιπόν δουλαγωγεί το σώμα και καθιστά δόκιμη την ψυχή· ενώ αυτός που παχύνει την σάρκα που έπειτα από λίγο θα φθαρή, αυτός δηλαδή που δεν τρώγει για να ζήση αλλά μάλλον ζη για να τρώγη, όπως τα ζώα που προετοιμάζονται από μας για σφαγή, και στα αναγκαία προσθέτει τα περιττάγια να λιπαίνη το σώμα ή να το διεγείρη σε κακές επιθυμίες ή απλώς έτσι για φιληδονία σωματική, πάν­τως δεν κάμει τίποτε άλλο παρά ετοιμάζει πλουσιωτέρα τροφή στους σκώληκες. Επομένως καλώς ψάλλει ο προφήτης Δαβίδ, «ποιά είναι η ωφέλεια από το αίμα μου, όταν θα κατεβαίνω στη φθορά;» (Ψαλμ. 29, 11).

9. Όταν λοιπόν νηστεύης και τρέφεσαι μ’ εγκράτεια, να μη αποθηκεύης γι’ αύριο τα περισσεύματα, αλλά όπως ο Κύριος πτωχεύοντας μας επλούτισε, έτσι και συ πεινώντας εκουσίως, χόρτασε τον ακουσίως πεινασμένο· τότε η νηστεία σου θα είναι σαν περιστερά που φέρει κάρφος ελαίας κι’ ευαγγελίζεται στην ψυχή σου την σωτηρία από τον κατακλυσμό. «Εάν αφαίρεσης από το μέσο σου τον ζυγό και τη χειροδικία και τον κακόβουλο λόγο», λέγει ο μέγας Ησαΐας, «και δώσης στον πεινασμένο άρτο με την ψυχή σου και χόρτασης πεινασμένη ψυχή, τότε το φως σου θα λάμψη στο σκότος και το σκότος σου θα είναι σαν μεσημβρία» (Ησ. 58, 9). Εάν δε δεν θέλης να δώσης τα δικά σου, τουλά­χιστον ν’ απέχης από τα ξένα και να μη κάμης κατοχή στα πράγματα που δεν είναι δικά σου, αρπάζοντας και θησαυρίζον­τας και από τους πτωχότερους μερικές φορές αδίκως, για να μη ακούσης από τον ίδιο τον προφήτη δικαίως τούτο· «δεν είναι αυτή η νηστεία που προτιμώ εγώ», λέγει ο Κύριος, «ούτε αν κάμψης τον λαιμό σου σαν κρίκο, θα γίνη δεκτή η νηστεία σου· αλλά ν’ απαλλαγής από κάθε δεσμό αδικίας, να διάλυσης τους δεσμούς των βιαίων συναλλαγών, να διάσπασης κάθε άδικη υποχρέωσι· τότε το φως σου θα εκχυθή σαν αυγή κι’ η θερα­πεία σου θ’ αναφανή γρήγορα, η δικαιοσύνη σου θα είναι εμπροσθοφυλακή σου και η δόξα του Κυρίου θα είναι οπισθοφυ­λακή σου» (Ησ. 58, 5-8).

10. Εάν λοιπόν δεν δίδης στον πτωχό από τα δικά σου, και μάλιστα τα περισσεύματα, τουλάχιστον να μη τ’ αποκτάς σε βά­ρος του πτωχού· αν και ο δεσπότης των όλων Χριστός αποπέμ­ποντάς τους της αριστεράς μερίδος στο πυρ και καταρώμενος αυτούς, δεν τους καταδικάζει σαν άρπαγες, αλλά ως μη μεταδί­δοντας στους ενδεείς. Επομένως οι άρπαγες και οι άδικοι ούτε θ’ αναστούν για παρουσίασι και κρίσι, αλλά αμέσως για μεγα­λύτερη καταδίκη και κατάκρισι, αφού κι’ εδώ, όπως φαίνεται, αυτοί ποτέ δεν παρουσιάσθηκαν στον Θεό εντελώς από ψυχή· «διότι», λέγει, «όσοι τρώγουν τον λαό μου σαν άρτο δεν επεκαλέσθηκαν τον Θεό» (Ψαλμ. 13, 5). Ο πλούσιος του οποίου οι αγροί εκαρποφόρησαν αφθόνως (Λουκά 12, 16) και ο ενδεδυμένος με πορφύρα και βύσσο (Λουκά 16, 19) δικαίως καταδικάζονται, όχι διότι αδίκησαν κάποιον, αλλά διό­τι δεν μετέδωσαν από όσα δικαίως απέκτησαν αυτοί· διότι τα θησαυρίσματα είναι κοινά από τα κοινά ταμεία των κτισμάτων του Θεού. Πώς λοιπόν δεν είναι πλεονέκτης αυτός που οικειο­ποιείται τα κοινά, έστω και αν δεν είναι σαν εκείνο που σφετε­ρίζεται φανερά τα ξένα; Επομένως ο μεν πρώτος θα υποστή, αλλοίμονο, την φρικτή διχοτόμησι ως κακός δούλος, ο δε άλ­λος θα υποστή τα δεινότερα και φρικωδέστερα, και κανένας από τους δύο δεν θα μπορέση να τα διαφύγη, αν δεν δεξιωθή τους πτωχούς, ώστε ο ένας να διαχειρισθή καλώς τα εμπιστευ­μένα σ’ αυτόν από τον Θεό, ο δε άλλος να σκορπίση καλώς τα κακώς συναχθέντα.

11. Ο μέγας Παύλος γράφοντας προς τους Θεσσαλονικείς, τους προγόνους σας βέβαια, περί φιλαδελφίας, λέγει, «δεν έχε­τε ανάγκη να σας γράφω, διότι είσθε θεοδίδακτοι στο ν’ αγαπά­τε αλλήλους» (Α’ Θεσσ. 4, 9).

12. Αφού λοιπόν ο Κύριος είπε προς μερικούς, «αν ήσαστε τέ­κνα τού Αβραάμ, θα εκτελούσατε τα έργα του Αβραάμ» (Ιω. 8, 39), ας φοβηθούμε κι’ εμείς τον λόγο τούτον, που δεν λέγεται μεν προς εμάς εδώ, αλλά θα λεχθή, ο μη γένοιτο, κατά τη φρικτή ημέρα, όταν η συγγένεια κρίνεται μάλλον από την ομοιότητα των πε­πραγμένων όταν όλοι όσοι έχουν αγαπήσει την εν Χριστώ πτωχεία ή, αν όχι, τουλάχιστον τους πτωχούς, οι καταφρονηταί της δόξας, οι ερασταί της εγκρατείας, οι όχι μόνο ακροαταί αλλά και ποιηταί των ευαγγελικών θεσπισμάτων, κατά την ευχή του κοινού κατά χάριν Πατρός, θα είναι υπερφυώς ένα· «δώσε», λέγει, «να είναι όλοι αυτοί ένα, όπως εμείς είμαστε ένα» (Ιω. 17, 22)· όταν φανερά η κριτικωτάτη μάχαιρα του Πνεύματος θα διχάση τον άνθρωπο κατά του πατρός και την θυγατέρα κατά της μητρός και θα καταστήση ξένους μεταξύ των τους ανο­μοίους στους τρόπους· διότι αν τους ξεχωρίζη εδώ, πόσο περισ­σότερο εκεί, οπού ο παντογνώστης αποφαίνεται προς τους μη ωμοιωμένους «δεν σας γνωρίζω»; Διότι δεν έχουν, όπως έπρεπε την εικόνα του επουρανίου, δεν έγιναν οικτίρμονες όπως ο κοι­νός Πατήρ, δεν έκαμαν τα υπάρχοντα κοινά με τους ενδεείς, όπως εκείνος μετέδωσε δωρεάν από τα αγαθά του σε όλους, δεν έγιναν ευμενείς προς τους πλησίον, δεν έκαμαν πλησίον τους μακρινούς με την ευεργεσία· εξ αιτίας άρα της ανομοιότη­τας αυτής ούτε γνωρίζει ούτε δέχεται στον οίκο του τοιούτους ο αγαθός. Εάν δε αυτός ειπή έτσι, τα ίδια περίπου θα ειπούν και όσοι έζησαν κατά το παράδειγμά του εδώ και θα συμβασιλεύσουν εκεί μαζί του προς τους εξ αίματος συγγενείς των που δεν είναι παραπλήσιοι στην αρετή με αυτούς.


13. Και αν ειπή κάποιος, εγώ είμαι παιδί σου, εγώ ήμουν πατέ­ρας σου, εγώ αδελφός σου· τότε ο μεν τελευταίος θ’ ακούση ότι κανείς δεν είναι πατέρας πλην ενός, του Θεού, ο δε πρώτος θ’ ακούση, αν ήσουν δικό μου τέκνο, θα ήσουν μιμητής μου, τώρα δε είσαι εκείνου του πατρός τέκνο, του οποίου και των επιθυ­μιών ήσουν εργάτης· φύγε για να μείνης αιωνίως με αυτόν, διό­τι εγώ δεν σε γνωρίζω· διότι όλα όσα είναι του Θεού είναι δικά μου, εσύ δε δεν είσαι του Θεού. Το δικό μου και το δικό σου έχει εκδιωχθή τώρα πλέον, αφού εμείς το εμισήσαμε και στον εκλείψαντα εκείνον βίον· γι’ αυτό κι’ εγίναμε κληρονόμοι της βασιλείας αυτής. Όπου υπήρχε αυτός ο κατά τους θείους πατέ­ρες ψυχρός λόγος, το δικό μου και το δικό σου, απουσίαζε ο δεσμός της αγάπης και ο Χριστός είχε εκδιωχθή· σ’ αυτούς που τους κυριαρχούσε τότε το πάθος τούτο, προξενούσε φιλαυτία, φιλαργυρία, μισαδελφία και κάθε είδος κακίας· το ίδιο πάθος τους καταισχύνει και τώρα.

14. Ας φοβηθούμε λοιπόν, αδελφοί, αυτά τα πράγματα, παρα­καλώ· διότι πραγματικά είναι φρικτά. Ας ρυθμίσωμε τη διαγωγή μας, όπως αρέσει στο Θεό· ας αφήσωμε για να αφεθούμε, ας ελεήσωμε για να ελεηθούμε πολλαπλασίως· διότι αυτός για χάρι μας επτώχευσε τελευταία, αναδεχόμενος στον εαυτό του την ελεημοσύνη, από μεγαλοδωρία πολλαπλασιάζει την αμοιβή· πρέπει λοιπόν κανείς ή να είναι κατά το παράδει­γμά του πτωχός, και θα ζήση μαζί μ’ εκείνον, ή να έχη τα αγαθά κοινά με τους για εκείνον πτωχούς, και δι’ αυτών θα σωθή. Ας αποκτήσωμε ευσπλαγχνία· ας δώσωμε αυτοβούλως δείγμα της προς τον αδελφό αγάπης και της προς τον κοινό Πατέρα και δε­σπότη αφοσιώσεως. Καταλληλότερο δε γι’ αυτά καιρό δεν θα εύρη κανείς από τις νηστήσιμες αυτές ημέρες· διότι, αν συνάψη με την νηστεία την συμπάθεια, θ’ απαλείψη κάθε αμάρτημα, θα προσκυνήση με παρρησία τα σωτήρια πάθη, θα συνευφρανθή με την ανάστασι του Χριστού και θα επιτύχη την αιώνια απολύτρωσι.

15. Αυτήν είθε όλοι εμείς να επιτύχωμε εν Χριστώ τω Θεώ ημών στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωο­ποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Άναψε την ψυχή με την προσευχή (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

Πίστεψέ με, δεν έχει τόσο την ικανότητα να καθαρίζει τη σκουριά η φωτιά, όσο η νυχτερινή προσευχή τη σκουριά των αμαρτιών μας.
Ας ντραπούμε, αν όχι κανέναν άλλον, τους νυκτερινούς φύλακες. Εκείνοι περιέρχονται τους δρόμους για τον ανθρώπινο νόμο, φωνάζοντας δυνατά μέσα στην παγωνιά και περπατώντας μέσα από τα στενά, και πολλές φορές βρέχονται και παγώνουν για σένα και την σωτηρία σου και για τη φύλαξη των χρημάτων σου.
Εκείνος για τα χρήματα σου παίρνει τόσα προνοητικά μέτρα, ενώ εσύ ούτε για τη δική σου ψυχή;
Και μάλιστα εγώ δεν σε αναγκάζω να περιφέρεσαι έξω στο ύπαιθρο όπως εκείνος, ούτε να πιέζεσαι φωνάζοντας δυνατά, αλλά μένοντας μέσα σ’ έναν απόμερο χώρο, στο ίδιο το δωμάτιο σου, γονάτισε, παρακάλεσε τον Δεσπότη.
Γιατί αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης διανυκτέρευσε πάνω στο όρος των Ελαιών;…
Όχι για να γίνει πρότυπο για μας; Τότε αναπνέουν τα φυτά, τη νύχτα εννοώ· τότε και η ψυχή, ακόμη περισσότερο απ’ αυτά, δέχεται τη δροσιά.
Αυτά τα οποία ο ήλιος της ημέρας τα ξήρανε, αυτά τη νύχτα δροσίζονται.
Αποτελεσματικότερα από κάθε δροσιά είναι τα δάκρυα που χύνονται εναντίον των επιθυμιών και κάθε φλογώσεως και καύσωνα και δεν αφήνουν να πάθουμε κανένα κακό.
Αν δεν απολαύσει (η ψυχή) αυτή τη δροσιά, την ημέρα θα ξεραθεί εντελώς…
Αλλά όχι, να μη συμβεί κανένας από μας να τροφοδοτήσει εκείνη τη φωτιά, αλλά αφού δροσιστούμε και απολαύσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, έτσι όλοι να ελευθερωθούμε από το φορτίο των αμαρτιών μας με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
«Ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλάει στον άνθρωπο…» ~ Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου
Ο Θεός δεν νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής. Να, και ο απόστολος Παύλος προσευχήθηκε όχι σε ναό όρθιος ή γονατιστός, αλλά μέσα σε φυλακή πεσμένος ανάσκελα, καθώς τα πόδια του ήταν σφιγμένα στην ξυλοπέδη.
Επειδή, όμως, προσευχήθηκε με θέρμη, αν και πεσμένος, και τη φυλακή έσεισε και τα θεμέλια σάλεψε και το δεσμοφύλακα τράβηξε στην αληθινή πίστη μαζί με όλη την οικογένειά του (Πράξ. 16:25-35).
Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θεραπεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατο του.
Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση (Δ’ Βασ. 20:1-6).
Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών (Λουκ. 23:42-43).
Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη (Ιερ. 45:6) και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία (Δαν. 6:16) και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους (Ιων. 2:1-2), όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.
«Και τι θα λέω, όταν προσεύχομαι;», θα με ρωτήσεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο» (Ματθ. 15:22). «Ελέησέ με, Κύριε!», θα παρακαλάς κι εσύ.
«Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται. «Ελέησέ με!».
Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά. Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώναζε μυστικά: «Ελέησέ με!».
Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακούει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο ο τόπος, όσο ο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι.
Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι ναός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς;…

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Στρατιώτες, αθλητές και ασθενείς…(Συντάκτης Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης)

Η Αγία Γραφή και, στη συνέχεια, οι άγιοι διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας (Πατέρες της Εκκλησίας) αξιοποιούν εικόνες και παραδείγματα από διάφορες περιοχές της ζωής,


για να εξηγήσουν τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό και την περιπέτεια της σωτηρίας του ανθρώπου.

Νομίζω ότι οι κυριότερες περιοχές, από τις οποίες αντλούν τέτοια στοιχεία είναι τρεις:

Α) Ο πόλεμος. Οι χριστιανοί χαρακτηρίζονται στρατιώτες, που τιμούν και υπηρετούν τον «πάντων βασιλέα», τον «βασιλέα της δόξης» Ιησού Χριστό.

Μόνο που αυτός ο βασιλέας είναι παράδοξος: εκτός του ότι μοιράζεται τη βασιλεία Του με κάθε άνθρωπο που το επιθυμεί («κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν», Ματθ. 25, 34), είναι ένας βασιλιάς που δεν εξουσιάζει, αλλά γίνεται δούλος και πεθαίνει ένα μαρτυρικό και ατιμωτικό θάνατο για να σώσει τους ανθρώπους. Το στέμμα του είναι το ακάνθινο στεφάνι, το σκήπτρο Του ο σταυρός, η βασιλική του στολή είναι ο ματωμένος χιτώνας του. Και έτσι εικονίζεται στην περίφημη εικόνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που ονομάζεται «Ο Βασιλεύς της Δόξης».

Ο χριστιανός λοιπόν είναι «στρατιώτης Ιησού Χριστού», οπλισμένος με τα πνευματικά «όπλα του φωτός» (προς Ρωμαίους 13, 12), ο οποίος πολεμά ενάντια στα πάθη του και στο κακό που υπάρχει στον κόσμο, για να σώσει και τον εαυτό του και τους άλλους. Αν νικήσει στον αγώνα κατά των παθών του, αυτή η νίκη είναι η σωτηρία του. Αν ηττηθεί, δηλ. τελικά επιλέξει μια ζωή σκοτεινή και αποκομμένη από το Θεό, αυτό σημαίνει ότι έχασε την ψυχή του. Μόνο που αυτή η νίκη πολλές φορές στα μάτια του κόσμου φαίνεται ήττα: ο Κύριος σταυρώθηκε, οι μάρτυρες θανατώθηκαν, οι ευσεβείς και ενάρετοι χριστιανοί δεν κοιτάζουν το συμφέρον τους, δεν επιδιώκουν πλούτη και δόξα, κατά τα κριτήρια των ανθρώπων, αλλά κατά Θεόν δοξάζεται στην αιωνιότητα.

Ο σταυρός του Κυρίου χαρακτηρίζεται «όπλον ειρήνης, αήττητον τρόπαιον», η Θεοτόκος, εκτός από βασίλισσα των ουρανών, είναι και Υπέρμαχος Στρατηγός και οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι «θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου» (τροπάριο, δοξαστικό της Κυριακής των αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου).

Και η Εκκλησία των χριστιανών που ζουν στη γη είναι «στρατευομένη Εκκλησία», ενώ η ουράνια Εκκλησία των αγγέλων και των σεσωσμένων αδελφών μας, που όλοι μετέχουν στην αγιότητα του Θεού εν Χριστώ, είναι η «θριαμβεύουσα» Εκκλησία.

Σύμφωνα με τον πατέρα της σύγχρονης ελληνικής αγιογραφίας Φώτη Κόντογλου, τα όπλα, που εικονίζονται να φέρουν οι στρατιωτικοί άγιοι (π.χ. ο άγιος Γεώργιος), συμβολίζουν τα πνευματικά όπλα του χριστιανού, που αναφέρει ο απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους, 6, 10-20: «την πανοπλίαν του Θεού», «τον θώρακα της δικαιοσύνης», «την μάχαιραν του Πνεύματος» κ.τ.λ. (βλ. Φ. Κόντογλου, «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας», τ. 1, σελ. 319-320).

Ο Iερός Χρυσόστομος λέει:

«Γιατί τέτοιος είναι ο πόλεμός μας: δεν κατασκευάζει νεκρούς από τους ζωντανούς, αλλά ζωντανούς από τους νεκρούς, γεμάτος ημεράδα και μεγάλη επιείκεια. (…) Δική μου συνήθεια είναι να διώκομαι και να μη διώκω, να εκτοπίζομαι και να μην εκτοπίζω. Όπως φέρθηκε και ο Χριστός, που δε σταύρωσε, αλλά σταυρώθηκε, δε ράπισε, αλλά ραπίστηκε. “Αν μίλησα άσχημα, απόδειξέ μου το. Αν μίλησα σωστά, γιατί με δέρνεις;” [Ιω. 18, 23]. Ο Κύριος της οικουμένης απολογείται στο δούλο του αρχιερέα, ακόμη κι όταν ραπίζεται στο στόμα, από το οποίο βγήκε λόγος που χαλίνωσε τη θάλασσα και ανέστησε το Λάζαρο, τέσσερις μέρες νεκρό (…). Αν και μπορούσε να ρίξει κεραυνό και να σείσει τη γη και να παραλύσει το χέρι του δούλου, τίποτε απ’ αυτά δεν έκανε, αλλά και απολογείται και φέρεται με πραότητα, διδάσκοντας εσένα, που είσαι άνθρωπος, να μην αγανακτείς ποτέ» («Εις τον άγιον ιερομάρτυρα Φωκάν», Patrologia Graeca, τόμ. 50, 841-842).

2) Ο αθλητισμός. Ο χριστιανός είναι αθλητής και η ζωή εδώ στίβος, όπου ο άνθρωπος αθλείται και η σωτηρία του νοείται ως νίκη που βραβεύεται με «τον αμαράντινον της δόξης στέφανον». Ο Ιησούς Χριστός χαρακτηρίζεται «Αγωνοθέτης» και οι σωζόμενοι χριστιανοί είναι «στεφανίτες» (στεφανωμένοι νικητές).

Η εξαιρετική αυτή μεταφορά έχει και μια προέκταση, λίγο αναπάντεχη: φανερώνει την αποδοχή, από πλευράς του Θεού, αλλά και από πλευράς της Εκκλησίας, κάθε αγωνιστικής προσπάθειας του ανθρώπου στον «καλόν αγώνα», έστω κι αν απέχει πολύ από την τελειότητα.

Όπως κάθε άνθρωπος οφείλει να γυμνάζει το σώμα του, έστω και λίγο, για να διατηρήσει την υγεία του, έτσι οφείλει να καταβάλλει προσπάθεια τήρησης των εντολών του Χριστού, για να διατηρήσει την πνευματική του υγεία, δηλαδή τη σχέση του με τον Κύριο (που είναι και σχέση με τον πλησίον, αλλά και με τον εαυτό του και με όλα τα πλάσματα του Θεού). Λέγοντας «πνευματική υγεία» δεν εννοούμε την ψυχική υγεία (για την οποία αρμόδιοι είναι οι ψυχίατροι), αλλά την υγεία που σχετίζεται με την πνευματική ζωή, τη ζωή εντός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Κάποιος, που απλώς κάνει ένα ελαφρύ περπάτημα ή κάποια ελαφριά προπόνηση μια δυο φορές την εβδομάδα στο γυμναστήριο, σίγουρα δεν θα γίνει ολυμπιονίκης, όμως συμβάλλει στη διατήρηση μιας καλής φυσικής κατάστασης. Ομοίως, κάποιος που κάνει τον αγώνα του για να τηρήσει τις εντολές του Κυρίου στην καθημερινή του ζωή και κάνει έστω μια προσπάθεια χριστιανικής ζωής, με εκκλησιασμό, εξομολόγηση, θεία κοινωνία, προσευχή και ελαφριά νηστεία, αλλά δεν επιδίδεται στον έντονο πνευματικό αγώνα άλλων χριστιανών, πιο προοδευμένων πνευματικά, αυτός μάλλον δεν θα γίνει άγιος Παΐσιος, αλλά έχει κάνει ήδη τα πρώτα βήματα στην πνευματική ζωή, και αυτά τα βήματα, αν έχει καλή πρόθεση, κάπου θα τον φτάσουν.

Φυσικά χρειάζεται αυτογνωσία και όχι αυταπάτη, όχι δηλαδή να νομίζουμε ότι είμαστε τέλειοι ή «σχεδόν τέλειοι», αλλά να τοποθετούμε την αξία της προσπάθειάς μας στις σωστές διαστάσεις της, του μέτριου ή του αρχάριου αθλητή. Και τούτο θα γίνει με τη βοήθεια του ειδικού πνευματικού γυμναστή μας, του εξομολόγου μας.

Το πρόβλημα είναι να αρνούμαστε να κάνουμε οποιαδήποτε προσπάθεια πνευματικού και ηθικού αγώνα, και μάλιστα να επιμένουμε ότι έχουμε δίκιο και ότι αυτή είναι η σωστή συμπεριφορά στη ζωή, απορρίπτοντας επιπλέον εκείνους που αγωνίζονται περισσότερο. Τότε μοιάζουμε με τους ανθρώπους που συνειδητά και ανυποχώρητα βλάπτουν τη σωματική τους υγεία και μάλιστα εξοργίζονται όταν κάποιος τους συστήσει να προσέχουν, ακόμη κι αν το κάνει με αγάπη και ευγένεια.

3) Η ιατρική είναι ο τρίτος χώρος, από τον οποίοι οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας λαμβάνουν παραδείγματα για την πνευματική ζωή και τη σωτηρία μας. Και τα παραδείγματα αυτά αφορούν κυρίως στο ζήτημα της αμαρτίας και της μετάνοιας.

Ο ίδιος ο Κύριος παρομοίασε τους αμαρτωλούς με ασθενείς και τη σωτηρία με ευρωστία. Είπε: «ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες» (Ματθ. 9, 12). Και σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην παραβολή του ασώτου, παρομοίασε την αμαρτία και την απομάκρυνση από το Θεό με σωματική εξάντληση και ασθένεια.

Αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία δεν εννοείται ως παράβαση νόμου, που ο Θεός, σαν δικαστής, τη δικάζει και την τιμωρεί, αλλά ως ασθένεια, που ο Θεός, σαν γιατρός, καλεί τον άνθρωπο κοντά Του για να τον γιατρέψει και να τον σώσει: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11, 28). Και στην περίπτωση του παραλυτικού της Καπερναούμ (Μάρκον, κεφ. 2), συνέδεσε τη σωματική υγεία με την άφεση των αμαρτιών.

Το παράδειγμα αυτό έχουν αναπτύξει πάρα πολύ οι Πατέρες της Εκκλησίας, ώστε η Εκκλησία χαρακτηρίζεται «ιατρείον πνευματικόν» και ο Χριστός «ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών». Ως άνθρωποι, είμαστε αμαρτωλοί, όχι επειδή είμαστε πραγματικά «κακοί», αλλά επειδή αφήνουμε τον εαυτό μας να εξαρτηθεί από πάθη, τα οποία ριζώνουν μέσα μας, απορροφούν την αγάπη μας και τη στρέφουν προς τον εαυτό τους, αντί να στρέφεται προς το Θεό και το συνάνθρωπο, και τελικά μας καταστρέφουν. Δεν μας καταδικάζει ο Θεός, αλλά εμείς αυτοκαταδικαζόμαστε και καταστρεφόμαστε. Γι’ αυτό και η συγχώρηση του Θεού προς τους ανθρώπους δεν έχει πάντα αποτέλεσμα, επειδή οι άνθρωποι δυστυχώς πολλές φορές αρνούμαστε το ίδιο το έλεος του Θεού και βυθιζόμαστε στο βούρκο μας, όπως ένας εξαρτημένος που αρνείται να πολεμήσει την εξάρτησή του.

Γι’ αυτό και πολλά βιβλία αγίων της Εκκλησίας μας, που μιλούν για την αμαρτία και τη σωτηρία, μοιάζουν με βιβλία ιατρικής, ιδίως ψυχοθεραπείας, όπως η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη, τα «Κεφάλαια περί αγάπης» του αγίου Μάξιμου του Ομολογητή κ.π.ά. Γι’ αυτό επίσης και σύγχρονοι σημαντικοί ορθόδοξοι συγγραφείς έχουν γράψει ανάλογα έργα, όπως η «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» του μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεου Βλάχου και η «Θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων» του Γάλλου ορθόδοξου θεολόγου Ζαν Κλωντ Λαρσέ, που αναφέρεται στα «ψυχοφθόρα πάθη», που οδηγούν τον άνθρωπο στην απώλεια της αιώνιας σωτηρίας του.

Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: όπως ο γιατρός πολεμά τις ασθένειες με φάρμακα, δίαιτα, αλλά και – όταν χρειάζεται – κάψιμο και τομές και τις αυστηρότερες θεραπείες, έτσι κι εμείς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πάθη, την αγριότητα και ό,τι μας απομακρύνει από το Θεό και, αντί γι’ αυτά να εισάγουμε στη ζωή μας την ημεράδα και τη φιλία προς Αυτόν:

«Χώρας, και καιρούς, και ηλικίας, και ώρας, και τα τοιαύτα ο ιατρός επισκέψεται φαρμακεύσει τε και διαιτήσει, και τηρήσει τα βλαβερά […] καί που και καύσεσι, και τομαίς, και τοις αυστηροτέροις της θεραπείας, έστιν ότι και εφ’ ων χρήσεται ων ούπω τοσούτον ουδέν, καν επίπονα σφόδρα και χαλεπά φαίνηται, όθεν ήθη, και πάθη, και βίους, και προαιρέσεις, και εί τι άλλο τοιούτο το εν ημίν, κατοπτεύσαί τε και ιατρεύσαι, και παν όσον θηριώδες και άγριον εξορίσαντας της συζυγίας της ημετέρας, παν όσον ήμερον και Θεώ φίλον αντεισαγαγείν τε και βεβαιώσασθαι […] μη τω χείρονι το κρείττον δυναστεύεσθαι συγχωρήσαντας, ήπερ αδικιών η μεγίστη τω δε άρχοντι και ηγεμονικώ το τη φύσει δεύτερον υποτάξαντεςώσπερ δη νόμοις θείοις, και κάλλιστα έχων επί πάσης αυτού της κτίσεως, όση τε ορατή, και όση υπέρ την αίσθησιν» (Απολογητικός της εις τον Πόντον φυγής ένεκεν, ιη΄, Patrologia Graeca, τόμ. 35, 428Α-Β).

Το ότι η αμαρτία νοείται ως ασθένεια, ο αμαρτωλός ως ασθενής (όχι ως υπόδικος), ο Ιησούς Χριστός ως Αρχίατρος, η Εκκλησία ως νοσοκομείο και οι ιερείς (πνευματικοί πατέρες, οδηγοί και διδάσκαλοι) ως ιατροί και νοσοκόμοι, έχει ορισμένες ιδιαίτερα σημαντικές προεκτάσεις.

Η μία από αυτές είναι ότι, όπως δεν καταδικάζουμε έναν ασθενή λόγω της ασθένειάς του, έτσι δεν καταδικάζουμε μέσα μας έναν αμαρτωλό λόγω της αμαρτίας του – εξάλλου, όλοι είμαστε αμαρτωλοί, ο καθένας σε άλλο τομέα και πιθανόν με διαφορετική ένταση, όμως όλοι. Και το να καταδικάζουμε τον αδελφό μας και να τον θεωρούμε ανάξιο της αγάπης και της συγγνώμης μας είναι ήδη πολύ σοβαρή αμαρτία. Καταδικάζουμε τη συμπεριφορά και τα λάθη, με σκοπό τη σωτηρία του αδελφού μας, δεν καταδικάζουμε όμως και δεν απορρίπτουμε τον ίδιο τον άνθρωπο.

Μια άλλη προέκταση είναι ότι, όπως σε ένα νοσοκομείο συναντούμε πολύ περισσότερους ασθενείς παρά υγιείς, έτσι και στην Εκκλησία συναντούμε πολύ περισσότερους αμαρτωλούς, παρά αγίους. Αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψιν όταν κρίνουμε τους χριστιανούς και, επειδή διαπιστώνουμε τα ελαττώματά τους, απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία και τη χριστιανική ζωή.

Οι «αμαρτωλοί» που μας σκανδαλίζουν, όταν πηγαίνουν στη θεία λειτουργία, νηστεύουν και γενικά κάνουν την προσπάθειά τους να ζήσουν χριστιανικά, έχουν ένα πλεονέκτημα έναντι εκείνων που τους κατακρίνουν: βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία, ενώ οι επικριτές τους στέκονται απ’ έξω, όπως ο «δίκαιος» μεγάλος αδελφός του ασώτου υιού, που αρνιόταν να λάβει μέρος στο εορταστικό τραπέζι για την επιστροφή του αδελφού του, ακόμη και όταν ο πατέρας του «εξελθών παρεκάλει αυτόν» (Λουκ. 15, 28).

Τέλος, αυτή η αντιμετώπιση του αμαρτωλού, ως ασθενούς και όχι ως εγκληματία, είναι μία από τις σοβαρές διαφορές της Ορθοδοξίας από τον παπισμό, δηλ. από τον εσφαλμένο δρόμο που τράβηξε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κατά το Μεσαίωνα. Εκεί απορρίφθηκε η αρχαία χριστιανική διδασκαλία ότι ο άνθρωπος μπορεί να ενωθεί με το Θεό και να γίνει άγιος, αντιμετωπίστηκε ως αιώνιος υπόδικος στο δικαστήριο του Θεού και συνεπώς υποτιμήθηκε. Από αυτό μέχρι το σημείο που έφτασε ο παπισμός, να βασανίζει ανθρώπους και να τους καίει ζωντανούς μέσω της «Ιεράς Εξέτασης», δυστυχώς η απόσταση διανύεται εύκολα.

Και πάλι όμως, εμείς απορρίπτουμε την αίρεση, όχι τους αιρετικούς ως ανθρώπους, όπως έλεγε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος – αλλιώς πέφτουμε κι εμείς στα ίδια επίπεδα.

Στρατιώτες, λοιπόν, πάνοπλοι και ετοιμοπόλεμοι, αθλητές που αγωνίζονται προσδοκώντας τη νίκη και ασθενείς στο δρόμο προς τη θεραπεία και την υγεία μας – αυτοί είμαστε οι χριστιανοί. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Και στο τέρμα του δρόμου μάς περιμένει «ο της δικαιοσύνης στέφανος» (Β΄ προς Τιμόθεον, 4, 8), τον οποίο επιθυμούμε όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά για όλους τους αδελφούς μας, για όλο τον κόσμο.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

Τα μέλη της Εκκλησίας, ποτέ δεν αξίζει γίνονται οπαδοί. (Συντάκτης π.Αντώνιος Χρήστου)

Αγαπητοί μου αναγνώστες, ένα από τα βασικά στοιχεία του Χριστιανού, είναι και η αρετή της υπακοής.

Υπακοή σημαίνει η εκούσια αποκοπή του ιδίου θελήματος, η εμπιστοσύνη στον πνευματικό ή στον προεστό της λατρευτικής Συνάξεως και γενικότερα στις αποφάσεις της ποιμένουσας Εκκλησία. Φυσικά όπως σε όλα, έτσι και εδώ υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες. Στο θέμα της Υπακοής δεν μπορεί να εφαρμοστεί και ένα μέλος δεν οφείλει υπακοή, όταν α) υπάρχει σαφέστατη δογματική απόκλιση ή αλλοίωση των δογμάτων και των Ιερών Κανόνων ή β) σε θέματα προτροπής σε αμαρτία!Για το κοσμικό φρόνημα και την σύγχρονη εποχή της υπερτονίσεως των δικαιωμάτων, δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει κατανοητή η ωφέλεια της Υπακοής. Μάλιστα για πολλούς, ίσα ίσα που αποτελεί γι΄ αυτούς σκάνδαλο, την χλευάζουν και την θεωρούν αναχρονιστική και σκοταδιστική. Το περίεργο βέβαια είναι, ότι οι ίδιοι που εναντιώνονται και πολεμούν την Εκκλησιαστική υπακοή, από την άλλη κατά περίεργο τρόπο, δεν έχουν πρόβλημα και υπακούουν σχεδόν κατά γράμμα τις τάσεις της μόδας, αυτά που διατρανώνουν οι Αστρολόγοι για τα ζώδια που ανήκουν, στις απόψεις που τα θέλω τους επιβάλλουν, σε ένα σωρό συλλόγους που ακολουθούν πιστά τα καταστατικά, στους προπονητές τους στα γυμναστήρια και στους αθλητικούς συλλόγους, στους Ιατρούς ή στους Δασκάλους και τους Καθηγητές (που φυσικά εδώ πρέπει να εμπιστευόμαστε), στα αφεντικά και στους ανωτέρους σε δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς και ένα σωρό άλλους τομείς του επιστητού. Παντού σκύβουμε το κεφάλι, στην Εκκλησία μας πιάνει η επανάσταση κατά περίεργο τρόπο….! Ακόμη και αυτοί που δηλώνουν αναρχικοί, αν το εξετάσουμε αναλυτικά θα δούμε ότι κάνουν υπακοή, στην δικιά τους «αναρχία», που ουσιαστικά είναι να διαλύσουν τις είδη θεσμικές-κοινωνικές δομές, χωρίς πάντα να έχουν να προτείνουν κάτι νέο και πιο εποικοδομητικό και σωστό…!

Εμείς όμως στην Εκκλησία, έχουμε το παράδειγμα του ίδιου του Ιδρυτού μας και Σωτήρος Χριστού, ο οποίος όπως μας τονίζει ο Απόστολος Παύλος στην προ Φιληππισίους Επιστολή : « ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. 2,7-8). Δηλαδή σε μετάφραση «αλλά άδειασε, τρόπον τινά, τον εαυτόν Του και εμίκρυνε μόνος Του την άπειρον δόξα της θεότητός Του προσκαίρως και έλαβε μορφή δούλου, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους. Και ευρέθη έτσι κατά το σχήμα και την εμφάνιση σαν απλός άνθρωπος, ενώ δεν έπαυσε ούτε στιγμή να είναι και τέλειος Θεός, και εταπείνωσε τον ευατό Του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου και μάλιστα θανάτου σταυρικού (του πλέον φρικτού και ταπεινωτικού)».

Με βάση αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε ένα Χριστό να υπακούει στο θέλημα Του Πατρός. Έχουμε την Παναγία μας να υπακούει στην θεία βουλή με το «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. 1,38). Εμείς οι συνειδητοί Χριστιανοί δεν οφείλουμε υπακοή στον ίδιο τον Θεό, στις εντολές Του, αλλά και στα κελεύσματα των Πνευματικών ταγών της Εκκλησίας μας στα σύγχρονα θέματα που ανακύπτουν; Πως θα πορευθούμε, σαν πρόβατα που δεν έχουν ποιμένα ή ο κάθε ένας θα αυτοσχεδιάζει κατά το δοκούν; Ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους Επιστολή είναι σαφής : «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες· ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο» (Εβρ. 13,17). Δηλαδή σε μετάφραση : « Να πείθεσθε και να υποτάσσεσθε με προθυμία, χωρίς δισταγμούς και δυσφορίας, στους πνευματικούς προϊσταμένους σας. Διότι αυτοί αγρυπνούν δια την σωτηρία των ψυχών σας, επειδή θα δώσουν λόγο δια σας στον Χριστό. Υπακούετε, λοιπόν, σ΄ αυτούς με προθυμία, ώστε να εκτελούν το έργο αυτό της πνευματικής καθοδηγήσεώς σας με χαρά και όχι με στεναγμούς· διότι το να στενάζουν από την δική σας απείθεια, είναι επιζήμιο σε εσάς τους ιδίους».

Όλα αυτά τα αναφέρουμε, με αφορμή διάφορων αντιδράσεων που κατά καιρούς παρουσιάζονται στην εκκλησιαστική μας πραγματικότητα που σχεδόν γίνεται καθημερινότητα, όταν «πιστοί» αντιδρούν σε μεταθέσεις κληρικών από τους Μητροπολίτες τους. Κάποιοι εναντιώνονται στην ιεραρχία, όταν δεν εκλέγει για Μητροπολίτη κάποιον αρεστό τους, αλλά κάποιον άλλον. Κάποιοι εναντιώνονται στις αποφάσεις κάποιου Προϊσταμένου Ιερέα, γιατί συμπαθούν περισσότερο τον άλλον ή τον «Γέροντά» τους! Γενικά διαπιστώνουμε το σώμα Του Χριστού, τα μέλη της Εκκλησίας, να χωρίζονται σε «στρατόπεδα-παρατάξεις» και να προσκαλούνται σε «πρόσωπα», σαν να είναι οπαδοί φανατικοί αθλητικών ομάδων ή πολιτικών παρατάξεων. Οι συγκεκριμένοι «πιστοί», δεν το έχουν σε τίποτα, να μετατρέψουν τον Οίκο Του Θεού, σε ρινγκ ή να διακόψουν μία Θεία Λειτουργία ή μία Ιερά Ακολουθία, κάτι που δεν τολμούν ακόμη και οι άπιστοι, οι άθεοι, ακόμη και οι εχθροί της Εκκλησίας. Μάλιστα όλα αυτά, στο όνομα της αλήθειας, του δικαίου, ακόμη και του θελήματος Του ίδιου Του Θεού, που ο κάθε ένας ορίζει αυθαίρετα, ανάλογα με τις δικές του επιθυμίες!

Όλα αυτά που περιγράφουμε, φυσικά δεν είναι σημερινά, είναι καταγεγραμμένα στην εκκλησιαστική ιστορία, ήδη από την εποχή του Αποστόλου Παύλου μέχρι και τις μέρες μας! Όλα αυτά γίνονται γιατί ο κάθε ένας κάνει το θέλημά Του, ή γίνεται υποχείριο και όργανα κάποιων για δικές τους ιδιοτελείς σκοπούς, με χωρίς εκκλησιαστικό φρόνημα. Ένα είναι σίγουρο, ότι το άδικο δεν ευλογείται και μέσα από την αναμπουμπούλα και τις ανθρώπινες ραδιουργίες, η χάρις και το θέλημα Του Θεού θα βασιλεύσει! Όπως πολύ ωραία έχει ειπωθεί «Ευτυχώς που ο Θεός, κάνει τα στραβά μας ευθείες»! Όμως θα δώσουμε λόγο στο Θεό «γι’ αυτά τα στραβά μας», από όπου και να προέρχονται και όσο και ψηλά να είναι στην Ιεραρχία! Είναι βούτυρο στο ψωμί των πολεμίων της Εκκλησίας, για να δικαιολογήσουν την δική τους αποχή από αυτήν! Ας μη τους κάνουμε τη χάρη! Ας είμαστε όλοι συγκρατημένοι και προσεκτικοί, ιδιαίτερα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, γνωρίζοντας τη θέση μας και τα όρια μας! Αμήν!

Aγάπησον φιλούντας τους δικαίως μισουμένους. (Συντάκτης π. Παντελεήμων Κρούσκος)

Αυτές τις μέρες σιγοψάλλω τα τροπάρια της μεγαλοβδομάδας τα οποία μ' αρέσουν. Υπάρχει ένα θαυμάσιο στιχηρό του Δαμασκηνού, το "Σε τον της Παρθένου Υιόν..." ,

το οποίο ψάλλεται την Μεγάλη Τρίτη το βράδυ και αναφέρεται στην μετάνοια της πόρνης.Κάπου εκεί στην κορύφωση λοιπόν λέγει η πόρνη προς τον Κύριο"αγάπησον φιλούσαν την ΔΙΚΑΙΩΣ μισουμένην". Υπάρχει και ένα άλλο ΔΙΚΑΙΩΣ στις δραματικές σκηνές του Πάθους και αυτό είναι η ομολογία του Ληστή, ο οποίος παραδέχεται "κατά πως πράξαμε, ΔΙΚΑΙΩΣ απολαμβάνουμε τώρα".

Βλέπουμε λοιπόν αυτά τα δύο τραγικά και τσακισμένα πλάσματα να ευρίσκονται στα πόδια του Ιησού με περίσσεια ταπείνωση και αυτογνωσία της θέσης τους και αναγνώριση ότι πάσχουν δίκαια και αξίζουν την περιφρόνηση των ανθρώπων. Αυτό βέβαια δεν απορρέει από ένα παθολογικό αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης, αλλά από ευγνώμονα και λεπτή ευαισθησία την οποία διαθέτουν οι χιλιοτσακισμένες ψυχές ενώπιον του Άγιου Θεού. Τότε όλα δείχνουν σμικρά και ταπεινά και ασύγκριτα με το μεγαλείο Του.Χαώδης διαφορά. Αυτά τα συναισθάνονται όσοι κύλισαν στον βόρβορο, αλλά δεν έχασαν και την αρχαία ευγένεια. Δεν είναι γνωρίσματα αυτά τυχαίων ψυχών . Είναι χαρίσματα αγίων.Τι ευλογημένη ταπείνωση και γενναιότητα για έναν τέτοιο ευτελισμό! Καμία επίκληση θράσους για "δικαιώματα στις επιλογές" για "στάση ζωής" και άλλα αλαζονικά και παιδαριώδη τα οποία ακούγονται στις μέρες μας. Καμία κραυγή για αμνήστευση και απαίτηση για αποδοχή ως έχουν και στην κατάσταση που είναι. Εδώ παίζεται ο μεγάλος πόλεμος. "Είμαι νεκρός θέλω να ζήσω, χαμένος είμαι και θέλω να με βρείς".

Υπάρχει αυτό το συγκλονιστικό «ΑΓΑΠΗΣΟΝ» το οποίο σημαίνει: «Είχα ανάγκη αγάπη και την έψαχνα στον έρωτα της αμαρτίας και την αγάπη η οποία σπαταλιέται σε όλους και πουθενά δεν βρίσκει ανταπόκριση. Και τώρα προστρέχω σε Σένα, ο οποίος γνωρίζει να περιθάλπει πληγές και να δίνει ιάματα και σε αυτούς που δεν τους αξίζει πλέον γιατρειά, αφού δαπάνησαν κάθε ζωτική δύναμη και φροντίδα , δοσμένη από σένα, σε πράγματα ανώφελα και πρόσκαιρα. Και τώρα αρμόζει να έρθει ο θάνατος. Αλλά Εσύ αυτή την στιγμή μην με σιχαθείς, αλλά κοίτα την δυστυχία μου».Και βέβαια υπάρχει και αυτό το τεράστιο σε σημασία «ΦΙΛΟΥΣΑΝ», το οποίο σημαίνει ότι όποιος έδειξε αληθινή αγάπη και πολλή αγάπη, αυτού θα του συγχωρεθούν οι αμαρτίες. Και αγάπη δεν είναι ένα επιφανειακό και περιστασιακό συναίσθημα, έστω ειλικρινές και ανθοστόλιστο με θέρμη και καλές προθέσεις. Αλλά η έμπρακτη μετάνοια μπροστά στον Ερώμενο Χριστό.

Τελικά, αυτοί οι εμβληματικοί αμαρτωλοί νομίζετε έχουν ανάγκη ψυχολογική μια δημόσια εξομολόγηση και άφεση, μια αποκατάσταση από τον Χριστό στην κοινωνία των δικαίων; Όχι βέβαια. Τους φτάνει να ευρίσκονται κάπου εκεί κοντά στην πηγή της αγαθότητας και όλο τους το είναι να ζητά σιωπηλά την θεραπεία και την ίαση, θεωρώντας τον εαυτό τους ανάξιο ακόμα να απασχολήσει την προσοχή του Θεού. Γι αυτό και ελκύουν την προσοχή Του και δεν λανθάνουν της μέριμνας και της θεραπευτικής του φροντίδας, αλλά μάλλον τους τραβά στο προσκήνιο τους στήνει στο μέσον και δικαιώνει την μετάνοια τους ενώπιον όλων.

Ας θυμηθούμε ακόμα τον τελώνη, ο οποίος δεν αντείπε στις κατηγορίες του μεγάλαυχου φαρισαίου, ο οποίος τον κατηγορούσε. Θα μπορούσε να σηκωθεί και να τον αντιμετωπίσει λέγοντας: " Εσύ είσαι υποκριτής. Πορνεύεις φανερά με το πνεύμα και κρυφά με το σώμα. Πώς τολμάς να κατηγορείς εμένα ενώ βρίσκεσαι στην ίδια κατάσταση;». Όχι. Στέκεται στην γωνιά του ναού, κρυμμένος, χτυπά το στήθος, θρηνεί μέγα θρήνο και επικεντρώνει στην αμαρτία του («ο Θεός ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ»). Εμείς όχι μόνο συγκρίνουμε την «δικαιοσύνη» ή την αμαρτωλότητα μας με τους άλλους, αλλά πολλές φορές την επεκτείνουμε και στα μυστήρια. «Δεν εξομολογούμαι σε αμαρτωλούς ανθρώπους. Δεν κοινωνώ από χέρια αμαρτωλών» και τα λοιπά φληναφή και ανόητα.

Ας θυμηθούμε τον πολύ Πέτρο , ο οποίος ήταν αφεντικό στο βασίλειο του, στα καΐκια και στα δίχτυα και στους συνεταίρους του και όταν εννόησε την επίσκεψη του Θεού έπεσε στα πόδια χωρίς να σκεφτεί τους υποτακτικούς του και φώναξε «Φύγε από μένα Άγιε Κύριε, γιατί είμαι ένας σιχαμένος αμαρτωλός». Και η Χαναναία: «Σκυλάκι είμαι και χορταίνω και με τα ψίχουλα. Τα βρίσκω υπερβολικά καλά για κάποιαν σαν και μένα. Το ψωμί φύλαξε το για τα άξια παιδιά σου». Και ο εκατόνταρχος, άνθρωπος εξουσίας και κύρους: « δεν είμαι άξιος να σε φιλοξενήσω σπίτι μου. Εξουσία έχεις. Πες το και θα γίνει». Και τόσα άλλα παραδείγματα, γραφικά και συναξαριακά, τα οποία συγκλονίζουν και τα οποία οφθαλμούς έχουμε και δεν βλέπουμε και ώτα έχουμε και δεν αφουγκραζόμαστε.

Λοιπόν τεσσαρακοστή ορθόδοξη και χριστιανική και κατά πώς πρέπει στους δούλους Του, «δεν βγαίνει» χωρίς ένα τέτοιο ήθος. Το κατά δύναμιν ο καθένας. Ας αφήσουμε στην άκρη τις εξυπνάδες , οι οποίες απορρέουν από την αθεράπευτη αλαζονεία μας και τον εγωκεντρισμό μας και ας αισθανθούμε λίγο πόσο μεγάλος είναι ο Θεός και πόσο μικροί εμείς. Μπορούμε να τον πλαισιώνουμε και να ζηλώνουμε πρωτοκαθεδρίες και δικαίωση πλάι του και να είμαστε τα πρωτοπαλίκαρα Του και οι εκλεκτοί Του και όταν μπεί στον νυμφώνα μαζί με τους ταπεινούς της γής, να δούμε την θύρα μαύρη και κλειστή και να μην εννοήσουμε ούτε καν τότε ποιο το πρόβλημα μας. Μπορούμε όμως επίσης την στιγμή κατά την οποία όλοι ζητάν την αποκλειστικότητα στην προσοχή και την αγάπη και τους επαίνους Του και παρακάθονται σε δείπνα και πρωτοκλισίες με Εκείνον, εμείς να συρθούμε λάθρα πίσω Του και να αγγίξουμε έστω , με πίστη και φρικώδη ταπείνωση, ΚΑΝ το κράσπεδο του ιματίου Του ως ανάξιοι όντες για πλείονα και ανώτερα και να βρούμε λύτρωση…

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Δεν αγωνίστηκα όταν ήμουν νέος και η αμαρτία μου με κυρίευσε (ιστοσελίδα Προσκυνητής)

Δεν αγωνίστηκα όταν ήμουν νέος και η αμαρτία μου με κυρίευσε. Μπήκε μέσα στην ψυχή μου το κακό και διαπότισε όλο μου το είναι. Έφθειρε όλη την ύπαρξη μου. Και τώρα τι να κάνω; Η ηλικία μου προχωρεί, οι μέρες μου λιγοστεύουν, η θέληση μου κάμπτεται, θέλω και δε μπορώ να απαλλαγώ. Προχωρώ μπροστά αλλά και αδιόρθωτος μένω. Μετανοώ αλλά και πάλι αμαρτάνω . Κλαίω και ζητώ συγχώρηση αλλά πάλι στα ίδια μένω.Κυριευμένος από τα πάθη, φορτωμένος από την ενοχή, «πεπραγμένος υπό την αμαρτία» και βασανισμένος από τα κακά μου καταφεύγω σε εσένα.
Όχι δεν απελπίζομαι, δεν ολιγοψυχώ, δεν τα χάνω μπροστά σε τόσες κακουχίες.
Πιστεύω στη δύναμη σου και ελπίζω στην ευσπλαχνία σου. Αρπάζομαι από την αγάπη σου και σου ζητώ να με σώσεις.
Θεέ μου…Θεέ μου…δεν με λυπάσαι; Δεν με συμπονείς; Ενα θαύμα Κύριε μου κάνε και εσύ για μένα, ένα σωτήριο θαύμα.
Και θα σωθώ, θα λάβω από εσένα την απαλλαγή μου, τη λύτρωσή μου και τη σωτηρία μου. Αμήν

Η επιτυχία και η αποτυχία της Επανάστασης του 1821

Όταν μελετά κανείς την Επανάσταση του 1821, τόσο την προετοιμασία της, όσο και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, με τα αποτελέσματά της, τότε παρατηρεί ότι πράγματι επικρατούσαν δύο τάσεις. Η μία αναφερόταν στην απελευθέρωση του Ρωμαίικου και σαφώς κυοφορείτο μέσα στην παράδοση του Γένους μας, και η άλλη αναφερόταν στην απελευθέρωση και συγκρότηση ενός κρατιδίου του οποίου τα όρια θα ήταν περιορισμένα και βέβαια διαπνεόταν αυτή η τάση από τις αρχές του δυτικού Διαφωτισμού. Σαφώς η πρώτη τάση εκφραζόταν από εκείνους που διαπνέονταν από το πνεύμα που καλλιεργούσε η Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ η άλλη εκφραζόταν κυρίως από τους διαφωτιστές. Μέσα από αυτό το πρίσμα μπορούμε να κάνουμε λόγο για επιτυχία της επανάστασης του 1821, ότι απελευθερώθηκε μια επαρχία της παλαιάς Ρωμαϊκής - Ελληνικής Αυτοκρατορίας, και ταυτόχρονα για αποτυχία της επανάστασης, γιατί χάθηκε το Ρωμαίικο, το οποίο διασπάστηκε σε πολλά μικρά εθνικά κρατίδια.

Τελευταία διάβασα μερικές πολύ διεισδυτικές επισημάνσεις του εγκρίτου δημοσιογράφου κ. Αντωνίου Καρκαγιάννη πάνω στο θέμα αυτό. Αφού μελετά το τι ακριβώς έγινε κατά την διάρκεια της εθνικής αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα (1940-1949), ότι δηλαδή μια ντόπια πολιτική και ένοπλη ηγεσία, που είχε μια μειωμένη αντίληψη των πραγμάτων, “ήρθε αντιμέτωπη με πεπειραμένους πολιτικούς μηχανισμούς... και φυσικά ηττήθηκε η πρώτη...” συσχετίζει τα γεγονότα αυτά με το τι έγινε κατά την Επανάσταση του 1821 και παρατηρεί εύστοχα:

“Όλοι σχεδόν οι ιστοριογράφοι της Επαναστάσεως του 1821 έλκονται από τον πρωτογονισμό των καταπεταναίων και των καραβοκυραίων, πρωτογονισμός που αναμφισβήτητα χαρακτηριζόταν από ειλικρίνεια, αυθορμητισμό, στρατιωτική πανουργία, ηρωισμό και αυτοθυσία. Οι φυσικές αυτές αρετές δεν αναιρούν τον πρωτογονισμό τους, αντιθέτως τον υπογραμμίζουν.

Μπροστά σ’ αυτό τον ηρωικό έστω πρωτογονισμό, παραγνωρίστηκαν προσωπικότητες (και τώρα μόλις προσπαθούμε να τις ανακαλύψουμε) με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και αρετές, όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ιωάννης Κωλλέτης, ο Μάουερ της αντιβασιλείας και ο μέγιστος όλων ο Ιωάννης Καποδίστριας. Αλλά και πολλοί άλλοι, που επί πολλά χρόνια λησμονήθηκαν στην γκρίζα περιοχή του “αντιδραστικού”, του “Φαναριώτη”, του “συμβιβασμένου”. Και όμως, αυτοί ήταν που γνώριζαν προς τα πού πήγαινε η επανάσταση και όχι ο Καραϊσκάκης που, στην αρχή, ήταν πεπεισμένος ότι ο πόλεμος γίνεται για... το αρματολίκι των Αγράφων!”.

Για την ολοκλήρωση ενός έργου απαιτείται η πείρα και πολιτική ευστροφία, αλλά και οι ηρωϊκοί αγώνες μερικών ενόπλων. Όταν οι δυο αυτές τάσεις δεν μπορούν να συνδυασθούν, τότε παρατηρείται αλλοίωση των αποτελεσμάτων. Το παρατηρούμε αυτό στην Επανάσταση του 1821. Ο τύπος των αγωνιστών της Επαναστάσεως ήταν ο τύπος που είχε διαμορφωθή από τις ενδογενείς δυνάμεις του Γένους μας, όπως το εξέφρασε η αυτοσυνειδησία της παραδόσεώς μας και το διαμόρφωνε η λεγομένη ελληνορθόδοξη Παράδοση, ενώ οι ιδέες της εθνικής– ελλαδικής ανεξαρτησίας προέρχονταν από τους δυτικούς διαφωτιστές. Σαφώς οι λεγόμενοι Φαναριώτες, γενικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έβλεπαν τα πράγματα βαθύτερα, επεδίωκαν την ανασύσταση της Ελληνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όλοι αυτοί “γνώριζαν προς τα που πήγαινε η Επανάσταση”. Όμως δυστυχώς επεκράτησαν άλλες ιδέες, με αποτέλεσμα να ελευθερωθούν μερικά τμήματα της λεγομένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά να χαθούν άλλα σημαντικά τμήματα του ενιαίου Βυζαντινού-Ρωμαϊκού Κράτους, οπότε εξυπηρετήθηκαν τα δυτικά συμφέροντα της εποχής εκείνης, σύμφωνα με τα οποία έπρεπε να σχηματισθούν ανεξάρτητα μικρά εθνικά κρατίδια.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης θα παρατηρήση: “Οι Ρωμηοί επαναστάτησαν το 1821, δια να ξαναγίνη η Ρωμηοσύνη Κράτος με τον ρωμαίικον πολιτισμόν της που με υπερηφάνειαν και κάθε θυσίαν είχαν διαφυλάξει κατά τα σκληρά χρόνια της Τουρκοκρατίας, της Φραγκοκρατίας και της Αραβοκρατίας”. Φυσικά, αυτό επιζητούσε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το όραμα αυτό διαφαίνεται και στα σχέδια του Ρήγα Φεραίου, όπως εκφράζεται και στον θούριό του: “Βούλγαροι και Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμηοί / αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή / για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί...”. Άλλωστε, γι’ αυτό και η Επανάσταση, εκτός από άλλους λόγους, έγινε στις παραδουνάβιες επαρχίες, όπου ήκμαζε το ελληνικό στοιχείο με την ρωμαίικη αντίληψη, όπως κατευθυνόταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τους Φαναριώτες.

Σπουδαίες έρευνες και παρουσιάσεις πάνω στο ενδιαφέρον αυτό θέμα έχουμε από τον π. Γεώργιο Μεταλληνό, ο οποίος σε διάφορα κείμενά του παρουσιάζει αυτήν την πλευρά του θέματος.

Αναφερόμενος ο π. Γεώργιος στον δυτικό Διαφωτισμό ισχυρίζεται ότι επεδίωκε την υποτίμηση του λεγομένου Βυζαντίου (τής Ρωμηοσύνης) και την έξαρση του αρχαίου ελληνικού τρόπου ζωής, με την μελέτη των αρχαίων συγγραφέων και φιλοσόφων. Συνέλεξε μάλιστα αποσπάσματα από έργα των δυτικών διαφωτιστών. Για παράδειγμα ο Βολταίρος έλεγε: “υπάρχει μια άλλη ιστορία πιο γελοία από την ιστορία της Ρώμης (...) είναι η ιστορία του Βυζαντίου”, που συνιστά “ντροπή για την ανθρώπινη σκέψη”. Ο Μοντεσκιέ έγραφε: “Η ιστορία της ελληνικής αυτοκρατορίας δεν είναι τίποτε άλλο από μία υφή επαναστάσεων, ανταρσιών και απιστιών”. Ο Άγγλος ιστορικός Γίββων, περιγράφοντας την ιστορία του ελληνορωμαϊκού κόσμου και κάνοντας λόγο για μια “παρατεινόμενη παρακμή” ομολογεί: “περιέγραψα το θρίαμβο του βαρβαρισμού και της θρησκείας”.

Αναλύοντας δε ο π. Γεώργιος Μεταλληνός το έργο του Αδαμαντίου Κοραή, υποστηρίζει ότι και εκείνος κινείται στα ίδια πλαίσια που κινούνται οι δυτικοί διαφωτιστές και τρέφει αντιπάθεια σε κάθε λεγόμενο “Βυζαντινό” και εξυψώνει κάθε τι που έχει σχέση με την αρχαία Ελλάδα. Μάλιστα ο Κοραής έφθασε στο σημείο να ομιλή για “ένα έθνος Γραικογάλλων”. Γράφει ο π. Γεώργιος: “Γι’ αυτό, χωρίς να αρνείται κανείς την φιλοπατρία του Κοραή και σε μεγάλο βαθμό την καλή θέλησή του, αναγκάζεται να δικαιώση εκείνους που είδαν και βλέπουν με μεγάλη επιφύλαξη και ανησυχία την κίνηση της μετακένωσης”, η οποία “κατήντησε ασυγκράτητη ξενομανία, για να μεταβάλη τελικά την χώρα μας σε πειθήνιο δορυφόρο του δυτικού πολιτισμού”.

Και ο π. Γεώργιος Μεταλληνός είναι σαφής και κατηγορηματικός: “Για να εκτιμήσουμε άρα στο σημείο αυτό σωστά την εθνική προσφορά του Κοραή, πρέπει να δούμε και τα αποτελέσματα της Επανάστασης του ’21, που είναι σ’ όλους γνωστά. Ασφυκτικό στρίμωγμα του Ελληνισμού στα μικρά κρατικά σύνορα, υποχώρηση και συρρίκνωση του οικουμενικού οράματος της ελληνορθόδοξης Ρωμηοσύνης, αποδυνάμωση του Ρωμαίικου Κέντρου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου (τής Νέας Ρώμης, απ’ όπου και τα ρωμηοσύνη - ρωμαίικος - ρωμηός) εξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις κάθε εποχής κλπ.”.

Μέσα από το πρίσμα αυτό πρέπει να δη κανείς την σύγχρονη κατάσταση και την ταλαιπωρία που υφίσταται το ελληνικό Κράτος και τις δυσκολίες του σχετικά με το λεγόμενο Βορειοηπειρωτικό, Μακεδονικό, Κυπριακό, Θρακικό. Εμείς διατηρούμε την “μεγάλη ιδέα” όχι σαν προσπάθεια προέκτασης των ελλαδικών συνόρων, αλλά σαν αναβίωση της Μεγάλης Ρωμανίας, ενώ οι δυτικοί σκέπτονται διαφορετικά, είναι επηρεασμένοι από τις ιδέες που έχουν διαμορφωθή από τον Διαφωτισμό, οπότε και η πολιτική έχει διαμορφωθή κατάλληλα.

Πριν μερικά χρόνια είχα συναντήσει στην Αγγλία έναν άγγλο Καθηγητή Πανεπιστημίου της ιστορίας, ο οποίος σε συζήτηση που είχα μαζί του διατύπωσε την απορία του: “Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάνατε εσείς οι Έλληνες την Επανάσταση του 1821. Τα πράγματα τότε ήταν έτοιμα για κατάργηση του Οθωμανικού Κράτους και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Όμως η Επανάσταση του 1821 κατέληξε στην δημιουργία ενός ελληνικού κράτους και τα σπέρματα της δημιουργίας εθνικών κρατών στην Βαλκανική”.

Φυσικά, η απορία του Καθηγητού εξηγείται μόνο μέσα από τις πρακτικές και τις σκοπιμότητες των ξένων δυνάμεων να διαλύσουν κάθε όνειρο και ιδέα ανασυστάσεως της Ρωμηοσύνης και να ικανοποιήσουν έτσι τα σχέδια των Φράγκων.

Πάντως, το Οικουμενικό Πατριαρχείο τότε είχε σαφώς άλλη πολιτική, την οποία απεμπόλησαν οι διαφωτιστές. Μερικοί δε ενσυνείδητοι ή και αμαθείςκατασυκοφάντησαν τότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και έτσι είτε εν γνώσει τους είτε εν αγνοία τους εξυπηρετούσαν τα σχέδια των δυτικών και ιδίως των Φράγκων. Όμως τα πράγματα δικαιώνουν την πολιτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Με όλα αυτά που σημείωσα φάνηκε ότι χαίρομαι για την ελευθερία της Ελλάδος. Ευγνωμονώ τους ήρωες και αγωνιστές της Επαναστάσεως του 1821. Δεν μπορώ όμως να μη στενοχωρούμαι για την απώλεια της Ρωμηοσύνης και το “ανολοκλήρωτο ’21”. Τουλάχιστον σήμερα πρέπει να ζήσουμε το πνεύμα της Ρωμηοσύνης, που είναι η ελληνορθόδοξη παράδοση, ώστε να αλώσουμε εκ των ένδον την Ευρώπη, και να την μετατρέψουμε σε μια νέα Ρωμηοσύνη. Άλλωστε υπάρχει η υποδομή, λόγω του ότι η Ευρώπη παλαιότερα ήταν ένα δυνατό κομμάτι της αρχαίας Χριστιανικής - Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και υπάρχουν πολλοί Ευρωπαίοι που αναζητούν αυτές τις πραγματικές ρίζες.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

Πιστεύω δεν σημαίνει ότι παραδέχομαι μερικές αλήθειες της θρησκείας...(Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος)



Πιστεύω δεν σημαίνει ότι παραδέχομαι μερικές αλήθειες της θρησκείας,
ότι υπάρχει Θεός, ψυχή.Αυτά τα πιστεύει και ο διάβολος.

Πιστεύω θα πεί εμπιστεύομαι,παραδίδομαι ολόκληρος στην Αγάπη του Θεού
και δεν αμφιβάλλω για την προστασία Του.

Όταν όλοι οι δρόμοι κλείνουν,ο άνθρωπος που έχει πίστη περιμένει την επέμβαση του Θεού.Τότε ο Θεός θα δώσει την λύση.

Η πίστη είναι αυτή που συνδέει την θεωρία με την πράξη και αυτό βιώνεται μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας.

Ο Χριστός για μας τους Ορθοδόξους δεν είναι ένας επιπλέον σοφός και καλός άνθρωπος που γεννήθηκε πριν από δύο και πλέον χιλιετίες.
Αλλά είναι ο παρών Θεός που προσφέρεται μέσα από τα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας μας.Η πίστη σ’ αυτόν τον Θεό δίνει νόημα στη ζωή μας

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Εὐχὴ ἐξομολογητικὴ εἰς τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ



Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε ἐσὺ ποὺ γέννησες κατὰ σάρκα τὸ Θεὸ Λόγο, γνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπές, οὔτε ἄξιο, γιὰ μένα τὸν πανάσωτο, ἔχοντας ἀκόμη μολυσμένα μάτια και ἀκάθαρτα χείλη, νὰ ἴδω τὴν εἰκόνα, σοῦ τῆς Ἁγνῆς, τῆς Ἀειπαρθένου, τῆς ἐχούσης τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν καθαρὰ καὶ ἀμόλυντα, νὰ τὴν προσκυνῶ καὶ νὰ τὴν παρακαλῶ. Πιὸ σωστὸ εἶναι γιὰ μένα τὸν ἄσωτο νὰ μισηθῶ καὶ νὰ ἐπιτιμηθῶ ἀπὸ τὴ δική σου καθαρότητα· ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς τὸν Ὁποῖον γέννησες, ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς καλέσῃ τοὺς ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια, παίρνω καὶ ἐγὼ τὸ θάῤῥος καὶ προσέρχομαι κοντά σου καὶ σὲ παρακαλῶ μὲ δάκρυα.

Κάμε δεκτὴ τὴν ἐξαγόρευση τῶν πολλῶν καὶ χαλεπῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ φέρε τὴ μετάνοιά μου στὸ μονογενή σου Υἱὸ καὶ Θεό, παρακαλώντάς τον νὰ λυπηθῇ τὴν ἄθλια καὶ ταλαίπωρη ψυχή μου. Γιατὶ ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἁμαρτιῶν μου ἐμποδίζομαι νὰ ἀτενίσω πρὸς Αὐτὸν καὶ νὰ ζητήσω συγχώρηση. Γι᾿ αὐτὸ σὲ προβάλλω ὡς πρέσβη καὶ μεσίτρια, γιατί ἐνῶ ἀπόλαυσα πολλῶν καὶ μεγάλων δωρεῶν παρὰ τοῦ δημιουργήσαντός με Θεοῦ, τὶς ξέχασα ὅλες, ὁ ἄθλιος καὶ ἀχάριστος, ὁμοιωθεὶς ἔτσι μὲ τὰ ἀνόητα κτήνη· πτωχεύοντας στὶς ἀρετές, καὶ πλουτώντας στὰ πάθη, γεμάτος ντροπὴ καὶ στερημένος ἀπὸ τὴ θεία παῤῥησία, ἔχω κατακριθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ γι᾿ αὐτὸ θρηνοῦν γιὰ μένα οἱ Ἄγγέλοι, καὶ χαίρονται οἱ δαίμονες. Μισοῦμαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐλεγχόμενος ὑπὸ τῆς συνειδήσεως, γεμᾶτος ντροπὴ γιὰ τὰ πονηρά μου ἔργα, νεκρὸς πρὶν τὸ θάνατό μου, καὶ πρὶν τὴν κρίση αὐτοκατάκριτος, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀτελεύτητη κόλαση αὐτοτιμωρούμενος ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγω μόνο στὴ δική σου καὶ μόνη βοήθεια, Δέσποινα Θεοτόκε, ὁ ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων, ἐγὼ ποὺ σπατάλησα τὴν πατρικὴ περιουσία μὲ πόρνες, ποὺ φέρθηκα χειρότερα καὶ ἀπὸ τὴν πόρνη, ποὺ παρανόμησα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν Μανασσῆ, ποὺ ἔγινα ἄσπλαγχνος περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν πλούσιο, ὁ λαίμαργος δοῦλος, τὸ δοχεῖο τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ὁ φύλακας τῶν αἰσχρῶν καὶ ῥυπαρῶν λόγων, ὁ γεμάτος μὲ κάθε ἀκαθαρσία, ὁ ξένος κάθε ἀγαθοῦ ἔργου.

Ἐλεήσέ μου τὴν ταπείνωση καὶ λυπήσου τὴν ἀσθένειά μου. Σὺ μόνο ἔχεις τόσο μεγάλη παῤῥησία πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα καὶ κανεὶς ἄλλος. Τὰ πάντα μπορεῖς ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Γιὰ ὅλα ἔχεις τὴν ἰσχὺ ὡς ὑπερέχουσα ὅλων τῶν κτισμάτων. Τίποτα δὲν σοῦ εἶναι ἀδύνατο, ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσεις. Μὴν παραβλέψῃς τὰ δάκρυά μου, μὴν ἀηδιάσῃς τὸ στεναγμό μου, μὴν ἀποστραφῇς τὸν πόνον τῆς καρδιᾶς μου, μὴν ντροπιάσῃς τὴν προσδοκίαν μου σὲ σένα, ἀλλὰ μὲ τὶς μητρικές σου παρακλήσεις ἀπόσπασε γιὰ μένα τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ ἀγαθοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ καὶ ἀξίωσέ με τὸν ταλαίπωρο καὶ ἀνάξιο δοῦλό σου νὰ ξαναβρῶ τὸ ἀρχαῖο προπτωτικὸ κάλλος τῆς ψυχῆς, νὰ ἀποβάλω τὴν ἀσχήμια τῶν παθῶν, νὰ ἀπελευθερωθῶ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ γίνω ὑπηρέτης τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐκδυθῶ τὸ μόλυσμα τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς καὶ νὰ ἐνδυθῶ τὸν ἁγιασμὸ τῆς ψυχικῆς καθαρότητας, νὰ νεκρωθῶ γιὰ τὸν κόσμο καὶ νὰ ζήσω μέσα στὴν ἀρετή. Συνοδοιπόρησε καὶ σύμπλευσε μαζί μου, στὶς ἀγρυπνίες ἐνίσχυσέ με, παρηγόρησέ με στὶς θλίψεις, γιὰ τὶς ὀλιγοψυχίες μου παρακάλεσε, δώρισέ μου τὴν θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν, λύτρωσέ με ἀπὸ τὶς ἀδικίες, ἀπὸ τὶς συκοφαντίες ἀθώωσέ με, στὸ θανάσιμο κίνδυνο σπεῦσε σὲ βοήθειά μου. Ἀνάδειξέ με καθημερινὰ ἰσχυρὸ στοὺς ἀόρατους ἐχθρούς μου, γιὰ νὰ μάθουν ὅλοι οι δαίμονες ποὺ ἄδικα μὲ τυραννοῦν ποιανοῦ εἶμαι δοῦλος.

Ναί, ὑπεραγία μου Δέσποινα Θεοτόκε, ἐπάκουσε τὴν οἰκτρὴ δεήσή μου, καὶ μὴ ντροπιάσῃς τὴν προσδοκία μου, σὺ ποὺ (μετά το Θεὸ) εἶσαι ἡ ἐλπίδα πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς. Τὸ βρασμὸ τῆς σάρκας μου κατάσβεσε, τὴν ἀγριώτατη ταραχὴ τῇς ψυχῇς μου κατεύνασε, τὸν πικρὸ θυμό μου καταπράϋνε, τὸν τῦφο καὶ τὴν ἀλαζονία τῆς μάταιας οἰήσεως ἀφάνισε ἀπὸ τὸ νοῦ μου. Μείωσε τὶς νυκτερινὲς φαντασιώσεις τῶν πονηρῶν πνευμάτων, καθὼς καὶ τὶς καθημερινὲς τῶν ἀκάθαρτων ἐννοιῶν προσβολὲς ἀπὸ τὴν καρδιά μου. Διαπαιδαγώγησε τὴ γλῶσσα μου γιὰ νὰ λέει τὰ συμφέροντα. Δίδαξε τὰ μάτια μου νὰ βλέπουν σωστὰ τὴν ὁδὸ τῆς ἀρετῆς. Ἐνίσχυσε τὰ πόδια μου γιὰ νὰ βαδίζουν τὴν μακαρία ὁδὸ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Τὰ χέρια μου ἁγίασε γιὰ νὰ τὰ σηκώνω ἐπάξια στὸν Ὕψιστο. Καθάρισε τὸ στόμα μου, γιὰ νὰ ἐπικαλοῦμαι μὲ παῤῥησία ὡς Πατέρα τὸν πανάγιο καὶ φοβερὸ Θεό. Ἄνοιξε τὰ αὐτιά μου, γιὰ νὰ ἀκούω, καταλαβαίνω καὶ ἐφαρμόζω τὰ λόγια τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ποὺ εἶναι πιὸ γλυκὰ ἀπὸ τὸ κερὶ καὶ τὸ μέλι, ἐνισχυόμενος ἀπὸ ἐσέ.

Δῶσε μου καιρὸ μετανοίας, καὶ λογισμὸ ἐπιστροφῆς. Φύλαξέ με ἀπὸ τὸν αἰφνίδιο θάνατο. Ἀπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν κατάκριση τῆς συνειδήσεως. Τέλος παραστάσου κοντά μου κατὰ τὸ χωρισμὸ τῆς ψυχῆς μου ἀπὸ τὸ ἄθλιο μου σῶμα, γιὰ νὰ ἐλαφρύνῃς ἔτσι τὴν ἀφόρητη αὐτὴ βία, νὰ ἀνακουφίσῃς τὸν ἀνέκφραστον πόνον, καὶ νὰ παρηγορήσεις τὴν ἀπαραμύθητη στενοχώρια μου. Λύτρωσέ με ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ μορφὴ τῶν δαιμόνων, παραμερίζουσα τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους καὶ σχίζουσα τὰ χειρόγραφα τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν. Φέρε με σὲ οἰκειότητα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἀξίώσέ με νὰ βρεθῶ στὰ δεξιά Του, κατὰ τὴν ὥρα τῆς φοβερῆς κρίσεως, καὶ νὰ μὲ κάμῃς κληρονόμο τῶν αἰωνίων καὶ ἄφθορων ἀγαθῶν.

Αὐτὴ τὴν ἐξομολόγησή μου ἀπευθύνω σὲ σένα Δέσποινα Θεοτόκε, τὸ φῶς τῶν ἐσκοτισμένων μου ὀφθαλμῶν, ἡ παραμυθία τῆς ψυχῆς μου, ἡ μετὰ τὸν Θεὸν ἐλπὶς καὶ προστασία μου, τὴν ὁποία ἐξομολόγησή μου δέξου εὐμενῶς καὶ καθάρισὲ με ἀπὸ κάθε μολυσμὸ σαρκὸς καὶ πνεύματος. Ἀξίωσέ με ἐν ὅσῳ ζῶ νὰ κοινωνῶ χωρὶς κατάκριση, τὸ πανάγιο καὶ πανάχραντο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ, καὶ στὸ μέλλον νὰ συμμετάσχω στὴ γλυκυτάτη οὐράνια τροφὴ τοῦ Παραδείσου, ὅπου βρίσκεται ὅλων τῶν εὐφραινομένων ἡ κατοικία. Αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν ἐλπίζοντας νὰ τύχω κι ἐγὼ ὁ ἀνάξιος, δοξάζω στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων τὸ πάντιμο καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ σου, ποὺ δέχεται ὅλους ὅσους μετανοοῦν εἰλικρινά, χάρις σὲ σένα ποὺ εἶσαι μεσίτρια καὶ ἐγγυήτρια ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν, γιατὶ χάρις σὲ σένα πανύμνητε καὶ ὑπεράγαθε Δέσποινα, σώζεται ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπίνη φύση, ποὺ αἰνεῖ καὶ εὐλογεῖ τὸν Πατέρα τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν Παναγία καὶ ὁμοούσια Τριάδα, τώρα καὶ πάντοτε στοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ο δεκάλογος του χριστιανικού νόμου (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)

1. Κύριος ο Θεός ημών, Κύριος εις έστιν.
Ο Κύριος, ο Θεός σου, είναι ένας Κύριος (Δευτ. 6:4), που αναγνωρίζεται ως Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Ο Πατέρας είναι αγέννητος. Ο Υιός έχει γεννηθεί από τον Πατέρα ανάρχως, αχρόνως και απαθώς, ως Λόγος, και έχει ονομαστεί Χριστός, επειδή έχρισε από τον εαυτό Του την ανθρώπινη φύση που πήρε από μας. Το Άγιο Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση, αλλά με εκπόρευση. Αυτός είναι ο μόνος Θεός, Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, ο ένας Κύριος σε τρεις υποστάσεις, που δεν διαιρείται ως προς τη φύση, τη βουλή, τη δόξα, τη δύναμη, την ενέργεια και όλα τα γνωρίσματα της θεότητος.


Αυτόν, τον ένα Τριαδικό Θεό, μόνο θ’ αγαπήσεις και Αυτόν μόνο θα λατρέψεις μ’ όλη τη διάνοια σου και μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη τη δύναμή σου. Και θα είναι τα λόγια Του και τα προστάγματά Του μέσα στην καρδιά σου, για να τα πράττεις και να τα μελετάς και να τα λες όταν κάθεσαι, όταν βαδίζεις, όταν βρίσκεσαι στο κρεβάτι, όταν σηκώνεσαι. Να θυμάσαι αδιάκοπα τον Κύριο, το Θεό σου. Αυτόν μονάχα να φοβάσαι. Μήτε Εκείνον μήτε τις εντολές Του να λησμονήσεις. Έτσι θα σου δώσει δύναμη να κάνεις το θέλημά Του. Γιατί δεν ζητάει από σένα τίποτ’ άλλο, παρά να Του είσαι αφοσιωμένος και να Τον αγαπάς και να βαδίζεις στους δρόμους όλων των εντολών Του. Αυτός είναι το καύχημά σου και Αυτός ο Θεός σου. Μαθαίνοντας πως οι υπερκόσμιοι άγγελοι είναι απαθείς και αόρατοι και πως ο διάβολος, που ξέπεσε από τον ουρανό, είναι πολύ κακός, σοφός, δυνατός και πολυμήχανος στο να πλανάει τον άνθρωπο, μη νομίσεις πως είναι κανένας τους ομότιμος με το Θεό. Βλέποντας, επίσης, το μέγεθος του ουρανού και την κινητική του πολυπλοκότητα, τη λαμπρότητα του ηλίου, τη φωτεινότητα της σελήνης, την καθαρότητα των άλλων άστρων, την ευχρηστία του αέρα στην αναπνοή, τον πλούτο των προϊόντων της γης και της θάλασσας, μη θεοποιήσεις κανένα απ’ αυτά. Όλα είναι κτίσματα του μόνου Θεού υποταγμένα σ’ Αυτόν που τα δημιούργησε από το μηδέν με το λόγο Του. «Αυτός είπε κι έγιναν, Αυτός πρόσταξε και δημιουργήθηκαν» (Ψαλμ. 32:9). Μόνο Αυτόν, λοιπόν, τον Κύριο και Δημιουργό του σύμπαντος, θα δοξάσεις ως Θεό, σ’ Αυτόν θα προσκολληθείς με αγάπη και σ’ Αυτόν θα μετανοείς μέρα-νύχτα για τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματά σου. Γιατί Αυτός είναι σπλαχνικός και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αγαθοποιός αιώνιος. Αυτός έχει υποσχεθεί και δίνει την ουράνια και αδιάδοχη βασιλεία, τον ανώδυνο βίο, την αθάνατη ζωή και το ανέσπερο φως, για να τ’ απολαμβάνουν όσοι Τον σέβονται, Τον προσκυνούν, Τον αγαπούν και τηρούν τις εντολές Του.
Αλλά ο ίδιος είναι και Θεός ζηλωτής και κριτής δίκαιος και εκδικητής φρικτός. Στους ασεβείς και ανυπάκουους, που παραβαίνουν τα προστάγματά Του, επιβάλλει κόλαση αιώνια, φωτιά άσβεστη, οδύνη ακατάπαυστη, θλίψη απαρηγόρητη, χώρα σκοτεινή και στενάχωρη, που ετοίμασε για τον πρώτο πονηρό αποστάτη, το διάβολο, και για όλους όσοι πλανήθηκαν απ’ αυτόν και τον ακλούθησαν, αφού αρνήθηκαν τον Πλάστη τους με τα έργα, τα λόγια και τις σκέψεις τους.
2. Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα…

Μην κατασκευάσεις ποτέ ομοίωμα κάποιου απ’ όσα είναι πάνω στον ουρανό και κάτω στη γη και μέσα στα νερά, για να τα λατρεύεις και να τα δοξάζεις σαν θεούς (Εξ. 20:4-5). Γιατί όλα αυτά είναι κτίσματα του μόνου Θεού, που στους στερνούς καιρούς, αφού σαρκώθηκε σε παρθενική μήτρα, φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε τους ανθρώπους. Και αφού έπαθε και πέθανε και αναστήθηκε για τη σωτηρία των ανθρώπων, ανέβηκε με το σώμα Του στους ουρανούς και κάθησε ψηλά, στα δεξιά του παντοδύναμου Θεού. Μ’ αυτό το σώμα θα έρθει πάλι με δόξα, για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς.


Από αγάπη λοιπόν σ’ Εκείνον, που έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία μας, θα κάνεις την εικόνα Του. Και μέσω της εικόνας θα θυμάσαι και θα προσκυνάς Εκείνον. Μέσω της εικόνας θα υψώνεις το νου σου στο προσκυνητό σώμα του Σωτήρα, που κάθεται στα δεξιά του Πατέρα, στον ουρανό, θα κάνεις επίσης και των αγίων τις εικόνες και θα τις προσκυνάς κι αυτές -όχι σαν θεούς, γιατί είναι απαγορευμένο, αλλά για τη σχέση σου μαζί τους και για τη διάθεσή σου απέναντι τους και για τη μεγάλη τιμή που τους πρέπει- ενώ ο νους σου και πάλι θα πηγαίνει σ’ εκείνους μέσ’ από τις εικόνες. Έτσι έκανε και ο Μωυσής: Έφτιαξε τις εικόνες των Χερουβείμ και τις έβαλε μέσα στα Άγια των Αγίων για να δοξάσει όχι τα κτίσματα, αλλά μέσω αυτών τον κτίστη του κόσμου Θεό (Εξ. 25:17-19).


Κι εσύ λοιπόν δεν θα θεοποιήσεις τις εικόνες του Χριστού και των αγίων, αλλά μέσω αυτών θα προσκυνάς Εκείνον, που, αφού πρώτα μας έπλασε κατ’ εικόνα Του, ύστερα ευδόκησε από άφατη φιλανθρωπία να πάρει ο ίδιος την ανθρώπινη εικόνα Του και να γίνει περιγραπτός σύμφωνα μ’ αυτήν. Και δεν θα προσκυνήσεις μόνο την εικόνα του Κυρίου, αλλά και τον τύπο του σταυρού Του. Γιατί είναι σημείο πανίσχυρο και τρόπαιο του Χριστού κατά του διαβόλου και όλης της δαιμονικής παρατάξεως. Γι’ αυτό τους πιάνει φρίκη και τρέπονται σε φυγή, όταν βλέπουν να γίνεται το σημείο του σταυρού. Και πριν από τη Σταύρωση ακόμα, ο τύπος του σταυρού δοξάστηκε πολύ από τους προφήτες κι έκανε μεγάλα θαύματα. Αλλά και στη δευτέρα παρουσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, που καρφώθηκε στο σταυρό και που θα έρθει για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, θα προπορεύεται αυτό το μεγάλο και φοβερό σημείο Του με δύναμη και λαμπρότητα πολλή. Δόξασε λοιπόν τώρα το σταυρό, για να τον ατενίσεις τότε με θάρρος και να δοξαστείς μαζί του.


Θα προσκυνήσεις και τις εικόνες των αγίων, επειδή αυτοί συσταυρώθηκαν με τον Κύριο, κάνοντας στο πρόσωπό σου το σημείο του σταυρού και φέρνοντας στο νου σου τη συμμετοχή τους στα παθήματα του Χριστού, θα προσκυνήσεις, επίσης, και τα άγια σκηνώματά τους και κάθε λείψανο των οστών τους, γιατί δεν χωρίστηκε απ’ αυτά η χάρη του Θεού, όπως ακριβώς δεν χωρίστηκε η θεότητα από το προσκυνητό σώμα του Χριστού κατά τον ζωοποιό Του θάνατο.


Κάνοντας έτσι και δοξάζοντας εκείνους που δόξασαν το Θεό, γιατί φάνηκαν με τα έργα τους τέλειοι στην αγάπη Του, θα δοξαστείς κι εσύ μαζί τους από το Θεό και θα ψάλλεις μαζί με τον Δαβίδ: «Πάρα πολύ τίμησα τους φίλους Σου, Θεέ μου» (Ψαλμ. 138:17).


3. Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω.


Δεν θα χρησιμοποιήσεις μάταια το όνομα του Κυρίου και Θεού σου (Εξ. 20:7), κάνοντας ψεύτικο όρκο για οποιοδήποτε γήινο πράγμα από φόβο ανθρώπου ή από ντροπή ή για δικό σου κέρδος. Γιατί η επιορκία είναι άρνηση του Θεού.


Να μην ορκίζεσαι λοιπόν καθόλου. Ν’ αποφεύγεις τελείως τον όρκο, γιατί από τον όρκο έρχεται η επιορκία, που αποξενώνει τον άνθρωπο από το Θεό και κατατάσσει τον επίορκο με τους παρανόμους. Αν λες παντοτινά την αλήθεια, θα σε πιστεύουν όπως αν έπαιρνες όρκο.


Κι αν ποτέ συμβεί να ορκιστείς -πράγμα που πρέπει να απεύχεσαι-, εφόσον μεν πρόκειται για κάτι σύμφωνο με τον θείο νόμο, θα το εκτελέσεις ως νόμιμο, αλλά θα θεωρήσεις φταίχτη τον εαυτό σου για την ορκοδοσία, και με ελεημοσύνη, ικεσία, πένθος και κακοπάθεια του σώματος θα ζητήσεις το έλεος του Χριστού, που είπε να μην ορκίζεσαι διόλου· αν πάλι ορκίστηκες για κάτι παράνομο, πρόσεξε μην τυχόν το εκτελέσεις, επειδή πήρες όρκο, για να μη σε κατατάξει ο Θεός με τον προφητοκτόνο Ηρώδη, που, για να μην αθετήσει τον όρκο του, αποκεφάλισε τον Τίμιο Πρόδρομο. Αθέτησε καλύτερα τον παράνομο εκείνο όρκο, βάλε νόμο στον εαυτό σου να μην ορκιστείς ποτέ πια και ζήτα το έλεος του Θεού, χρησιμοποιώντας πιό επίπονα τα παραπάνω φάρμακα μαζί με δάκρυα.
4. Μνήσθητι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν.


Μία ημέρα της εβδομάδας ονομάζεται Κυριακή, επειδή είναι αφιερωμένη στον Κύριο, που αναστήθηκε από τους νεκρούς αυτή την ημέρα, δείχνοντας και πιστοποιώντας από πριν την ανάσταση όλων των ανθρώπων, οπότε θα σταματήσει κάθε γήινο έργο.
Την Κυριακή λοιπόν θα την αφιερώσεις στο Θεό. Δεν θα κάνεις καμιά βιοτική εργασία, εκτός από τις αναγκαίες. Και αυτούς που εργάζονται για σένα ή μένουν μαζί σου, θα τους αφήσεις ν’ αναπαυθούν, για να δοξάσετε όλοι μαζί Εκείνον που μας αγόρασε με το θάνατό Του και αναστήθηκε, ανασταίνοντας μαζί Του και την ανθρώπινη φύση μας.


Θα φέρεις στο νου σου τη μέλλουσα ζωή, θα μελετήσεις όλες τις εντολές και τους νόμους του Κυρίου, θα εξετάσεις τον εαυτό σου, μην τυχόν έχεις παραβεί ή παραλείψει κάτι, και θα τον διορθώσεις σε όλα.


Την ήμερα αυτή, επίσης, θα πας στο ναό του Θεού, θα πάρεις μέρος στη λατρευτική σύναξη και θα κοινωνήσεις με ειλικρινή πίστη και ακατάκριτη συνείδηση το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού. Και θα βάλεις αρχή μιας ζωής πιο άγιας, ανακαινίζοντας τον εαυτό σου και ετοιμάζοντάς τον για την υποδοχή των μελλοντικών αιώνιων αγαθών.


Για χάρη αυτών των αγαθών, ούτε τις άλλες ημέρες θα κάνεις κατάχρηση των γήινων πραγμάτων και φροντίδων. Την Κυριακή, όμως, επειδή θα είσαι αφοσιωμένος στο Θεό, θα τ’ αποφεύγεις όλα, έκτος από τα απολύτως αναγκαία, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να ζήσεις. Κι έτσι, έχοντας το Θεό καταφύγιό σου, ούτε θα πας πουθενά, ούτε τη φωτιά των παθών θ’ ανάψεις, ούτε το φορτίο της αμαρτίας θα σηκώσεις.


Την «ημέρα των σαββάτων», λοιπόν την Κυριακή, θα την αφιερώσεις στο Θεό, σαββατίζοντας με την απραξία των κακών, απέχοντας δηλαδή από καθετί κακό. Στις Κυριακές να προσθέσεις και τις καθιερωμένες μεγάλες εορτές, τα ίδια κάνοντας και από τα ίδια απέχοντας.


5. Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου…
Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου (Έξ. 20:12), γιατί μέσω αυτών σ’ έφερε στη ζωή ο Θεός και αυτοί, μετά το Θεό, είναι αίτιοι για το ότι υπάρχεις. Κι εσύ λοιπόν, μετά το Θεό, αυτούς θα τιμήσεις και θ’ αγαπήσεις, εφόσον, βεβαίως, η αγάπη σου σ’ εκείνους συντελεί στο ν’ αγαπήσεις το Θεό. Αν όμως δεν συντελεί, φεύγε από κοντά τους αμέσως. Αν επιπλέον σου είναι και εμπόδιο, και μάλιστα στην αληθινή και σωτήρια πίστη, επειδή έχουν άλλη πίστη, δεν θα φύγεις μονάχα, αλλά και θ’ απαρνηθείς και αυτούς και όλους, μ’ όσους έχεις συγγένεια ή φιλία ή άλλη σχέση, και τα ίδια σου τα μέλη και τις επιθυμίες τους και το σώμα σου ολόκληρο και την διά του σώματος σχέση σου με τα πάθη. Γιατί ο Χριστός είπε: «Όποιος δεν απαρνιέται τον πατέρα του και τη μητέρα του, τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τους αδελφούς και τις αδελφές του, ακόμα και την ίδια του τη ζωή, και δεν σηκώνει το σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν είναι άξιος για μαθητής μου».


Αυτά για τους σαρκικούς γονείς, τους αδελφούς και τους φίλους. Εκείνους, όμως, που έχουν την ίδια πίστη μ’ εσένα και δεν σ’ εμποδίζουν από τη σωτηρία, και θα τους τιμήσεις και θα τους αγαπήσεις.


Κι αν πρέπει να τιμάς έτσι τους σαρκικούς γονείς σου, πόσο περισσότερο πρέπει να τιμήσεις και ν’ αγαπήσεις τους πνευματικούς σου πατέρες; Αυτοί σε μετέφεραν από την απλή βιολογική ζωή στην πνευματική ζωή της αρετής· σου μετέδωσαν το φωτισμό της γνώσεως· σου δίδαξαν την αλήθεια· σε αναγέννησαν με το λουτρό της παλιγγενεσίας· έβαλαν μέσα σου την ελπίδα της αναστάσεως, της αθανασίας και της ουράνιας βασιλείας· σ’ έκαναν, από ανάξιο, άξιο των αιωνίων αγαθών και, από επίγειο, ουράνιο και, από πρόσκαιρο, αιώνιο και γιο και μαθητή όχι ανθρώπου, αλλά του θεανθρώ­που Ιησού Χριστού, που σου χάρισε το Πνεύμα, το οποίο κάνει τους ανθρώπους παιδιά του Θεού, και που είπε: «Μην ονομάσετε κανέναν πατέρα ή αρχηγό σας στη γη, γιατί ένας είναι ο πατέρας και ο αρχηγός σας, ο Χριστός».


Οφείλεις λοιπόν κάθε τιμή και αγάπη στους πνευματικούς σου πατέρες, γιατί η τιμή, που απονέμεις σ’ αυτούς, αναφέρεται στο Χριστό, στο Πανάγιο Πνεύμα, που σ’ έκανε παιδί του Θεού, και στον επουράνιο Πατέρα, που δίνει ζωή και ύπαρξη σ’ όλα τα όντα, ουράνια και επίγεια, θα φροντίσεις μάλιστα να έχεις σ’ όλη σου τη ζωή πνευματικό πατέρα, για να του εξομολογείσαι κάθε αμαρτία και κάθε λογισμό σου, και να παίρνεις απ’ αυτόν τη θεραπεία και την άφεση.


Στους πνευματικούς πατέρες έχει δοθεί η εξουσία να συγχωρούν ή να μη συγχωρούν τις ψυχές. Και ό,τι κρατήσουν ασυγχώρητο στη γη, θα είναι ασυγχώρητο και στον ουρανό, ενώ ό,τι συγχωρήσουν στη γη, θα είναι συγχωρημένο και στον ουρανό. Αυτή τη χάρη και τη δύναμη έλαβαν από το Χριστό. Γι’ αυτό θα τους υπακούς χωρίς καμιάν αντιλογία, για να μην οδηγήσεις την ψυχή σου στην απώλεια. Γιατί αν θανατωνόταν, σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο, όποιος αντιμιλούσε στους σαρκικούς γονείς του, και μάλιστα σε πράγματα που δεν απαγόρευε ο νόμος του Θεού, πώς είναι δυνατό να μη διώχνει το Πνεύμα του Θεού μακριά του και να μη χάνει την ψυχή του όποιος αντιμιλάει στους πνευματικούς του πατέρες; Γι’ αυτό, ως το τέλος της ζωής σου, και να τους συμβουλεύεσαι και να τους υπακούς, για να σωθεί η ψυχή σου και να γίνεις κληρονόμος των αιώνιων και άφθαρτων αγαθών.


6. Ου μοιχεύσεις.
Δεν θα μοιχεύσεις ούτε θα πορνεύσεις, για να μη γίνεις, αντί μέλος του Χριστού, μέλος της πόρνης και αποκοπείς από το θεϊκό σώμα και ξεπέσεις από τη θεϊκή κληρονομιά και ριχθείς στη γέεννα. Γιατί αν, σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο, έπρεπε να καίγεται η κόρη του ιερέα, που θα πιανόταν να πορνεύει, επειδή εξευτέλισε τον πατέρα της, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να καίγεται στην αιώνια κόλαση εκείνος που κόλλησε τέτοιο μόλυσμα στο σώμα του Χριστού;


Όχι μόνο να μην πορνεύσεις, μα και την παρθενία, αν μπορείς, ν’ ασκήσεις, για ν’ ανήκεις ολοκληρωτικά στο Θεό και να προσκολληθείς σ’ Αυτόν με τέλεια αγάπη, παραμένοντας κοντά Του σ’ όλη σου τη ζωή και φροντίζοντας πάντοτε χωρίς περισπασμούς ό,τι αφορά τον Κύριο, απολαμβάνοντας από τώρα τη μέλλουσα ζωή και ζώντας σαν άγγελος Θεού πάνω στη γη. Γιατί η παρθενία είναι γνώρισμα των αγγέλων και μ’ αυτούς γίνεται όμοιος, όσο είναι δυνατόν, όποιος ασκεί την παρθενία, μολονότι έχει σώμα· ή μάλλον, πριν απ’ αυτούς, γίνεται όμοιος με τον Πατέρα, που γέννησε προαιώνια τον Υιό με τρόπο παρθενικό, και με τον παρθένο Υιό, που γεννήθηκε προαιώνια από Πατέρα παρθένο και σαρκώθηκε στους έσχατους καιρούς από Μητέρα παρθένα, και με το Άγιο Πνεύμα, που προβάλλεται με τρόπο ανέκφραστο μόνο από τον Πατέρα, όχι με γέννηση, αλλά με εκπόρευση. Μ’ Αυτόν το Θεό εξομοιώνεται και ενώνεται, συνάπτοντας μαζί Του άφθαρτο γάμο, εκείνος που διάλεξε την αληθινή παρθενία, που παρθενεύει στην ψυχή και στο σώμα, που ομορφαίνει όλες τις αισθήσεις και το λόγο και τη διάνοια με τα κάλλη της παρθενίας.


Αν, πάλι, δεν προτιμάς την παρθενία ούτε την υποσχέθηκες στο Θεό, σου επιτρέπεται να πάρεις με γάμο μια γυναίκα, σύμφωνα με τους νόμους του Κυρίου. Μόνο μ’ αυτήν να συγκατοικείς, μόνο αυτήν να έχεις δική σου, με στόχο τον αγιασμό. Μ’ όλη σου τη δύναμη να μένεις μακριά από άλλες γυναίκες. Και θα μπορέσεις να φυλαχθείς απ’ αυτές, αν αποφεύγεις τις άκαιρες συνομιλίες μαζί τους, αν γυρίζεις τα μάτια και του σώματος και της ψυχής σου μακριά τους, όσο είναι δυνατόν, αν δεν ευχαριστιέσαι στα πορνικά λόγια και ακούσματα και αν συνηθίσεις να μη βλέπεις με περιέργεια την ομορφιά των προσώπων. Γιατί όποιος κοιτάξει γυναίκα με πονηρή επιθυμία, έχει κιόλας διαπράξει μέσα του μοιχεία μαζί της, και γι’ αυτό είναι ακάθαρτος ενώπιον του Χριστού, που βλέπει μέσα στην καρδιά. Επιπλέον, απ’ αυτό το πονηρό κοίταγμα, καταντάει, ο δύστυχος, και στη διάπραξη με το σώμα της αισχρής αμαρτίας. Αλλά γιατί μιλώ μόνο για πορνείες και μοιχείες και όλα τα μολύσματα που συνδέονται με τη φυσική λειτουργία, αφού και στις παρά φύση ασέλγειες σέρνεται ακόλαστα ο άνθρωπος, όταν περίεργα παρατηρεί τα κάλλη των σωμάτων;


Αν λοιπόν εσύ κόψεις από τον εαυτό σου τις πικρές ρίζες, δεν θα μαζέψεις θανατηφόρους καρπούς, αλλά θα καρπωθείς την αγνεία και τη συνακόλουθή της αγιότητα, χωρίς την οποία κανείς δεν θ’ αντικρύσει τον Κύριο.


7. Ου φονεύσεις.
Δεν θα διαπράξεις φόνο, για να μην πάψεις να είσαι παιδί Εκείνου, που και τους νεκρούς ζωοποιεί, και για να μη γίνεις με τα έργα σου παιδί εκείνου, που ήταν εξαρχής ανθρωποκτόνος. Και επειδή ο φόνος προέρχεται από χτύπημα, το χτύπημα από βρισιά, η βρισιά από οργή και η οργή από ζημιά ή χτύπημα ή βρισιά άλλου, γι’ αυτό είπε ο Χριστός: «Αν κάποιος σου πάρει το πανωφόρι, μην τον εμποδίσεις να σου πάρει και το πουκάμισο» (Λουκ. 6:29). Αν κάποιος σε χτυπήσει, μην τον χτυπήσεις κι εσύ. Αν κάποιος σε βρίσει, μην τον βρίσεις κι εσύ. Έτσι θα λυτρώσεις από το αμάρτημα του φόνου τόσο τον εαυτό σου όσο κι εκείνον που σου κάνει κακό. Εσύ επιπλέον θα λάβεις και τη συγχώρηση των αμαρτημάτων σου από το Θεό. Γιατί λέει: «Συγχωρήστε, και θα συγχωρηθείτε», Εκείνος όμως, που λέει και κάνει το κακό, θα καταδικαστεί στην αιώνια κόλαση. Γιατί ο Χριστός είπε: «Όποιος πει τον αδελφό του “ηλίθιε”, είναι ένοχος για τη φωτιά της κολάσεως» (Ματθ. 5:22).


Αν λοιπόν μπορέσεις ν’ αποσπάσεις μαζί με τις ρίζες του το κακό, εξασφαλίζοντας στην ψυχή σου τη μακαριότητα της πραότητας, δόξασε το Χριστό, το διδάσκαλο και συνεργό μας στην κατόρθωση των αρετών. Χωρίς Αυτόν, όπως έχεις μάθει, δεν μπορούμε να κάνουμε κανένα καλό. Αν, πάλι, δεν μπορέσεις να παραμείνεις ήρεμος και να μην οργιστείς, να τα βάζεις με τον εαυτό σου, που οργίζεται, και να ζητάς συγχώρηση τόσο από το Θεό όσο και από τον άνθρωπο που άκουσε ή έπαθε κακό από σένα. Γιατί όποιος μετανοεί στην αρχή της αμαρτίας, δεν φτάνει στο τέλος της· και όποιος δεν πονάει για τα μικρά αμαρτήματά του, θα πέσει, μετά στα μικρά, και στα μεγάλα.


8. Ου κλέψεις.
Δεν θα κλέψεις {Έξ. 20:14), για να μη σου ανταποδώσει πολλαπλάσια την τιμωρία ο Θεός, που γνωρίζει τις κρυφές πράξεις. Καλύτερα λοιπόν να δίνεις κρυφά και από τα υπάρχοντά σου σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη, για να λάβεις από το Θεό, που βλέπει καθετί κρυφό, εκατό φορές περισσότερα και ζωή αιώνια στον μελλοντικό κόσμο.



9. Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου…

Δεν θα συκοφαντήσεις, για να μη μοιάσεις στο διάβολο, που συκοφάντησε το Θεό στην Εύα, και γίνεις καταραμένος, όπως εκείνος. Καλύτερα λοιπόν να σκεπάσεις κιόλας το αμάρτημα του πλησίον -έκτος κι αν αυτό βλάψει πολλούς άλλους-, για να μη μοιάσεις στον Χαμ, αλλά στον Σημ και τον Ιάφεθ, κι έτσι να πετύχεις την ευλογία.

10. Ουκ επιθυμήσεις… όσα τω πλησίον σου εστί.

Δεν θα επιθυμήσεις κάτι του πλησίον σου, ούτε κτήμα ούτε χρήματα ούτε δόξα ούτε τίποτ’ άλλο απ’ όσα ανήκουν σ’ αυτόν. Γιατί η επιθυμία, όταν συλληφθεί στην ψυχή, γεννά την αμαρτία· και η αμαρτία, όταν ολοκληρωθεί, γεννά το θάνατο.

Αν εσύ δεν επιθυμείς τα ξένα, θα μείνεις μακριά από την πλεονεξία και την αρπαγή των ξένων. Καλύτερα είναι, λοιπόν, να δώσεις και από τα δικά σου σ’ εκείνον που σού ζητάει, και να ελεήσεις, όσο μπορείς, εκείνον που έχει ανάγκη. Αν κάποιος θέλει να του δανείσεις κάτι, μην του το αρνηθείς. Αν βρεις κάτι που έχει χαθεί, να το παραδώσεις στον ιδιοκτήτη του, ακόμα κι αν είναι εχθρός σου. Έτσι, και θα συμφιλιωθείς μαζί του και θα νικήσεις το κακό με το αγαθό, όπως σε προστάζει ο Χριστός.

Αν τηρείς τα παραπάνω μ’ όλη σου τη δύναμη και μ’ αυτά ζεις, θα αποθηκεύσεις στην ψυχή σου το θησαυρό της ευσέβειας, θα ευαρεστήσεις το Θεό, θα ευεργετηθείς απ’ Αυτόν και τους ανθρώπους Του και θα γίνεις κληρονόμος των αιώνιων αγαθών, που είθε να τ’ αποκτήσουμε όλοι, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Σ’ Αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

(«Φωνή των Πατέρων», τόμ. Γ΄, τ. 28, σ. 145-158, Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός-Αττικής)

ΚΑΜΕ ΚΑΤΙ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-Τί κρατᾶς στό χέρι, Ἄβελ;

-Ἕνα μικρό ἀρνάκι, Κύριε. Ἀπό τό κοπάδι μου. Τό διάλεξα. Θυσία σέ Σένα!...

Αὐτό ἔκαμε ὁ Ἄβελ. Καί ἀπό τότε δέν σταμάτησαν ποτέ οἱ ἄνθρωποι νά προσφέρουν στόν Κύριο κάποια μικρή «θυσία αἰνέσεως».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τί κρατᾶς στό χέρι σύ, Μωϋσῆ;

-Τό ραβδί μου, Κύριε. Τό χρησιμοποιῶ νά ὁδηγῶ τά πρόβατά μου.

-Ἀπό ἐδῶ καί πέρα νά τό χρησιμοποιεῖς γιά μένα.

Ὑπάκουσε ὁ Μωϋσῆς. Καί μέ ἐκεῖνο τό ἁπλό ραβδί, ἔκαμε τά πιό μεγάλα θαύματα στόν κόσμο, πού ἄφησαν κατάπληκτους τούς μάγους τῆς Αἰγύπτου καί τόν ἀλόγιστο βασιλιά τους, τόν Φαραώ.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-Καί σύ, Μαρία, τί κρατᾶς;

-Ἕνα μπουκάλι μέ πολύτιμο μύρο, Κύριε. Καί θέλω νά ἀλείψω μέ αὐτό τό ζωηφόρο σῶμα Σου.

Καί τό ἔκαμε. Καί ἀπό τότε μέχρι σήμερα, γεμίζει μέ τήν εὐωδία του, ὄχι μόνο τό σπίτι, μέσα στό ὁποῖο ἄλειψε μέ αὐτό τά πόδια τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί ὁ κόσμος ὅλος! Καί, πιό πολύ, οἱ ψυχές ἐκείνων, πού ἀγαποῦν τόν Κύριο! Καί, ἀπό τότε, ὅλος ὁ κόσμος μιλάει γιά αὐτό πού ἔκαμε ἐκείνη ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα. Μέ θαυμασμό.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-Σύ τί κρατᾶς στό χέρι, δούλη μου Ταβιθά;

-Τήν βελόνα μου, Κύριε.

-Κάνε καί σύ, μέ τήν βελόνα σου, ὅ,τι μπορεῖς, γιά Μένα!...

Καί ἡ Ταβιθά, ἔκανε, ὅ,τι μποροῦσε. Καί ἔντυνε τήν ἐποχή ἐκείνη τά ὀρφανά καί τίς χῆρες στήν Ἰόππη! Καί ὅλος ὁ κόσμος τήν θυμόμαστε. Καί τήν θαυμάζουμε. Καί θέλουμε νά ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά της.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ὁ καθένας ἔκανε, μέ ἐκεῖνα πού εἶχε, ἀπό ἐκεῖνα πού εἶχε, ὅ,τι μποροῦσε.

Κάμε καί σύ, μέ ἐκεῖνα πού ἔχεις, ἀπό ἐκεῖνα πού ἔχεις, ΚΑΤΙ. Κάτι. Ὅ,τι μπορεῖς. Καί φθάνει.
(+)Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Με άσκηση του «Κολωνακίου» ή με σταυρικό έρωτα; (π. Σπυρίδων Σκουτής )

Θα ακούσουμε αυτές τις μέρες πολλά, τρελά, παράλογα και απίστευτα. Το κόψε –ράψε είναι η νέα μέθοδος άρνησης της ασκήσεως και της θεραπείας στον Ορθόδοξο δρόμο.
Φράσεις του στυλ : «Δεν έχουν σημασία οι νηστείες αλλά η καρδιά μας», «Τα εξερχόμενα βλάπτουν όχι τα εισερχόμενα», «Εγώ θα νηστέψω έτσι για αποτοξίνωση» κλπ θα έχουν τις πρώτες θέσεις σε πηγαδάκια και κουβέντες μετά τον χαιρετισμό: «Καλή και ευλογημένη Σαρακοστή».
Διαβάζουμε πολλά άρθρα ακόμα και πνευματικών ανθρώπων που λένε: “Δεν πειράζει να μην κάνεις νηστεία αρκεί να μην κατακρίνεις”. Αυτό δεν γίνεται. Γαστριμαργία και αρετή δεν μπορούνε να πάνε μαζί. Όπως κουτσομπολιό, κατάκριση και νηστεία δεν πάνε μαζί , διότι σημαίνει ότι η νηστεία δεν γίνεται σωστά, από κάπου μπάζει. Από την άλλη, αυτοί που περιορίζουν τη νηστεία μόνο στο φαγητό μάλλον δεν έχουν μελετήσει την ορθόδοξη θεραπευτική και τα λόγια των Αγίων Πατέρων.

Στην πίστη μας τα πράγματα είναι απλά, καθαρά, ξάστερα και αληθινά. Η άσκηση είναι μητέρα του αγιασμού. Νηστεία σημαίνει πείνα για τον Θεό όπως έλεγε και ο μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Η νηστεία αφορά όλες τις αισθήσεις, δεν είναι κοιλιακό το θέμα. Ο αγώνας της νηστείας πάει μαζί με την εγκράτεια και αυτά είναι τα δύο χαλινάρια για να χαλιναγωγήσουμε τον << Βουκεφάλα >> των παθών που έχουμε μέσα μας. Νηστεία σημαίνει ότι θα πονέσουμε γι’ Αυτόν που αγαπάμε και θυσιάστηκε για εμάς, όχι μόνο στο πλαίσιο της τιμής για Εκείνον αλλά για να θεραπευτούμε και να Του μοιάσουμε. «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 & Α΄ Πέτρ. 1,16)
Θα πονέσει το σώμα, η ψυχή, θα λιώσουμε στην προσευχή, θα γονατίσουμε στις μετάνοιες, θα μελετήσουμε Αγία Γραφή και Πατέρες, θα κάνουμε στην άκρη αυτά που μας αρέσουν και θα χτυπήσουμε ευθέως τη << λερναία ύδρα >> των παθών κατακέφαλα. Να κλείσουμε ραντεβού με τους πνευματικούς για να πάρουμε τον χάρτη και τις σωστές κατευθύνσεις ώστε να φτάσουμε νικητές την ημέρα της Αναστάσεως. Θα περπατήσουμε αυτά τα σαράντα σκαλοπάτια της Σαρακοστής δίνοντας αίμα για να λάβουμε πνεύμα.
Δεν επιβάλλει η Εκκλησία τη νηστεία, αντίθετα προτείνει ελεύθερα έναν τρόπο για να ζήσω με τον Θεό θεραπεύοντας τον εαυτό μου. Μπορώ αλλά δεν θέλω να φάω όχι γιατί είναι κακό το φαγητό αλλά γιατί δεν μπορώ να ασχολούμαι με τα επίγεια και υλικά αλλά με τα επουράνια και τα αιώνια.
Νηστεία στον ορθόδοξο δρόμο σημαίνει να πονέσω, να διαλυθώ, να συντριβώ, να κλάψω, να κοντραριστώ στα ίσα με τον εαυτό μου και τα πάθη μου. Οποιαδήποτε άλλη θεώρηση είναι ειδωλολατρία, δηλαδή αθεΐα.

Και για να κλείσουμε με λίγο πνευματικό χιούμορ. Νηστεία με γαλατάκι αμυγδάλου στον καφέ, τυράκι νηστίσιμο, αστακό, χαβιάρι δεν γίνεται. Δηλαδή με << ασκητικό φρόνημα ανέσεως >> κοροϊδευόμαστε. Όπως επίσης άλαδο από τη μια και κατάκριση από την άλλη δεν οδηγούν πουθενά. Σαν να πηγαίνεις γυμναστήριο για να κατέβεις σε ολυμπιάδα και μετά την προπόνηση να πηγαίνεις και τρως το καταπέτασμα και να σε βρίσκουν λιπόθυμο από το μεθύσι στη μέση του δρόμου. Με το να πάμε απλά στους Χαιρετισμούς, να στολίσουμε Επιταφίους και να πάμε να κοινωνήσουμε Μ. Πέμπτη ή Μεγάλο Σάββατο ανεξομολόγητοι δεν γίνεται τίποτα. Κοροϊδεύουμε τον Χριστό, τον εαυτό μας και δεν γίνεται κάτι. Ή όλα ή τίποτα…. ή θα μπούμε ερωτικά στον αγώνα της μετανοίας ή καλύτερα να κάτσουμε σπίτι μας. Με εξωτερικές εκφράσεις του φαίνεσθαι αλλά με απουσία καρδιάς Χριστό δεν μπορούμε να γνωρίσουμε.

Η μόνη ασυγχώρητη αμαρτία είναι η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος δηλαδή η αμετανοησία. Αν δεν θέλω να αλλάξω, οι 40 αυτές μέρες είναι απλά ένας αριθμός στο ημερολόγιο και τίποτα περισσότερο. Αν θέλω να αλλάξω, οι μέρες αυτές γίνονται 40 σκαλοπάτια για τον ουρανό.
Ας αγωνιστούμε αυτές τις μέρες, ας προσπαθήσουμε να περιπλανηθούμε στον βυθό των ουσιαστικών νοημάτων της υμνολογίας της περιόδου αυτής και όταν με την άσκηση έχουμε κάνει τον κατάλληλο χώρο υποδοχής μέσα μας τότε θα συναντήσουμε τον Χριστό.
Οι καρποί της ασκήσεως την περίοδο αυτή θα φανούν την λαμπροβδομάδα δηλαδή την εβδομάδα της διακαινησίμου πόσο καινούργιοι γίναμε τελικά .
Να νηστέψουμε αγαπητοί μου από την φθορά του κόσμου ώστε να “φάμε” και να απολαύσουμε την αιωνιότητα.
Σαρακοστή : 40 μέρες αγκαλιά με τον Σταυρό όχι από βάσανο αλλά από έρωτα.

Καλό αγώνα, καλή και ευλογημένη Σαρακοστή σε όλους !

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο. (Αρχ. Παύλος Παπαδόπουλος)

Κι όμως το κάνουμε. Και το κάνουμε φωνακτά, το κάνουμε επιδεικτικά, να δείξουμε σε όλους ότι ενδιαφερόμαστε για τα αιώνια ενώ συγχρόνως εμμένουμε στα πρόσκαιρα. Μιλούμε για την αγάπη και την ταπείνωση του Θεού ενώ συγχρόνως επιζητούμε πρωτοκαθεδρίες και δικαιώματα. Προβάλλουμε τον Χριστό και συγχρόνως ρίχνουμε λάσπη στο πρόσωπό Του με την αμετανοησία μας.Μιλούμε για πνευματική ζωή ενώ παραμένουμε χωρίς πνευματικό, χωρίς άσκηση, χωρίς συγχώρεση.
Μιλούμε λοιπόν για πνευματική ζωή. Ποια ζωή; Γι’αυτήν που καταναλώνουμε διαδικτυακά; γι’αυτήν που καταναλώνουμε σε μπαρ, σε διασκεδάσεις, σε αθλητικούς αγώνες;
Ποια ζωή ποθούμε τελικά;
Και σ’αυτήν την ερώτηση απαντούμε, “την εν Χριστώ ζωή”.
Κι όμως δεν κάνουμε τίποτα για να την ζήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό γιατί «πρέπει», και δεν νιώθουμε να μας ελέγχει τίποτα, δεν έχουμε κάτι να του πούμε. Γιατί;
Διοτι ή ζωή μας είναι ήσυχη, χωρίς ταραχές, χωρίς απρόοπτα, χωρίς προβλήματα, αλλά συνάμα είναιχωρίς πνευματική προσπάθεια. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί η συνείδησή μας είναι χοντρή, θολωμένη. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία του πνευματικού αγώνος. Μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων.
Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας σ’αυτήν.
Νομίζουμε ότι πνευματική ζωή είναι ο εκκλησιασμός, η ήρεμη ζωή, το να μην πέφτεις σε μεγάλα αμαρτήματα (κυρίως σαρκικά), η νηστεία.
Ποιος προσεύχεται όμως; Ποιος γονατίζει καθημερινά; Ποιος αγαθοποιεί αγνώστους; Ποιος μελετά τις Γραφές, ποιος εξετάζει σε βάθος τον εαυτό του;
Δεν τα κάνουμε αυτά, κι όμως νομίζουμε ότι είμαστε καλά πνευματικά.
Εάν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τί είναι; Εάν αυτό δεν είναι πώρωση καρδιάς τότε τί είναι;Και ενώ βρισκόμαστε μέσα στο λιμάνι ναυαγούμε.

Το πιο επικίνδυνο στην πνευματική ζωή είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια της ηρεμίας μας, του μισθού μας, της οικογένειάς μας, της ζωής μας. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε να απασφαλίσουμε τα πνευματικά μας όπλα, αυτά τα όπλα που δίνει η Εκκλησία, που μας έχουν δώσει οι Θεοφόροι Πατέρες μας τα οποία είναι η προσευχή, η μετάνοια, το χαροποιό πένθος, η σιωπή, η ανεξικακία, η αγαθότητα, η καθαρότητα βίου, η νηστεία, η αγρυπνία, η μετοχή στα Μυστήρια, η μνήμη θανάτου, η υπακοή.
Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε τον Θεό ως τον κύριο στόχο της ζωή μας. Γι’αυτό και την κάθε μας αστοχία δεν την θεωρούμε αμαρτία μα κάτι το δεδομένο, φυσιολογικό, αποδεχτό. Έχουμε συνθηκολογήσει με την αμαρτία,
γι’αυτό και η πνευματική μας ζωή είναι νεκρή.

Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλά μία διαπίστωση κάνω.
Συνεχώς ξερνούμε και μετά γυρίζουμε και τρώμε τα ξερατά μας. Αμαρτάνουμε και πριν καλά καλά η μεταμέλεια μας κτυπήσει την πόρτα ξαναμαρτάνουμε. Και το φοβερό είναι ότι δεν θεωρούμε ότι σφάλαμε, δεν θεωρούμε ότι αδικήσαμε, δεν θεωρούμε ότι παρεκκλίναμε του σκοπού της ζωή μας. Εάν πέσουμε μία φορά δεν σταματούμε, δεν τρέχουμε αμέσως στο πετραχήλι του πνευματικού μας για να αναστηθούμε αλλά λέμε με το λογισμό μας «αφού έπεσα μία φορά τώρα δεν πειράζει…ας ξαναπέσω. Όταν θα ξαναεπισκεφτώ τον πνευματικό μου τότε θα σταματήσω». Έχουμε δηλαδή την πτώση μας σχεδιασμένη. Όμως δεν ξέρουμε φίλοι μου πότε θα μας βρει ο θάνατος. Εάν πέσαμε μία φορά δεν χρειάζεται να πέφτουμε συνέχεια, ας σταματήσουμε στην μία φορά. Γιατί αν συνηθίσουμε να πέφτουμε με την δικαιολογία ότι «λερωθήκαμε λίγο άρα ποια η διαφορά του λίγο με το πολύ», τότε θα χάσουμε κάθε αίσθηση της πτώσης μας και με την πάροδο του χρόνου θα την θεωρούμε την φυσική μας κατάσταση.

Το να έχουμε αδελφοί μου εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραμένουμε ράθυμοι, αμελείς, αμετανόητοι. Η ουσία της χριστιανικής ελπίδος είναι ενεργητική, αυτό σημαίνει αγώνα και προσπάθεια στο στίβο των αρετών. Η ελπίδα χωρίς προσωπικό αγώνα είναι πλάνη και όλεθρος διότι οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνια απώλεια.
Χωρίς πραγματικό αγώνα και δίψα για τον Θεό, θα κοινωποιούμε το πρωί το συναξάρι της ημέρας και το βράδυ θα ποστάρουμε την φωτογραφία μας σε κάποιο μπαρ μ’ένα ποτό στο χέρι.
Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο.
Και όλα αυτά θα γίνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θα μας είναι πολύ φυσικό και το ένα και το άλλο. Ίδια αξία για μας θα έχει η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι και το ξενύχτι μας σε ένα κέντρο διασκέδασης.
Θα κάνουμε κυρήγματα περί Ορθοδόξου πνεύματος και συγχρόνως με την συμπεριφορά μας θα διχάζουμε, θα κατακρίνουμε, θα αυτοπροβαλόμαστε, χωρίς υπακοή, χωρίς ταπεινό και εκκλησιαστικό φρόνημα, χωρίς διάθεση για ομόνοια και ειρήνη. Θα «ορθοδοξούμε» πολεμώντας και θα νομίζουμε ότι είμαστε και «μάρτυρες της αληθείας», ενώ είμαστε φερέφωνα του διαβόλου.
Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για τα πνευματικά ενώ συγχρόνως το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ο τραπεζικός σου λογαριασμός, η ομορφιά του προσώπου σου, τα μοδάτα ρούχα σου, η αίγλη της κοινωνικής σου ζωής;

Φυσικά η πνευματική μας πρόοδο και σωτηρία πραγματώνεται δια της Χάριτος του Παρακλήτου όμως η Χάρις δεν έρχεται ουρανοκατέβατα, μαγικά, αλλά ενεργοποιείται δια της προσωπική μας προσπάθειας.
Ο Παράκλητος σκηνώνει μέσα μας όταν βρίσκει χώρο να το κάνει. Εάν δεν αδειάσουμε τον εαυτό μας απ΄όλα αυτά τα περριτά και μάταια ο Παράκλητος θα παραμένει εξόριστος.
Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;