Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΧΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΧΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Δήθεν Χριστούγεννα



ΤΑ ΔΗΘΕΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ» και οι θιασώτες τους.

Δηθενχριστουγεννιάτικη επιθεώρηση

Είναι πλέον πολύ έντονο στις μέρες μας η μόδα των «δήθεν χριστουγέννων». Πρόκειται, κατ΄ουσίαν, για ένα χειμωνιάτικο καρναβάλι. Μια προσπάθεια δηλαδή κάποιων ανθρώπων να ξεφαντώσουν (δεν με αφορά αυτό ιδιαίτερα), αλλά και να διαπομπεύσουν και να ξεφτίσουν τα πραγματικά Χριστούγεννα, ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ στις παιδικές καρδιές (αυτό αφορά όλους τους Ορθοδόξους χριστιανούς γονείς και τους τυχόν ανυποψίαστους που συμμετέχουν σε τέτοια καρναβάλια).



Πρόκειται για ανθρώπους – μέλη θιάσων ποικίλων φιλοσοφιών, τάξεως και επαγγέλματος (δάσκαλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, πολιτικοί, κ.α.). Άνθρωποι, είτε αδιάφοροι με την Πίστη των Ορθοδόξων (αλιβάνιστοι), είτε αντίχριστοι, είτε ανατολικών θρησκευτικών πεποιθήσεων (οπαδών της γιόγκα κ.α.), είτε δυτικοδιάνοιες (με προτίμηση στις «αμερικανιές» και τα φιλανθρωπικά γκαλά), είτε «άθεοι», είτε απλά μανιώδεις καταναλωτές. Ενίοτε σε αυτή την πάστα – κράμα εμπεριέχονται και ίχνη εθνομηδενιστών, φυλομηδενιστών, φιλοτομαριστών αλλά και ατερμάτιστων αναρχικών.

Το μεγάλο σφάλμα – ψέμα έγκειται στον μαγαρισμό της λέξεως Χριστούγεννα και του περιεχομένου της εορτής της Γεννήσεως του Χριστού. Η πονηριά – διαβολή είναι ότι χρησιμοποιούν μια «δήθεν χριστουγεννιάτικη» επικάλυψη στο καρναβαλικό τους ξεφάντωμα.

Πότε και πώς στήνουν ένα «δήθεν Χριστούγεννα».

Η συνταγή είναι απλή:

1. Επιλέγουν για ημερομηνία κάποια μέρα των παραμονών της ορθόδοξης εορτής των Χριστουγέννων.

2. Φέρνουν έναν ευτραφή ή –έστατο (χοντρούλη δηλ.) «βασιλάκη», κατα προτίμηση μπάσο στην φωνή για να βγαίνει καλά το χοχοχο, για να μοιράσει δωράκια στα παιδάκια.

3. Οργανώνουν το φαγητό (π.χ. hot dog κ.α. αρτύσιμα), τα γλυκά, χορό και ποτό.

4. Στολίζουν με γκί, κλώνους Ρούντολφ, ξωτικά με μυτερά αυτάκια σαν διαβολάκια (ταιριάζουν απίθανα) και άλλους κλώνους «βασιλάκια», δέντρα και μπάλες (γυαλιστερές ή χιονισμένες).

5. Από ένα τέτοιο καρναβάλι δεν γίνεται να λείπουν και οι μάσκες. Διαθέτει λοιπόν το πακέτο μουτσουνομουτζούρωματα και τατού.

Για να καταλάβουμε την διαβολή αυτή και τον μαγαρισμό της εορτής των Χριστουγέννων ας δούμε και,

πότε και πως στήνονται τα Ορθόδοξα, και άρα αληθινά Χριστούγεννα.

1. 40 μέρες πριν με νηστεία δηλ. (με τα άλλα που περιλαμβάνει η νηστεία) απέχουμε από κρέατα, αυγά, τυριά και… hot dog (απορώ πως οι ζωόφιλοι δεν αντιδρούν για αυτή την ονομασία).

2. Εγκράτεια.

3. Προσευχή.

4. Συχνή Εξομολόγηση.

5. Συχνότερος Εκκλησιασμός.

6. Θεία Μετάληψη.

Δηλαδή, καταλαβαίνετε αγαπητοί και καλοδιάθετοι αναγνώστες, ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ (μα καμία σας λέω) τα αληθινά με τα «δήθεν» και κίβδηλα, τα παραδοσιακά με τα «γιαλαντζί». Τα «δήθεν χριστούγεννα» ΔΕΝ είναι Χριστούγεννα. Συμμετέχοντας σε αυτά ΔΕΝ γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Απλά, γινόμαστε δήθεν με τους δήθεν.

Αυτό που πρέπει επίσης να καταλάβουν οι διοργανωτές των «δήθεν» είναι ότι είναι πολύ τίμιο, αξιοπρεπές και σεβαστό στην τελική, το να λέμε τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη. Όλα με το όνομά τους και την σημασία τους.

Τέλος, μην ξεχνάμε ότι (τα) «δήθεν» από (τους) «δήθεν» ισούται με ξυλοκέρατα, απαραίτητα προς χορτασμό της πνευματικής πενίας και πείνας.

Καλά και Ευλογημένα Χριστούγεννα.

παπα-Παύλος Καλλίκας

υ.γ.

Και μια μικρή καλοπροαίρετη ταπεινή συμβολή μου στα «δήθεν χριστούγεννα», με αποδέκτες τα σχολεία μας, τους συλλόγους μας και τους λοιπούς διοργανωτές (χωρίς πνευματικά δικαιώματα και οικονομική επιβάρυνση) … εεεε μέρες που είναι. Επισυνάπτω, λοιπόν, εναλλακτικές ονομασίες συνώνυμες με τα «δήθεν», προς άρση τυχόν παρεξηγήσεων:

Ρουντόλφγεννα, Κουραμπιεδογιορτές, Χειμωνιάτικο καρναβάλι, Γιορτή του τσίπουρου, Χορός των ξωτικών ή της δεντρόμπαλας, Μουτζουροπαντρέματα, Γιορτή της «σούπας».

adellinfm
ΔΗΘΕΝΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ σε προάστειο κοντά στο Σίδνεϋ, με τραγούδια, χορούς, φαγητά, παιχνίδια για τα παιδιά και προσωπομουντζουρώματα.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος: Ἡ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν




Πάλι ἡ ἐτήσια μνήμη τῶν σοφοτάτων καὶ θεοκηρύκων πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου μᾶς συνεκάλεσε στὸν πάνσεπτο καὶ ἱερὸ αὐτὸ ναό. Βέβαια, ὅλοι ἐσεῖς ποὺ συγκεντρωθήκατε ἐδῶ, τὸ κάνατε ἀπὸ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια πρὸς τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Καὶ ἡ εὐλάβεια καὶ προθυμία ποὺ δείχνετε εἶναι καλὴ καὶ ἐπαινετή, αὐτὸ ὅμως δὲν εὐχαριστεῖ τόσο τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους ὅσο τοὺς εὐχαριστεῖ τὸ νὰ εἴμαστε καλοὶ καὶ φρόνιμοι ἄνθρωποι καὶ νὰ τηροῦμε τὸν νόμο καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ τὶς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἁγίων Πατέρων τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει καλὸς καὶ φρόνιμος; Εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ γίνουν καλοὶ καὶ φρόνιμοι; Περὶ αὐτοῦ θὰ μιλήσω σήμερα.
Πολλοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι φυσικὸ στὸν ἄνθρωπο νὰ γίνει καλὸς ἢ κακός, ἀλλὰ ἀπατῶνται, διότι...
τὸ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι τὸ κακὸ εἶναι φυσικὸ εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Ὅσα ἔπλασε ὁ Θεὸς εἶναι πολὺ καλά. Ἡ ἀρετὴ εἶναι φυσικὸ στὸν ἄνθρωπο· ἡ κακία εἶναι παρὰ φύση. Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του.
Ὁ ἄνθρωπος λέγεται κατ' εἰκόνα Θεοῦ κατὰ τὴν ψυχή, τὸν νοῦ, τὸν λόγο, τὴ θέληση. Εἶναι ὁ Θεὸς ἀγαθός, μπορεῖ καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἂν θέλει, κατὰ τὸ δυνατόν, νὰ γίνει ἀγαθός. Εἶναι ὁ Θεὸς πρᾶος, μπορεῖ καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει πρᾶος. Εἶναι ὁ Θεὸς ἐλεήμων καὶ εύσπλαχνος, μπορεῖ καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει ἐλεήμων καὶ εύσπλαχνος.
Γιατί λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ἐνῶ εἶναι φυσικὴ ἡ ἀρετή, ἐνῶ μπορεῖ νὰ γίνει καλός, δὲν γίνεται; Ἡ αἰτία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀμέλεια τῶν γονέων καὶ τὴ λίγη φροντίδα ποὺ ἔχουν γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν τους. Ἄν οἱ γονεῖς παιδαγωγήσουν τὰ παιδιά τους μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ γίνουν καλοὶ ἄνθρωποι.
Πρέπει ὅμως κοντὰ στὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν παιδεία νὰ δείχνουν πρῶτα οἱ ἴδιοι το δικό τους καλὸ παράδειγμα. Ἐκεῖνα δηλαδὴ ποὺ συμβουλεύουν τὰ παιδιά τους νὰ τὰ κάνουν πρῶτα αὐτοί, διότι ἂν οἱ γονεῖς συμβουλεύουν τὰ παιδιά τους καὶ οἱ ἴδιοι δὲν κάνουν αὐτὰ ποὺ συμβουλεύουν, τὰ παιδιά τους δὲν ὠφελοῦνται καθόλου.

Εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνουν τὰ παιδιὰ σᾶς καλοὶ ἄνθρωποι ἂν ἐσεῖς οἱ γονεῖς δὲν τοὺς δώσετε τὸ καλὸ παράδειγμα. Τὸ καλὸ δέντρο κάνει καλοὺς καρποὺς καὶ οἱ καλοὶ γονεῖς κάνουν καλὰ παιδιά.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ καλὸ παράδειγμα, ἔχουν καθῆκον οἱ γονεῖς νὰ ἐκπαιδεύουν τὰ παιδιὰ τους ἀπὸ αὐτὴ ἀκόμη τὴ βρεφικὴ ἡλικία. Νὰ τὰ διδάσκουν τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, νὰ τοὺς κόβουν τὶς κακὲς ὁρμὲς καὶ ἐλαττώματα ποὺ παρουσιάζονται, νὰ μὴ τὰ κολακεύουν καὶ τοὺς κάνουν τὰ κακὰ θελήματα καὶ τὶς ὀρέξεις.
Στὸ ἄγραφο χαρτὶ ὅ,τι γράμματα γράψεις, θὰ μείνουν ἀνεξάλειπτα. Καὶ τὸ μικρὸ παιδί, ὅ,τι μάθει καὶ διδαχτεῖ ἀπὸ μικρό, αὐτὸ θὰ μείνει ἀνεξάλειπτο καὶ ὅταν γεράσει. Στὴ μικρὴ καὶ τρυφερὴ ἡλικία δίδαξε, νουθέτησε τὸ παιδί σου, ὥστε ὅταν γεράσει νὰ θυμᾶται τὴ διδασκαλία.
Σ' ἐκεῖνες τὶς πράξεις ποὺ συνήθισε κανεὶς ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, σ' αὐτὲς εὐχαριστιέται καὶ ὅταν γεράσει, εἴτε καλὲς εἶναι εἴτε κακές. Μάλιστα ἡ κακία, ὅταν ἀπὸ μικρὸς συνηθίσει κανείς, ὅταν μεγαλώσει, τριπλασιάζεται.
Ὅσοι λοιπὸν θέλετε τὰ παιδιά σας νὰ γίνουν καλοὶ ἄνθρωποι καὶ νὰ εὐφρανθεῖτε μὲ τὴν πρόοδό τους, νὰ τὰ συνηθίσετε ἀπὸ μικρὰ στὴν εὐσέβεια. Ἄν φροντίζετε μόνο πῶς νὰ πλουτίσετε τὰ παιδιά σας καὶ νὰ τοὺς ἀφήσετε κληρονομιὰ καὶ δὲν φροντίζετε γιὰ τὴν ἀνατροφή τους, κι ἐσεῖς εἶστε δυστυχεῖς καὶ τὰ παιδιά σας θὰ ἀποβοῦν μιὰ μέρα δυστυχῆ καὶ ἐπιβλαβῆ στόν εαυτό τους καὶ στὴν κοινωνία.
Ἀπὸ παλιὸ χειρόγραφο τοῦ Γέροντα Φιλοθέου Ζερβάκου, πρὸ τοῦ 1930.
Περιοδικὸ «Ὅσιος Φιλόθεος τῆς Πάρου» 29, Εκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, σελ. 37, ἄρθρο «Εἰς τὴν ἑορτὴν τῶν πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου (Περὶ ἀνατροφῆς τῶν τέκνων)» (ἀποσπάσματα).

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

"Γονεῖς, μὴν ἀπελπίζεσθε γιὰ τὰ ζωηρὰ παιδιά σας" (+π. Αὐγουστίνου Καντιώτου)

Ο ἱερὸς Αὐγουστῖνος εἶνε μιὰ σάλπιγγα τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ὁ ἦχος της φτάνει στὰ πέρατα τοῦ κόσμου. Εἶνε ἕνας μεγάλος ποταμός, ποὺ ἀρδεύει τὸ γεώργιον τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Εἶνε ἕνας κῆπος μὲ ποικίλα ἔγχρωμα ἄνθη, ποὺ ἀποπνέουν ἄρωμα Ὀρθοδοξίας. Εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ δέκα μεγάλα πνεύματα ποὺ ἀνέδειξε ἡ ἀνθρωπότης.
Ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι· «Ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα». Ἔτσι καὶ ἀπὸ λίγες σελίδες τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου μποροῦμε ν᾿ ἀναλογισθοῦμε τὴν τεραστία φυσιογνωμία του.
Θὰ σταθοῦμε σὲ τρία σημεῖα τῆς ζωῆς του.
Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος στὰ παιδικά του χρόνια ἦταν πολὺ ζωηρός. Τὸ σχολεῖο τὸ ἀπέφευγε. Γύριζε στοὺς δρόμους. Ἔκανε παιχνίδια μὲ τοὺς συμμαθητάς του. Πηδοῦσε φράχτες, ἀνέβαινε βουνά. Πῆγε κάποτε στὸν κῆπο ἑνὸς γείτονα καὶ ρήμαξε τὴν ἀχλαδιά του...
Ζωηρὸ παιδί. Ἀλλ᾿ εὐτύχησε νὰ ἔχῃ γονεῖς. Διότι πολλὰ παιδιὰ φαίνεται ὅτι ἔχουν γονεῖς μὰ δὲν ἔχουν. Τὸ νὰ γεννήσῃ κανεὶς παιδὶ εἶνε εὔκολο· εἶνε φυσικὸ φαινόμενο καὶ συναντᾶται σὲ...
ὅλη τὴν φυσιολογικὴ κλίμακα τῶν ζῴων. Ὄχι λοιπὸν τὸ γεννᾶν ἀλλὰ τὸ ἀνατρέφειν, αὐτό εἶνε τὸ δυσκολώτερο. Ἡ ἀνατροφὴ εἶνε «τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν».
Ὁ μικρὸς Αὐγουστῖνος εἶχε γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὁ Πατρίκιος, ἂν καὶ εἰδωλολάτρης, ἦταν πολὺ αὐστηρός. Ἦταν χαλινάρι στὴν ζωηρότητα τοῦ παιδιοῦ του, καὶ πολλὲς φορὲς τὸ τιμωροῦσε αὐστηρά. Δὲν ἔμοιαζε μὲ τοὺς σημερινοὺς γονεῖς, ποὺ ἀνέχονται τὰ πάντα κι ἀφήνουν τὰ παιδιὰ ἀσύδοτα.
Πέρασαν τὰ χρόνια κι ὁ πατέρας πέθανε. Στὶς Ἐξομολογήσεις του τὸν μνημονεύει. Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, λέει, διότι μοῦ ἔδωσες αὐστηρὸ πατέρα, ποὺ μὲ συγκρατοῦσε στὴν ἀτίθασο ἡλικία μου.
Αὐστηρὸς ὁ πατέρας, καὶ ὅμως ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος τὸν εὐγνωμονεῖ. Ἀλλὰ περισσότερο εὐγνωμονεῖ τὴν ἁγία του μητέρα, τὴ Μόνικα, ποὺ ὑπενθυμίζει μεγάλες φυσιογνωμίες τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Ἡ Μόνικα ἦτο μία ἡρωΐδα ἀφωσιωμένη στὸ παιδί της. Καὶ ὅταν ὁ Αὐγουστῖνος μεγάλωσε καὶ ἐξέκλινε ἀπὸ τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου καὶ περιέπεσε σὲ πλάνες καὶ σὲ συστήματα ξένα πρὸς τὸν χριστιανισμό, ἡ ἁγία Μόνικα ἔκλαιγε. Πῆγε τότε στὸν ἅγιο ἐπίσκοπο Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων καὶ τὸν ρωτοῦσε, ἐὰν ὁ Αὐγουστῖνος θὰ σωθῇ. Καὶ ὁ ἐπίσκοπος ἀπήντησε· «Ὕπαγε εἰς εἰρήνην· παιδί, γιὰ τὸ ὁποῖον ἡ μάνα του χύνει τόσα δάκρυα, εἶνε ἀδύνατον νὰ χαθῇ».
Καὶ πράγματι ἦρθε καὶ γι᾿ αὐτὸν ἡ ὥρα τῆς χάριτος. Μιὰ μέρα, καθὼς βρισκόταν στὸν κῆπο, ἄκουσε μιὰ μυστηριώδη φωνή· Αὐγουστῖνε, «πάρε καὶ διάβασε». Ὑπήκουσε στὴ φωνὴ αὐτή, ὅπως ἄλλοτε ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὑπήκουσε στὴ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔλεγε «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς…» (Ματθ. 19,21). Ἀπὸ τὴ φωνὴ ἐκείνη συγκλονίσθηκε. Δίπλα του βρέθηκε ἡ ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ μάτια του ἔπεσαν στὸ χωρίο τῆς πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολῆς ὅπου ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· «Ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός» (Ῥωμ. 13,12).
Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη πῆρε τὴν ὁριστικὴ ἀπόφασι νὰ γίνῃ Χριστιανός.
Καὶ τὸ τρίτο σημεῖο, πολὺ κατάλληλο καὶ ὠφέλιμο στὴ γενεά μας ποὺ ἔστησε εδωλα στὸν ὀρθολογισμὸ καὶ τὸν σκεπτικισμό, εἶνε τὸ ἑξῆς. Διαβάζοντας τὸ Εὐαγγέλιο σκόνταψε ἡ μεγάλη διάνοιά του στὸ σπουδαιότερο δόγμα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδος. Ἕνας Θεός, ἀλλὰ τρισυπόστατος, Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιον Πνεῦμα – ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον. Σ᾿ αὐτὸ τὸ δόγμα, στὴν «ἐξίσωσι» αὐτή, ὅτι ἕνα εἶνε τρία καὶ τρία εἶνε ἕνα, σκόνταψε ὡσὰν σὲ πρόβλημα ἀλγέβρας. Ἄλυτο καὶ μυστηριῶδες. Διάβαζε, προσπαθοῦσε νὰ τὸ λύσῃ, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε.
Ζαλισμένος ὅπως ἦτο, ἔκανε περίπατο στὴν παραλία τοῦ Ἱππῶνος, στὴν Ἀφρική. Ἐκεῖ στὴν ἀμμουδιὰ βλέπει ἕνα ξανθὸ χαριτωμένο παιδάκι. Εἶχε ἀνοίξει μιὰ λακκούβα στὴν ἄμμο καὶ μὲ ἕνα κουβαδάκι προσπαθοῦσε νὰ μεταφέρῃ νερὸ ἀπὸ τὴ θάλασσα.
―Τί κάνεις ἐκεῖ, παιδί μου; τὸ ἐρωτᾷ.
Κ᾿ ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἦταν παιδὶ ἀλλὰ ἄγγελος ὑπὸ μορφὴν παιδιοῦ, ἀπαντᾷ·
―Βλέπεις αὐτὴ τὴ θάλασσα; Μ᾿ αὐτὸ τὸ κουβαδάκι θὰ τὴν ἀδειάσω.
―Τί λές, παιδάκι μου; Εἶνε δυνατὸν αὐτό; Ἡ θάλασσα εἶνε ἀνεξάντλητη.
―Ἂν αὐτὸ εἶνε ἀδύνατον, λέει ὁ ἄγγελος, πῶς ζητᾷς ἐσὺ μὲ τὸ μικρό σου μυαλὸ ν᾿ ἀδειάσῃς τὸν ὠκεανὸ τῆς θεότητος;
Σοφὴ ἡ ἀπάντησις. Ἐὰν χωροῦν μέσα σ᾿ ἕνα ποτήρι οἱ ὠκεανοὶ καὶ οἱ θάλασσες, τότε μπορεῖ νὰ χωρέσῃ στὴν μικρὰ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος.


Τί διδασκόμεθα ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ σημεῖα; Ἕνα πρᾶγμα· Μὴν ἀπελπίζεσθε. Μακριά ἀπὸ μᾶς ἡ ἀπελπισία.
Γονεῖς! Ζωηρὸς ἦταν ὁ μικρὸς Αὐγουστῖνος, καὶ τὰ σημερινὰ παιδιὰ εἶνε πολὺ ζωηρά. Ἂν ὑποφέρετε ἀπὸ παιδιὰ ἀτίθασα, μὴν ἀπογοητεύεσθε. Ἡ παιδαγωγικὴ ἱστορία διδάσκει, ὅτι τὰ ζωηρὰ παιδιὰ πολλὲς φορὲς ἀναδεικνύονται μεγάλοι ἄνδρες. Ἡ ζωηρότης σὲ πολλὲς περιπτώσεις εἶνε τεκμήριο ζωτικότητος, δεῖγμα ἐνθουσιώδους ἀνθρώπου, ἔνδειξις ὅτι μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ ὑπάρχει ἡφαίστειο· ἔχει ἀνάγκη μόνο ἀπὸ χαλιναγώγησι. Μὴν ἀπελπίζεσθε γιὰ τὰ ζωηρὰ παιδιά. Μεταχειρισθῆτε ὅλα τὰ μέσα τῆς παιδαγωγικῆς· καὶ ἐπιείκεια, καὶ ἔπαινο, καὶ αὐστηρότητα, καὶ πρὸ παντὸς ἀγάπη. Παραπάνω ὅμως ἀπ᾿ ὅλα νὰ γονατίζετε ὅπως ἡ ἁγία Μόνικα ἐμπρὸς στὸ εἰκονοστάσι. Καὶ νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι, ὅταν ἐσεῖς δὲν ὑπάρχετε σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή, τὸ παιδί, ποὺ ἀναθρέψατε ἔτσι, θὰ ἔρθῃ στὸν τάφο σας καὶ θὰ πῇ· Μάνα-πατέρα, σᾶς εὐχαριστῶ!
Ἀκόμα. Πιστοί! Μὴν ἀπελπίζεσθε γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς. Μειονότης εἶνε οἱ Χριστιανοὶ ποὺ ζοῦν κατὰ Θεόν· οἱ ἄλλοι, ἡ πλειονότης, εἶνε ψυχροὶ σὰν τὸ Βόρειο Πόλο καὶ ἀδιάφοροι, ἄλλοι δὲ βάναυσοι ἢ ἄπιστοι καὶ ἄθεοι. Μὴν ἀπελπίζεσθε γι᾿ αὐτούς. Θὰ ἔρθῃ καὶ γι᾿ αὐτοὺς ἡ ὥρα τῆς χάριτος, ὅπως ἦρθε γιὰ τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο καὶ ὅπως ἦρθε γιὰ τὸ λῃστή, ποὺ εἶπε τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).
Μὴν ἀπελπίζεσθε, γονεῖς, γιὰ τὰ παιδιά. Μὴν ἀπελπίζεσθε, πιστοί, γιὰ τοὺς ἀπίστους. Δὲν θὰ νικήσουν τὰ θηρία· θὰ νικήσῃ τὸ ἐσφαγμένον Ἀρνίον, ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος.
Καὶ σεῖς τέλος, Χριστιανοὶ μελετηταί! Μὴ ἀπελπίζεσθε γιὰ τὴν ἁγία Γραφή.
Πολλὲς φορὲς συνέστησα· Διαβάζετε τὴν ἁγία Γραφή. Μοῦ ἀπαντοῦν· Δὲν τὴν καταλαβαίνουμε. Καὶ εἶνε ἀλήθεια, ὅτι ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε θάλασσα ἀπέραντη. Ἀλλ᾿ ὅπως ἡ θάλασσα στὴν παραλία εἶνε ῥηχὴ καὶ μπορεῖ νὰ παίξῃ ἐκεῖ κ᾿ ἕνα μικρὸ παιδί, ἀλλ᾿ ἔχει καὶ βαθειὰ μέρη ποὺ μόνο Δήλιοι κολυμβηταὶ μποροῦν νὰ κολυμπήσουν, ἔτσι εἶνε καὶ ἡ ἁγία Γραφή. Ὑπάρχουν χωρία ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ καταλάβῃ κ᾿ ἕνα μικρὸ παιδί· ἀλλ᾿ ὑπάρχουν καὶ χωρία δύσκολα, ποὺ οὔτε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος οὔτε κανεὶς ἄλλος μπορεῖ νὰ τὰ συλλάβῃ. Ἄφησε, λοιπόν, τὰ βαθειὰ χωρία, καὶ ἀσχολήσου μὲ τὰ σχετικῶς εὔκολα.
Ἐπαναλαμβάνω. Γονεῖς, μὴν ἀπελπίζεσθε γιὰ τὰ παιδιά σας. Πιστοί, μὴν ἀπελπίζεσθε γιὰ τοὺς ἀπίστους καὶ τοὺς ἀθέους. Χριστιανοὶ μελετηταί, μὴν ἀπελπίζεσθε ὅταν δυσκολεύεσθε νὰ καταλάβετε τὴν ἁγία Γραφή.
Διαβάζετέ την ὅπως τὴν διάβαζε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος. Σᾶς δίδω ἱερὸ κανόνα· διαβάζετε κάθε μέρα τὴν ἁγία Γραφή. Εἶνε καύχημά μας, ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα καυχήματα. Ὅπως ἀπ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες ὁ Θεὸς ἐξέλεξε ὡς μητέρα του τὴν Παρθένο Μαρία, ἔτσι καὶ ἀπ᾿ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου διάλεξε τὴν ἑλληνικὴ γιὰ νὰ γραφῇ τὸ Εὐαγγέλιό του. Αὐτὸ εἶνε προνόμιο τῆς φυλῆς μας. Ἐν τούτοις οἱ Ἕλληνες δὲν ἀνοίγουμε τὴν ἁγία Γραφή…
Διαβάζετε τὸ Εὐαγγέλιο ἡμέρα καὶ νύχτα. Δὲν εμεθα Χριστιανοὶ ἂν δὲν τὸ διαβάζουμε. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε τὸ ὡραιότερο βιβλίο τοῦ κόσμου. Εἶνε τὸ σύνταγμά μας. Ἐὰν ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἐφαρμόζαμε ὡς σύνταγμα τὸ Εὐαγγέλιο, σήμερα ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦταν διεθνὴς παράδεισος, ὑπόδειγμα λαοῦ.


Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα νὰ πῶ σήμερα στὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου, καὶ εθε ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου νὰ σκέπῃ καὶ νὰ φυλάττῃ πάντας ἡμᾶς. Ἀμήν.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΗ (Πρωτοπρεσβύτερος Matei Vulcanescu)

Ὁ σκοπός τῆς ἐπίγειας ζωῆς εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς. Αὐτό μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ μόνο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ὑπάρχει σωτηρία ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας; Εἶναι οἱ μάρτυρες τῶν ἑτερόδοξων ἀληθινοί μάρτυρες γιά τόν Χριστό;

Αὐτό εἶναι ἕνα ἐρώτημα, πού ἀπασχολεῖ ὅλους ὅσους ἐπιθυμοῦν τήν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν τους στήν ἀνθρωπότητα. Καί εἶναι ἀπόδειξη ἀλτρουϊσμοῦ καί ἀγάπης νά ἐπιθυμεῖ κάποιος νά σωθοῦν ὅλοι, ὁμοιάζοντας ἔτσι μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»[2].


Γι' αὐτό καί ἡ σωτηρία τῶν μή Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν μας στήν ἀνθρωπότητα, πρέπει νά εἶναι μέσα στήν ψυχή μας ὡς μιά συνεχής ἔγνοια. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει : «Πῶς μποροῦμε νά εἴμαστε τόσο δειλοί, ὥστε νά εἴμαστε εὐχαριστημένοι μέ τήν σωτηρία μας, μέ δεδομένο ὅτι θέτουμε σέ κίνδυνο τήν ἴδια τήν σωτηρία μας, ἄν δέν φροντίζουμε καί γι’ αὐτή τῶν ἄλλων; Ἔτσι, σέ μιά μάχη, ὅποιος δέν σκέφτεται παρά τό πῶς θά ξεφύγει, τρέχοντας μακριά, χάνει καί τόν ἑαυτό του, πρίν χάσει καί τούς δικούς του· ἀλλά ὅποιος ἀγωνίζεται γενναῖα, γιά νά βγάλει τούς συντρόφους του ἀπό τόν κίνδυνο, σώζεται καί ὁ ἴδιος, καί γλυτώνει καί τούς ἄλλους. Αὐτή ἡ ζωή εἶναι ἕνας συνεχής πόλεμος καί οἱ ἐχθροί εἶναι πάντα παρόντες, πολεμώντας ἔτσι ὅπως μᾶς προστάζει ὁ αὐτοκράτορας καί κεφαλή μας»[3].



Συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος : «Ἀκοῦστε τά λόγια, πού λέει στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ [ὁ προφήτης Ἱερεμίας[4]] καί εἶναι ὡς ὁ Θεός νά λέγει : « Ὅποιος κάνει γνωστή τήν ἀλήθεια στόν πλησίον του, ὅποιος τόν φέρει ἀπό τό κακό στήν ἀρετή, μέ μιμεῖται κατά τό δυνατόν τῆς ἀνθρώπινης φύσεως»[5].



Ἀπό αὐτήν τήν ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, βλέπουμε ὅτι αὐτή ἡ ἔγνοια γιά τήν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μας, τόσο γιά τούς ὀρθῶς πιστεύοντες χριστιανούς, ὅσο καί γιά τούς μή χριστιανούς ἤ κακῶς πιστεύοντες (αἱρετικούς, ἀθέους ἤ παγανιστές), εἶναι καλή ἔγνοια.



Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος λέγει στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή ὅτι ἡ σωτηρία δέν ἔρχεται ἀπό τίς πράξεις τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ Χριστός εἶναι τό τέλος τοῦ νόμου, τό πλήρωμα τοῦ νόμου. Ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν μποροῦσε νά φέρει μόνος του τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός ἦταν προπαρασκευστικός, γιά νά δεχθεῖ ἡ ἀνθρωπότητα τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός εἶναι τό πλήρωμα τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν, καί ὁ ἄνθρωπος, ὅσο καλός καί ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά σωθεῖ μόνο μέ τίς καλές του πράξεις. Ἔτσι, ἡ αὐστηρή ἐκπλήρωση τοῦ Νόμου καί τά καλά ἔργα, χωρίς πίστη στόν Χριστό, δέν ἔχουν τήν δυνατότητα νά φέρουν τήν σωτηρία[6].



Ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος λέγει : «ἐάν ὀμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον ᾿Ἰησοῦν, καί πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεός αὐτόν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· καρδίᾳ γάρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δέ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν»[7].



Ἑπομένως, ἡ σωτηρία δέν εἶναι προϊόν ἀνθρώπινης προσπάθειας. «Τῇ γάρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως· καί τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τίς καυχήσηται»[8]. Ἡ σωτηρία ἔρχεται μέσῳ τῆς ὀρθῆς πίστης στόν Ἰησοῦ Χριστό, δηλαδή σάν δῶρο, πού τό λαμβάνουμε.



Ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων : «Ὁ Σωτήρας ὑπέμεινε αὐτά τά πράγματα (σταύρωση, θάνατο, ἐμπαιγμό) καί ἔφερε εἰρήνη μέ τό αἷμα τοῦ Σταυροῦ Του, ἐπειδή ἤμασταν ἐχθροί τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἁμαρτία ... ὁ Χριστός ἔφερε ἐπί ξύλου τίς ἁμαρτίες μας στό σῶμα Του, ὥστε μέσῳ τοῦ θανάτου Του νά μπορέσουμε νά θανατώσουμε τήν ἁμαρτία καί νά ζήσουμε μέ δικαιοσύνη»[9]. Καί αὐτήν τήν ὀνομάζουμε γενική ἤ ἀντικειμενική σωτηρία. Αὐτό σημαίνει ὅτι δυνητικά εἴμαστε ὅλοι σεσωσμένοι, ἀλλά κάθε ἄτομο θά πρέπει νά ἀποκτήσει τούς καρπούς τῆς ἐνσάρκωσης, τῆς θυσίας, τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τήν ἀπόκτηση αὐτῆς τῆς θυσίας τήν ὀνομάζουμε ὑποκειμενική σωτηρία καί ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἕνωση κάθε ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία μέσῳ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος.



Ὁ Χριστός μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά σωθοῦμε, δέν μᾶς σώζει χωρίς τήν θέλησή μας, ἀλλά μᾶς ἀνοίγει τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, δυνατότητα ἀνύπαρκτη μέχρι τήν Ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Μέχρι τότε, σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πήγαιναν στόν χῶρο τῶν νεκρῶν, στόν Ἅδη, παραμένοντας ἀθάνατη ἡ ψυχή, ἀλλά ὄχι καί σέ κοινωνία μέ τόν Θεό. Ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ παραμένει σέ ἰσχύ καί μετά τόν σωματικό θάνατο, καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι σέ ἐπαφή μέ τά ἔκπτωτα πνεύματα καί τίς προγονικές ψυχές στήν κατάσταση τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς, ὁ Χριστός ἀνοίγει τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας, ἀλλά δέν δίνει αὐτόματα τήν σωτηρία σέ ὅλους, ἀνεξάρτητα μέ τήν κατάστασή τους μπροστά Του, ἀνεξάρτητα ἀπό τά πάθη τους καί ἀπό τίς συνέπειές τους καί τήν ζωή τους. Σωτηρία σημαίνει, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κοινωνία μέ τόν Ἀναστάντα Χριστό.



Ἡ σωτηρία ξεκίνησε μέ τήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη, ὅπου βρισκόταν καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ πιό μεγάλος ἄνδρας, πού γεννήθηκε ἀπό γυναίκα. Ἀπό τήν κόλαση δέν ἔφυγαν μέ τόν Χριστό ὅλες οἱ ψυχές, ἀλλά μόνο οἱ Δίκαιοι, ἀπό κάθε ἔθνος, οἱ ὁποῖοι εἶχαν κάνει τήν ἐπιλογή τους στήν ἐπίγεια ζωή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν ΛΣΤ΄ (36η) ὁμιλία του στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, ἐξηγεῖ ὅτι, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁ Χριστός δέν εἶχε κατέβει ἀκόμα στόν Ἅδη, ἔπρεπε καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής νά πάει στόν Ἅδη, ὅπως κάθε ἄλλη ψυχή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει : «Ἡ τωρινή μας ζωή εἶναι ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας (οἱ ἐπιλογές μας), μετά τόν θάνατο θά εἶναι ἡ κρίση καί ἡ κατάκριση˙ διότι λέγει ἡ Ἁγία Γραφή «ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου· ἐν δέ τῷ Ἅδη τίς ἐξομολογήσεταί σοι»[10]; Κατόπιν μᾶς δείχνει ὅτι ἡ σωτηρία ἔχει ἔρθει μόνο μέ τήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη : «ὅτι συνέτριψε πύλας χαλκάς καί μοχλούς σιδηροῦς συνέθλασεν»[11] μέσῳ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ! Τότε, γιά πρώτη φορά, ἀποκαλύφθηκε τό ἀθάνατο σῶμα, διαλύοντας τήν τυραννία τοῦ θανάτου. Ἐπιπλέον, αὐτό δείχνει ὅτι διαλύθηκε ἡ δύναμη τοῦ θανάτου, ἀλλά ὄχι καί ὅτι συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες αὐτῶν, πού πέθαναν πρίν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. «Λέγω δέ ὑμῖν ὅτι Σοδόμοις ἐν τῇ ἡμέρα ἐκείνη ἀνεκτότερον ἔσται ἤ τῇ πόλει ἐκείνη»[12]. Θά τιμωρηθοῦν οἱ κάτοικοι τῶν Σοδόμων καί τῶν Γομόρρων˙ θά τιμωρηθοῦν πιό ἤπια, ἀλλά θά πρέπει νά τιμωρηθοῦν. Παρόλο πού ἔλαβαν στήν γῆ τήν μεγαλύτερη τιμωρία, παρά ταῦτα δέν θά γλυτώσουν καί τήν μελλοντική τιμωρία… Μήπως ὑπάρχει ἐδῶ μιά ἀδικία; Σίγουρα ὄχι! Γιατί εἶχαν τήν δυνατότητα νά σωθοῦν τότε, ἀκόμα καί ἄν δέν εἶχαν ὁμολογήσει τόν Χριστό. Τόν καιρό ἐκεῖνο δέν τούς ζητοῦνταν κάτι τέτοιο ἀπό τόν Θεό, παρά μόνο τό νά μήν θυσιάζουν στά εἴδωλα καί νά πιστεύουν τόν Ἀληθινό Θεό … Γι’ αὐτόν τόν λόγο θαυμάζουμε τούς τρεῖς νέους στή Βαβυλώνα, γιατί ἔζησαν μιά λαμπρή ζωή, γεμάτη ἀπό καλές πράξεις καί γιατί φύλαξαν αὐτή τήν γνώση τοῦ Θεοῦ. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι τίποτε περισσότερο δέν τούς ζητήθηκε. Τότε ἡ γνώση μόνο τοῦ Θεοῦ ἦταν ἀρκετή, γιά νά σωθεῖ κάποιος»[13]. Ἡ σωτηρία θά ἐρχόταν μέ τήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἄδη, ὅπου βρίσκονταν οἱ δίκαιοι μαζί μέ τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι, μετά τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία εἶναι δυνατή μόνο μέσῳ τῆς γνώσης Του : «Ἀλλά τώρα, ὄχι, εἶναι ἀναγκαία καί ἡ γνώση του Χριστοῦ… Ἀλλά, εἶναι δίκαιο νά ριχθοῦν στήν κόλαση καί αὐτοί, πού δέν εἶχαν ἀκούσει γιά τήν κόλαση; Θά ποῦν : Ἐάν μᾶς εἴχατε ἀπειλήσει μέ τήν κόλαση, θά εἴχαμε φοβηθεῖ καί θά ἤμασταν πιό σοφοί! Δέν πιστεύω! Ὅπως καί ἐμεῖς σήμερα ἀκοῦμε κάθε μέρα νά μιλᾶνε γιά τήν κόλαση, ἀλλά δέν νοιαζόμαστε καθόλου… τό νά στενοχωρέσεις τόν Χριστό εἶναι πιό τρομερό καί τρομακτικό ἀπό τήν κόλαση…»[14]. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς δείχνει ὅτι ὁ Θεός δέν ἀφήνει κανέναν στό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πάντα προνοεῖ, ὥστε κάθε ἄνθρωπος νά Τόν γνωρίσει, εἴτε στήν Παλαιά Διαθήκη, εἴτε στήν Καινή Διαθήκη, δέν ἔχει σώσει ὅμως κανένα μέ τή βία. Αὐτός εἶναι ὁ καρπός τῆς ἐλευθερίας, τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός δέν μᾶς σώζει μέ τήν βία. Ἔτσι, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες, ὁ Χριστός μᾶς ἔδωσε τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας καί αὐτό εἶναι ὁ καρπός τῆς ἀνθρώπινης συνεργασίας μέ τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποία λαμβάνουμε μόνο μέ τήν ἀνθρώπινη ἐπιθυμία καί μέσῳ τῆς Ὀρθόδοξης χριστιανικῆς διδασκαλίας.



Ὁ αἱρετικός Ὠριγένης μιλοῦσε γιά ἀποκατάσταση, δηλαδή εἶχε ὑποπέσει στήν αἵρεση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα καί οἱ δαίμονες μακροπρόθεσμα θά σωθοῦν, ἄσχετα ἄν ἦταν παγανιστές, αἱρετικοί ἤ ἔκπτωτοι ἄγγελοι.



Ὁ Πελάγιος, αἱρετικός τοῦ 5ου αἰώνα μ.Χ., ἀρνοῦνταν τήν Χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὡς ἀπολύτως ἀπαραίτητη γιά τήν σωτηρία, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἀσχέτως μέ τό τί πιστεύει, μπορεῖ νά σωθεῖ, ἄν κάνει καλές πράξεις. Ὡς ἐκ τούτου ἡ αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ δήλωνε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀνήκει στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιά νά σωθεῖ, γιατί εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ καλές του πράξεις.



Αὐτή ἡ αἵρεση, πού ἐμφανίστηκε στήν Ἀνατολή, καταδικάσθηκε ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Orange (πόλη τῆς Γαλλίας) τό 530 μ.Χ. μέ σκοπό νά ἐξαλειφθεῖ.



Δυστυχῶς, αὐτή ἡ αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ ἐπανέρχεται σήμερα ὑπό τήν μορφή τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού ἐπιβεβαιώνει τόν δογματικό μινιμαλισμό, σέ ἐπεκτεινόμενη μορφή, ἡ ὁποία πρεσβεύει ὅτι εἶναι ἀρκετό νά κάνεις καλές πράξεις, σέ ὅποια θρησκεία καί νά βρίσκεσαι, γιά νά σωθεῖς, καί σέ συνοπτική μορφή, (κυκλοφόρησε ἀπό τό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο «Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων) ὅτι δηλαδή εἶναι ἀρκετό γιά κάποιον νά εἶναι βαπτισμένος στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί νά πιστεύει στόν Χριστό σάν προσωπικό Σωτήρα, γιά νά εἶναι στό δρόμο τῆς σωτηρίας.



Ὑπάρχει καί ἡ παρερμηνεία τῆς περικοπῆς ἀπό τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολή˙ «ὅταν γάρ ἔθνη τά μή νόμον ἔχοντα, φύσει τά τοῦ νόμου ποιῆ, οὗτοι νόμον μή ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου γραπτόν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν … ἐν ἡμέρα ὅτε κρινεῖ ὁ Θεός τά κρυπτά τῶν ἀνθρώπων κατά τό εὐαγγέλιόν μου διά Ἰησοῦ Χριστοῦ»[15].



Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δέν λέει ὅτι οἱ παγανιστές θά σωθοῦν, ἐπειδή ἔχουν μέσα τους τό νόμο τῆς συνειδήσεως, πού εἶναι ἔμφυτος ἀπό τόν Θεό σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, σάν ἕνας δέκτης, γιά νά μπορέσουν νά τόν ἀναγνωρίσουν ὡς Δημιουργό, ἀλλά δηλώνει ὅτι αὐτή ἡ συνείδηση τῆς διάκρισης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ τόν κρίνει ἤ τόν ὑπερασπίζεται. Ἀλλά, ὄχι ὅτι αὐτό τόν σώζει. Ἀντιθέτως, στό κείμενο στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή αὐτό ἀκριβῶς τό πράγμα ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι χωρίς τήν πίστη στόν Χριστό, ἀκόμα καί ἄν εἶσαι Ἰουδαῖος, ὑπό νόμον, ἤ παγανιστής, ὑπό τό νόμο τῆς φύσης, δέν μπορεῖς νά σωθεῖς χωρίς νά μπεῖς σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό.



Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τό ἀνωτέρω χωρίο ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, λέγει : «… «Γιατί ὅσοι ἁμάρτησαν χωρίς νόμο, θά καταδικασθοῦν σέ ἀπώλεια χωρίς τό νόμο˙ καί ὅσοι ἁμάρτησαν μέ νόμο, θά κριθοῦν με βάση το νόμο». Ἐδῶ, λοιπόν, ὄχι μόνο δείχνει τήν ἱσοτιμία Ἰουδαίου καί Ἕλληνα, ἀλλά καί πώς ὁ Ἰουδαῖος ἐπιβαρύνεται πολύ ἀπό τή χορήγηση τοῦ νόμου. Γιατί ὁ Ἕλληνας κρίνεται χωρίς τό νόμο. Τό «χωρίς νόμο», ἐδῶ δέ σημαίνει τό πιό δυσάρεστο, ἀλλά τό πιό μαλακό˙ δηλαδή δέν ἔχει τό νόμο κατήγορο. Γιατί τό «χωρίς νόμο», δηλαδη χωρίς τήν κατηγορία τοῦ νόμου, σημαίνει, καταδικάζεται μόνο ἀπό τούς φυσικούς συλλογισμούς. Ὁ Ἰουδαῖος ὅμως κρίνεται μέ βάση τό νόμο, δηλαδή, μαζί μέ τή φύση εἶναι καί ὁ νόμος κατήγορος. Γιατί ὅσο περισσότερο δέχθηκε τή φροντίδα, τόσο περισσότερο θά τιμωρηθεῖ.



Βλέπεις πῶς παρουσίασε μεγαλύτερη τήν ἀνάγκη στούς Ἰουδαίους, γιά νά τρέξουν στή Χάρη; Ἐπειδή, λοιπόν, ἔλεγαν ὅτι δέν χρειάζονται τή Χάρη, σωζόμενοι μόνο μέ τό νόμο, δείχνει πώς αὐτοί τή χρειάζονται περισσότερο ἀπό τούς Ἕλληνες, ἀφοῦ βέβαια πρόκειται νά τιμωρηθοῦν περισσότερο…».



Καί συνεχίζει ὁ χρυσορρήμων : «… Γιατί ὅταν οἱ ἐθνικοί, πού δέν ἔχουν νόμο, κάνουν ἀπό τή φύση ὅσα ὁρίζει ὁ νόμος, εἶναι πολύ καλύτεροι ἀπό αὐτούς, πού διδάσκονται ἀπό τό νόμο… «Γιατί ὅταν οἱ ἐθνικοί, πού δέν ἔχουν νόμο, κάνουν ἀπό τή φύση ὅσα ὁρίζει ὁ νόμος, αὐτοί χωρίς νά ἔχουν νόμο, εἶναι οἱ ἴδιοι νόμος στούς ἑαυτούς τους. Αὐτοί ἀποδεικνύουν πώς ἔχουν γραμμένο στίς καρδιές τους τό ἔργο τοῦ νόμου, ὅταν ἡ συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σ’αὐτούς». Γιατί εἶναι ἀρκετή ἀντί τοῦ νόμου ἡ συνείδηση καί τό λογικό. Μέ τά λόγια αὐτά ἔδειξε πάλι, πώς ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο ἰκανό γιά τήν ἐκλογή τῆς ἀρετῆς καί τήν ἀποφυγή τῆς κακίας.



Καί μήν ἀπορήσεις, ἄν ἀποδεικνύει αὐτό καί μιά καί δυό καί πολλές φορές. Γιατί τοῦ ἦταν πάρα πολύ ἀναγκαῖο αὐτό τό σπουδαῖο πράγμα γιά ἐκείνους πού ἔλεγαν, γιατί λοιπόν ἦλθε τώρα ὁ Χριστός; Καί ποῦ ἦταν οἱ ἐκδηλώσεις τῆς μεγάλης Του πρόνοιας τόν προηγούμενο καιρό; Καί αὐτούς, λοιπόν, ἀποκρούοντας παρεμπιπτόντως τώρα, δείχνει πώς, καί στά προηγούμενα χρόνια καί πρίν ἀπό τήν χορήγηση τοῦ νόμου, τό ἀνθρώπινο γένος ἀπολάμβανε ὅλη τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Γιατί πραγματικά ἐκεῖνο, πού μποροῦσε ἀπό τό Θεό νά γίνει γνωστό, ἦταν φανερό σ’αὐτούς, καί γνώριζαν ποιό ἦταν τό καλό καί ποιό ἦταν τό κακό, μέ τά ὁποῖα ἔκριναν τούς ἄλλους…».



Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει : «… Ἐπειδή, λοιπόν, εἶπε «Φαντάζεσαι ἐσύ, πού κατακρίνεις ἐκείνους, πού κάνουν τέτοια ἔργα, καί ὅμως κάνεις κι ἐσύ αὐτά, ὅτι θ’ἀποφύγεις τήν κρίση τοῦ Θεοῦ»; Γιά νά μή δεχθεῖς τέτοια κρίση, ὅμοια μ’αὐτή, πού ἐκφέρεις καί ὁ ἴδιος, ἀλλά γιά νά δεῖς ὅτι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ εἶναι πολύ ἀκριβέστερη ἀπό τή δική σου, συμπλήρωσε˙ «Τίς ἀπόκρυφες πράξεις τῶν ἀνθρώπων» καί πρόσθεσε˙ «Σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο πού κηρύττω, μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό…



… Εἶδες πῶς μέ σύνεση ὁδήγησε αὐτούς καί τούς προσκάλεσε στό Εὐαγγέλιο καί τόν Χριστό, καί ἀπέδειξε ὅτι τά ἀνθρώπινα δέν σταματοῦν ἐδῶ, ἀλλά προχωροῦν πιό πέρα; Αὐτό καί προηγουμένως τό ἔκανε, λέγοντας «Μαζεύεις ἐναντίον σου θησαυρούς ὀργῆς κατά τήν ἡμέρα τῆς ὀργῆς», καί ἐδῶ πάλι «Θά κρίνει ὁ Θεός τίς ἀπόκρυφες πράξεις τῶν ἀνθρώπων». Ὁ καθένας, λοιπόν, γνωρίζοντας τή συνείδησή του καί ἀναλογιζόμενος τά ἁμαρτήματά του, ἄς ζητάει τίς εὐθύνες μέ ἀκρίβεια ἀπό τόν ἑαυτό του, γιά νά μή κατακριθοῦμε τότε μαζί μέ ὅλο τόν κόσμο. Γιατί εἶναι φοβερό τό δικαστήριο ἐκεῖνο, φρικτό τό βῆμα, οἱ εὐθύνες εἶναι γεμάτες τρόμο, τρέχει ποταμός φωτιᾶς…»[16].



Ὁ ἅγιος Κυπριανός ἀπό τήν Καρθαγένη ἐξηγεῖ γιατί εἶναι ἀδύνατη ἡ σωτηρία ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας : «Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι (ὅσοι γεννήθηκαν σέ αἵρεση), ἀκόμα καί ἄν ἔχασαν τή ζωή τους στό ὄνομα τῆς πίστης τους, δέν θά ξεπλυθοῦν τά λάθη τους οὔτε μέ τό αἷμα τους. Τό σφάλμα τῆς διαίρεσης εἶναι σοβαρό, ἀσυγχώρητο, καί δέν μπορεῖ νά τό καθαρίσει ὁ πόνος. Δέν μπορεῖ νά εἶναι μάρτυρας κάποιος, πού δέν εἶναι στήν Ἐκκλησία. (...) Δέν μποροῦν νά μείνουν μέ τόν Θεό αὐτοί, πού δέν θά εἶναι ἑνωμένοι μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμα κι ἄν καοῦν στήν πυρά ἤ δοθοῦν στά ἄγρια θηρία, αὐτά δέν θά εἶναι ὁ στέφανος τῆς πίστης, ἀλλά ἡ τιμωρία τῆς προδοσίας, καί ὄχι τό ἔνδοξο τέλος αὐτοῦ μέ θρησκευτική ἀρετή, ἀλλά θάνατος ἀπό ἀπελπισία. Ἕνας σάν αὐτόν, πού μπορεῖ νά σκοτωθεῖ, ἀλλά δέν μπορεῖ νά στεφθεῖ. Ὀμολογεῖ ὅτι εἶναι Χριστιανός, ὅπως ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος συχνά ψεύδεται ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή καί λέει : «πολλοί γάρ ἐλεύσονται ἐπί τῷ ὀνόματι μου λέγοντες˙ ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καί πολλούς πλανήσουσιν». Ὅπως αὐτός δέν εἶναι ὁ Χριστός, ἀκόμα καί ἄν παραπλανᾶ μέ τό ὄνομα, τό ἴδιο δέν μπορεῖ νά εἶναι Χριστιανός ὅποιος δέν παραμένει στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἀληθινή πίστη»[17].



Ἡ Σύνοδος τῆς Λαοδικείας ὄρισε τόν ἑξῆς (34ο) Κανόνα : «Ὅτι οὐ δεῖ πάντα Χριστιανόν ἐγκαταλείπειν μάρτυρας Χριστοῦ, καί ἀπιέναι πρός τούς ψευδομάρτυρας, τουτ’ ἔστιν αἱρετικῶν, ἤ αὐτούς πρός τούς προειρημένους, αἱρετικούς γινομένους˙ οὗτοι γάρ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν. Ἔστωσαν οὖν ἀνάθεμα οἱ ἀπερχόμενοι πρός αὐτούς»[18].



Ἀπό ἐδῶ φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ἡ σωτηρία, ὄχι μόνο δέν εἶναι δυνατή, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν οὔτε καί τό μαρτύριο γιά τόν Χριστό νά σώσει.



Τό νά πεθάνεις ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν Χριστό, ἔχοντας μιά αἱρετική ἄποψη, δέν μπορεῖ νά σοῦ δώσει τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, διότι, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι, «ἐάν δέ καί ἀθλῆ τίς, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήση»[19].



Ὁ Κανόνας τῆς Λαοδικείας ἐνισχύεται ἀπό ὅλους τούς ἐκκλησιαστικούς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν γιά τήν ἀπαγόρευση τῆς κοινωνίας (ἀκόμη καί ὡς ἁπλῆς συμπροσευχῆς) μέ αἱρετικούς[20].



Ὁ ἅγιος Κυπριανός τῆς Καρθαγένης λέγει ὅτι «ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει σωτηρία»[21] καί ὁ ἰσχυρισμός αὐτός δέν ἀπορρίφθηκε ἀπό τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐνισχύεται ἀπό τόν ἅγιο Ἰγνάτιο (Μπριαντσιανίνωφ), ὁ ὁποῖος ἐκφράζει καί συνοψίζει τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας σέ μιά ἐπιστολή, πού ἀπευθύνεται σέ ἕνα Χριστιανό, ὁ ὁποῖος σκανδαλίζεται μέ τήν ἰδέα ὅτι οἱ μή Ὀρθόδοξοι δέν σώζονται :



«Ἕνα μόνο καλό πράγμα μᾶς εἶναι ἀπαραίτητο γιά τή σωτηρία : ἡ πίστη· ἀλλά ἡ πίστη μέ ἔργα. Μέσῳ τῆς πίστης καί μόνο μέσῳ τῆς πίστης μποροῦμε νά μποῦμε σέ κοινωνία μέ τόν Θεό, μέσῳ τῶν μυστηρίων, πού μᾶς εἶχε δώσει Αὐτός. Μάταια, ὅμως, ἀναλογιζόμενοι τήν ἁμαρτία, λέτε ὅτι οἱ καλοί ἄνθρωποι ἀνάμεσα στούς παγανιστές καί στούς μωαμεθανούς θά σωθοῦν, δηλαδή θά μποῦν σέ κοινωνία μέ τόν Θεό...



Ὄχι! ... ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ἔχει ἀναγνωρίσει ὅτι ὑπάρχει μόνο ἕνας τρόπος σωτηρίας : ὁ Λυτρωτής («ἐξηγοράσας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου»)! Αὐτή ἀναγνωρίστηκε σάν ἡ μεγαλύτερη ἀρετή τῆς ἔκπτωτης φύσης κάτω στήν κόλαση. Ἄν οἱ δίκαιοι τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ποιοῦντες θαύματα, οἱ ὁποῖοι πίστευαν στόν Λυτρωτή ὅτι ἐπίκειται νά ἔρθει, κατέβηκαν στήν κόλαση, πῶς φαντάζεστε ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες καί οἱ μωαμεθανοί καί οἱ ἄθεοι, πού δέν γνώρισαν καί δέν πίστεψαν στόν Λυτρωτή, θά κερδίσουν τήν σωτηρία, μόνο ἐπειδή αὐτοί σᾶς φαίνονται ὡραῖοι καί καλοί, ὅταν ἡ σωτηρία δέν ἐπιτυγχάνεται μέσα ἀπό ἕνα, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἕνα μόνον μέσον, καί αὐτό εἶναι ἡ πίστη στόν Σωτήρα»[22].



Ὅλοι ἔχουν κληθεῖ στήν πίστη στόν Χριστό καί στήν σωτηρία, ἀλλά λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι. οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καί λαμβάνουν τούς καρπούς τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ.



Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς θέτει πολύ καλά τήν ἀνθρώπινη σκέψη ὑπό τό φῶς τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν σκέψη ὑπό τό Ἅγιον Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἆραγε, ἐμεῖς εἴμαστε πιό καλοί ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος «οὕτω ἠγάπησε τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἴνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ' ἔχη ζωήν αἰώνιον»[23]; Ὁ ἅγιος Παῦλος λέγει ὅτι ἡ σοφία καί ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι σάν ἕνα φύλλο στόν ἀέρα μπροστά στόν Θεό[24]. Γι’ αὐτό καί τά σκουλήκια τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἀνθρωπισμοῦ καί τοῦ ἀνθρωπισμοῦ γενικότερα εἶναι μιά ἀπόκλιση ἀπό τόν Θεό. Ὁ αἱρεσιάρχης Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄ ἦταν ἕνας κατ' ἐξοχήν ἀνθρωπιστής καί αὐτός ὁ αἰώνας εἶναι συνδεδεμένος μέ τόν ἀνθρωπισμό. Μαχητές γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη (ὁ Μαχάτμα Γκάντι ἤ ἡ Μητέρα Τερέζα τῆς Καλκούτας ἤ ὁ Ἰωάννης Παῦλος) παρουσιάζονται σάν κοινωνικοί σωτῆρες, οἱ ὁποῖοι τίθενται στήν θέση τοῦ Χριστοῦ, ἐπανενεργοποιώντας τόν Πελαγιανισμό.



Ἡ Ἁγία Γραφή μιλάει γιά ἕνα μόνο σίγουρο δρόμο, γιά νά εἰσέλθουμε στήν Βασιλεία του Θεοῦ, καί αὐτός εἶναι ἡ πίστη στόν Χριστό καί ἡ κοινωνία μαζί Του.



Αὐτή ἡ κοινωνία πραγματοποιεῖται στήν πράξη μέ τό Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος στήν Ἐκκλησία, τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική, δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.



Ὁ Σωτήρας λέγει στόν Νικόδημο : «ἀμήν ἀμήν λέγω σοι, ἐάν μή τις γεννηθῆ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»[25]. Κατόπιν ὑπογραμμίζει πιό καθαρά : «ἀμήν ἀμήν λέγω σοι, ἐάν μή τις γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»[26].



Ἡ ἐντολή τοῦ Σωτήρα πρός τούς Ἀποστόλους Του, ἀλλά καί πρός ἐμᾶς ὅλους τούς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς εἶναι : «πορευθέντες εἰς τόν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τό εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται»[27].



Ὁ ληστής ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, πού μπῆκε στόν Παράδεισο, γιατί ὁμολόγησε τόν Χριστό, μετανόησε καί ἐξομολογήθηκε στόν Χριστό. Ὁ ληστής μπῆκε στόν Παράδεισο, ἔτσι ὅπως μπῆκαν καί ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τό Ἅγιον Πνεῦμα δέν εἶχε καταπεμφθεῖ ἀκόμη τήν Πεντηκοστή καί δέν εἶχε θεμελιωθεῖ ἀκόμη ἡ Ἐκκλησία, καί ἔτσι ὁ ληστής δέν μποροῦσε νά βαπτιστεῖ, ἔτσι ὅπως ἀκριβῶς δέν μποροῦσαν νά βαπτιστοῦν καί οἱ δίκαιοι στόν Ἅδη, τούς ὁποίους πῆρε ὁ Χριστός στόν Παράδεισο.



Ἐπιπλέον, κανονικό Βάπτισμα εἶναι καί το Βάπτισμα Αἵματος, ὅταν κάποιος πεθαίνει γιά τόν Χριστό.



Ἀλλά, τό Βάπτισμα αἵματος ἔχει ἰσχύ μόνο, ὅταν ἕνας παγανιστής ἤ αἱρετικός ἀποτάσσεται (ἀρνεῖται) τόν παγανισμό ἤ τήν αἵρεσή του, ὁμολογεῖ κατά τόν Ὀρθόδοξο τρόπο Χριστό καί γίνεται μάρτυρας γι’ αὐτό.



Κάποιος, ὁ ὁποῖος πεθαίνει σέ κοινωνία μέ ἕνα ψεύτικο χριστό, δέν μπορεῖ νά μπεῖ στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.



Γνωρίζουμε τό Βάπτισμα τῆς «ἐπιθυμίας» γιά τούς κατηχουμένους, οἱ ὁποῖοι πίστευαν στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία Του, ἀλλά δέν μπόρεσαν νά βαπτιστοῦν.



Ἐάν σωτηρία σημαίνει κοινωνία μέ τον Χριστό, ὅπως εἴδαμε, σημαίνει ὅτι καί τήν στιγμή, κατά τήν ὁποία μπαίνεις σέ κοινωνία μ’ Αὐτόν, μπαίνεις σέ κοινωνία καί μέ ὅλους ὅσοι εἶναι «συνδεδεμένοι» μέ τόν Χριστό, μέ ὅλους τούς φίλους Του, οἱ ὁποῖοι εἶναι τόσο ζωντανοί, ὅσο καί κεκοιμημένοι, ἅγιοι. Αὐτό ὀνομάζεται Ἐκκλησία. Ἔτσι, τήν στιγμή, πού μπαίνεις σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, μπαίνεις καί στήν Ἐκκλησία Του.



Ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά εἶναι ψεύτικος καί αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀποκαλύπτεται σέ κάποιους, ὅπως οἱ ἅγιοί Του, μέ εἰκόνες, μέ Ἅγια Μυστήρια, μέ ἐκκλησιαστική ἱεραρχία καί μέ ἅγια δόγματα καί κανόνες, καί σέ ἄλλους νά ἀποκαλύπτεται χωρίς Μυστήρια, χωρίς εἰκόνες, χωρίς ἁγίους, χωρίς ἐκκλησιαστική ἱεραρχία καί χωρίς ἅγια δόγματα. Ἑπομένως, ὅλοι ὅσοι μπαίνουν σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, δέν μποροῦν νά ἔχουν διαφορετικά πιστεύω, ἀλλά ὅλοι θά ἔχουν τήν ἴδια πίστη.



Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός θά παρακινήσει αὐτόν, στόν ὁποῖο τοῦ ἀποκαλύφθηκε, γιά νά μπεῖ στήν Ἐκκλησία Του, φανερώνοντάς του τό Μυστήριο τῆς σωτηρίας στό ἅγιο Βάπτισμα, στήν ἱερωσύνη, στή Θεία Εὐχαριστία καί στήν ἴδια τήν πίστη σ’ Αὐτόν.



Ὅποιος λέει ὅτι εἶναι σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἀλλά δέν προσκυνᾶ τίς εἰκόνες, δέν ἔχει ἱερωσύνη καί δέν πιστεύει Ὀρθόδοξα, στήν πραγματικότητα δέν εἶναι σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἀλλά βρίσκεται σέ πλάνη. Πιστεύει ὅτι εἶναι σέ κοινωνία, ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι σέ κοινωνία μέ τούς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι προσποιοῦνται ὅτι εἶναι ἄγγελοι φωτός καί μιμοῦνται τόν Χριστό.



Ἐάν ὁ Χριστός, βλέποντας τήν καρδιά ἑνός ψευδομάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἤ ἑνός Παπικοῦ, ἤ ἑνός Προτεστάντη, ἤ ἑνός παγανιστῆ (εἰδωλολάτρη), τοῦ ἀποκαλυφθεῖ μέ μυστικό τρόπο, σίγουρα θά τόν παρακινήσει νά ἐγκαταλείψει τήν παγανιστική του αἵρεση καί θά τόν ὁδηγήσει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.



Σάν παράδειγμα ἔχουμε τήν περίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου Κορνηλίου ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας καλός καί δίκαιος ἄνθρωπος, φιλεύσπλαχνος, μέ πολλές ἀρετές, ἀλλά πάντα χωρίς νά μπορεῖ νά σωθεῖ.



Γι' αὐτό, τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦλθε σ’ αὐτόν καί τοῦ μίλησε, προτρέποντάς τον νά πάει στόν Ἀπόστολο Πέτρο, γιά νά βαπτιστεῖ[28], ἔτσι ὥστε νά μπεῖ σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του.



Ἀπό αὐτό βλέπουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀμερόληπτος καί δέν ἀφήνει κανένα στό σκοτάδι τοῦ θανάτου, ἀλλά ταυτόχρονα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραμένουν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέν χαίρονται τούς καρπούς τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Σέ ἀντίθεση μέ τούς κακόδοξους, οἱ ὁποῖοι βλασφημοῦν κατ' αὐτό τόν τρόπο τό Ἅγιον Πνεῦμα. Γι’ αὐτούς ὁ Χριστός εἶναι σάν νά μήν ἦρθε καί σάν νά μήν μᾶς ἔσωσε, ζῶντας ἀκριβῶς ὅπως στήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν «σκιά τοῦ θανάτου» τῆς ψυχῆς, περιμένοντας στό τέλος τήν κόλαση.



Κάποιοι φέρνουν σάν ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅσον ἀφορᾶ την σωτηρία, τήν ὁποία ἐκθέσαμε πιό πάνω, τό λεγόμενο ὅραμα τοῦ ἁγίου Νήφωνος Κωνσταντιανῆς[29]. Κανείς δέν ἔχει ἀποδείξει την αὐθεντικότητα καί τήν πατερική συνέχεια σέ αὐτό τό «ὅραμα», μέ τό ὁποῖο ἰσχυρίζονται ὅτι στόν Παράδεισο ὑπῆρχαν καί παγανιστές, ἀλλά ἦταν τυφλοί, δέν εἶχαν ὅραση.



Ἀλλά, ἀκόμα καί ἄν αὐτό τό ὅραμα ἦταν ἀληθινό, δέν μποροῦμε νά βγάλουμε τό συμπέρασμα ὅτι αὐτοί οἱ παγανιστές ἦταν στόν Παράδεισο, γιατί ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν σημαίνει κατά κύριο λόγο πνευματική ὅραση, ὅραση τοῦ Ἀκτίστου Φωτός , ἐνῶ ἔλλειψη ὅρασης (τύφλωση) σημαίνει στήν πραγματικότητα κόλαση.



Ὁ κόσμος ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας βρίσκεται κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ κακοῦ, τοῦ διαβόλου, καί αὐτό τό πράγμα φαίνεται καλύτερα μέσῳ τῶν προσευχῶν ἐξορκισμοῦ, πού κάνουν στόν κατηχούμενο ἤ στό παιδάκι κατά τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος.



Μέχρι τό Βάπτισμα, λέγει ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς, ὁ διάβολος φωλιάζει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή εἶναι κύριος τοῦ ἀνθρώπου, βασιλεύοντας στήν καρδιά[30]. Μόνο μέσῳ τῶν ἐξορκισμῶν τοῦ βαπτίσματος, μέ τό νά τόν ἀποτάσσεται (ἀρνεῖται) καί μέσῳ τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος διώχνεται ὁ διάβολος ἀπό τήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ ἤ τοῦ κατηχούμενου: (Καί ἐμφυσᾶ αὐτῷ τρίτον ὁ Ἱερεύς, καί σφραγίζει τό μέτωπον αὐτοῦ καί τό στόμα, καί τό στῆθος, λέγων) Ἐξέλασον ἀπ' αὐτοῦ πᾶν πονηρόν καί ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καί ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ (καί λέγει τοῦτο ἐκ γ'). Πρίν ἀπό αὐτό εἶναι οἱ ἐξορκισμοί, οἱ ὁποῖοι ξεκινοῦν μέ τά λόγια : Ἐπιτιμᾶ σοι Κύριος, Διάβολε,… ἀκριβῶς ὅπως προβλέπεται καί στούς κανόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου[31], καί ἐκ νέου στό τέλος, ἀκριβῶς πρίν τό Σύμβολο τῆς Πίστεως κάνουν τίς ἀρνήσεις[32].



Τά «μυστήρια» ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι σωστικά, γιατί παραμένουν κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος πλανᾶ μέσῳ τῶν ψευδοανθρωπιστικῶν χριστιανισμῶν καί τῶν ψευδομυστηρίων.



Ὅλοι, ὅσοι μεταλαμβάνουν σέ αἱρετική εὐχαριστία, γίνονται συμμέτοχοι μέ τόν πατέρα του ψεύδους, ὁ ὁποῖος ἐνέπνευσε τήν αἵρεση, δηλαδή μέ τόν διάβολο, λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης[33]. Τά «μυστήρια» τῶν αἱρετικῶν, σύμφωνα μέ ὅλους τούς Ἱερούς Κανόνες εἶναι σάν τό νερό τῆς βροχῆς, ἐφόσον δέν ἔχουν σωστικό χαρακτήρα[34].



Συνοψίζοντας τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τούς Ἱερούς Κανόνες τῶν Ἁγίων Συνόδων, ἰδίως τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης ἐναντίον τοῦ Πελαγιανισμοῦ, ἡ ὁποία ὑποστήριζε τήν σωτηρία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας μέσῳ τῶν δικῶν μας δυνάμεων, ὁ καθηγητής τῆς Δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης ἐπιβεβαίωσε στό Συνέδριο τῆς Κωνστάντζας : «Δέν ὑπάρχει σωτηρία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί δέν ὑπάρχει, ἐπειδή ἄν ὑπῆρχε θά κενώνονταν (θά ἄδειαζε) τό σωτηριολογικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Θά ἄδειαζε ὁ σκοπός τῆς Ἐνανθρωπήσεως, τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας. Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά διευκρινίσω λιγάκι τήν ἔννοια τῆς σωτηρίας, γιά νά κατανοηθεῖ τό θέμα. Ὅταν μιλᾶμε γιά σωτηρία στό πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν ἐννοοῦμε ἕνα νομικό γεγονός. Ἐννοοῦμε μιά κοινωνία ζωῆς. Ὁ Χριστός, ὅταν ἔφευγε ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, εἶπε στούς μαθητές Του : «Ζωήν τήν ἐμήν δίδωμιν ὑμῖν». Τήν ζωή τήν δική Μου σᾶς δίνω. Καί ἔχω ἔρθει «ἵνα ζωήν ἔχωσι» οἱ ἄνθρωποι, νά ἔχουν ζωή, καί «περισσόν ἔχωσι»[35], νά ἔχουν ξεχείλισμα ζωῆς. Αὐτή ἡ ζωή, γιά τήν ὁποία μιλάει ὁ Χριστός, δέν εἶναι ἡ βιολογική ζωή Του, γιατί ἡ βιολογική ζωή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἴδια μέ τήν δική μας, ἐκτός ἁμαρτίας. Ἡ ζωή, γιά τήν ὁποία μιλᾶ ὁ Χριστός, εἶναι ἡ Τριαδική ζωή. Ἡ ζωή, δηλαδή, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, εἶναι Ἄκτιστη Ζωή, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεότητα, εἶναι ἡ Ἄκτιστη Θεοποιός Χάρη καί Ἐνέργεια, στήν ὁποία μετέχουμε, γιά νά σωζόμαστε. Ἔτσι, ὅταν λέμε ὅτι κάποιος μπορεῖ νά σωθεῖ ἤ νά μήν σωθεῖ, ἐννοοῦμε κάτι πάρα πολύ ἁπλό καί κατανοητό. Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, πῆρε δηλαδή τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά μᾶς δώσει στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας τήν δυνατότητα νά κοινωνήσουμε, δηλαδή νά μετάσχουμε τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Σέ μιά ἄλλη συνάφεια ὁ Χριστός εἶπε ὅτι Ἐγώ εἶμαι ἡ ἄμπελος καί ἐσεῖς τά κλήματα. Ἄν ἕνα κλῆμα κοπεῖ, δέν μπορεῖ νά φέρει καρπούς. («Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα. Ἐάν μή τις μείνη ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τό κλῆμα καί ἐξηράνθη, καί συνάγουσιν αὐτά καί εἰς τό πῦρ βάλλουσι καί καίεται»[36]). Πρακτικῶς αὐτό στήν Ἐκκλησία σήμαινε ὅτι μέ τήν πνευματική ἐξουσία, πού ἔδωσε ὁ Χριστός στούς μαθητές Του νά λύνουν καί νά δένουν τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν κάποιος δέν ἔχει τήν ὀρθή πίστη, ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, μέσῳ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἔτσι δέν εἶναι φυσιολογικό γεγονός, δέν μπορεῖ κάποιος, πού ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία, νά φέρει καρπό. Ὁ καρπός εἶναι ἡ σωτηρία. Εἶναι σάν νά ποῦμε τό ἑξῆς παράδειγμα ἀπό τόν χῶρο τοῦ κτιστοῦ. Ὑπάρχει ἡ γεννήτρια, πού δίνει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα. Ὑπάρχει καί ὁ λαμπτήρας ὁ συγκεκριμένος, ἡ λάμπα. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἡ λάμπα, ἐπειδή εἶναι λάμπα, μπορεῖ νά φωτίζει. Εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητο νά ὑπάρχει ἡ σύνδεση μεταξύ τῆς γεννήτριας, πού βγάζει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, καί τοῦ λαμπτήρα, τῆς λάμπας. Μιλᾶμε δηλαδή γιά ἕνα ὑπαρξιακό, ὀντολογικό γεγονός, τό ὁποῖο γνωρίζει καί ὁ διάβολος. Ὁ διάβολος δηλαδή γνωρίζει καλύτερα καί ἀπό μᾶς καί πιστεύει στόν Θεό, ἀλλά δέν σώζεται. Γιατί; Ἐκεῖνο, πού συνδέει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα μέ τήν λάμπα, δέν εἶναι μόνο τό καλώδιο, πού ὑπάρχει ὀργανικά, δηλαδή ἡ πίστη, ἀλλά χρειάζεται καί ὁ διακόπτης. Αὐτό λέγουν καί οἱ Πατέρες, αὐτός ὁ διακόπτης εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, τήν ὁποία δέν ἔχει ὁ διάβολος. Τελειώνω μέ τό ἑξῆς : ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶπε καί στήν Παλαιά Διαθήκη καί τό ἐπαναβεβαίωσε ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη ὅτι «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν»[37], δηλαδή τήν Χάρη, τήν Ἄκτιστη Θεοποιό Χάρη καί Ἐνέργεια, τήν ζωή Του ὁ Θεός τήν δίνει μόνο σέ ὅσους εἶναι ταπεινοί. Ἕνας αἱρετικός, ἕνας ἑτερόδοξος, μᾶς λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ταπεινός. Ἄλλωστε τό ὅτι εἶναι αἱρετικός ἔχει ξεχωρίσει τόν ἑαυτό του ἀπό τό φρόνημα τῶν Πατέρων. Δέν εἶναι ἑπόμενος τοῖς Ἀγίοις Πατράσι»[38].



Στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας βρίσκονται ἀναθέματα καί ἐναντίον ὅσων θεωροῦσαν ὅτι ὑπάρχει σωστική Χάρις ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μέ τίς Ἡσυχαστικές συνόδους, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται ὡς ἡ 9η Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος :



«Ἀκόμη, στούς ἴδιους, πού φρονοῦν καί λένε ὅτι κάθε φυσική δύναμη καί ἐνέργεια τῆς Τρισυπόστατης Θεότητας εἶναι κτιστή, καί οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζονται νά πιστεύουν ὅτι εἶναι κτιστή καί ἡ ἴδια ἡ θεία φύση – διότι ἡ κτιστή ἐνέργεια, σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους, θά δηλώσει καί κτιστή φύση, ἐνῷ ἡ ἄκτιστη (ἐνέργεια) θά χαρακτηρίσει καί ἄκτιστη φύση - καί πού ὡς ἐκ τούτου κινδυνεύουν νά πέσουν σέ τέλεια ἀθεΐα καί συσχετίζουν τήν καθαρή καί ἄψογη πίστη τῶν Χριστιανῶν μέ τήν ἑλληνική μυθολογία καί τήν λατρεία κτισμάτων, καί οἱ ὁποῖοι δέν ὁμολογοῦν, σύμφωνα μέ τίς θεόπνευστες θεολογικές διδασκαλίες τῶν Πατέρων καί μέ τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι κάθε φυσική δύναμη καί ἐνέργεια της Τρισυπόστατης Θεότητας εἶναι ἄκτιστη, ἄς εἶναι ἀνάθεμα»[39].



Σύμφωνα μέ τήν αἱρετική παπική διδασκαλία, τό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων πραγματοποιεῖται μέ κάτι κτιστό, πού σημαίνει ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι σέ ἄμεση κοινωνία μέ τόν Θεό. Ὁ ἀνθρωπισμός καί ὁ ὀρθολογισμός ἔχουν ὡς βάσεις ἀκριβῶς αὐτήν τήν αἵρεση, ἡ ὁποία διακηρύσσει ὅτι δέν ἔχουμε ἄμεση μετοχή τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς Χάριτος, μέσῳ τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, ἀλλά τότε αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τήν ἄκτιστη Χάρη μέ τί ἀκριβῶς κοινωνοῦν ἀπό τό Ποτήριο; Μέ κάτι κτιστό; Γιά τόν λόγο αὐτό δέν μποροῦν νά ἔχουν κοινωνία μέ τόν Θεό, δέν μποροῦν νά ἔχουν σωτηρία, ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἄμεση κοινωνία μέ τόν Θεό, χωρίς ἐνδιάμεσα κάτι τό κτιστό.



«Αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῶν Ἀποστόλων· αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῶν Πατέρων· αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῶν ὀρθοδόξων· αὐτή ἡ πίστη σώζει τόν κόσμο· Αὐτούς τούς κήρυκες τῆς ἀληθινῆς πίστης, τούς ἐπαινοῦμε σάν ἀδελφούς καί ἐπιθυμοῦμε νά τούς ἔχουμε σάν γονεῖς μας, πρός δόξαν καί τιμήν τῆς ἀληθινῆς θρησκείας», σύμφωνα μέ τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας[40].



Μέ ἄλλα λόγια, αὐτή εἶναι ἡ μόνη σωστική πίστη, ἡ ὁποία μᾶς συνδέει μέ τόν Δημιουργό καί Σωτήρα. Τό Ἄκτιστο Φῶς, τό Θαβώριο Φῶς εἶναι κατάσταση σωτηρίας τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά φανερωθεῖ, ἐάν βρισκόμαστε σέ πλάνη, σέ κοινωνία μέ τά ἀκάθαρτα πνεύματα.



Στό Εὐαγγέλιο τῆς μελλούσης Κρίσεως[41] γίνεται λόγος, ὄχι γιά καλές πράξεις, ἀλλά γιά ἅγιες καλές πράξεις. Ὁ Χριστός ὀνομάζει μικρούς ἀδελφούς Του αὐτούς, πού εἶναι πιστοί, ὄχι ἄπιστοι. Τό Βάπτισμα καί ἡ κοινωνία μέ τά ἅγια Μυστήρια μᾶς κάνουν ἀδελφούς[42], δείχνοντας ὅτι ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ εἶναι δίκαιη, καί θά ζητήσει κατά τήν ὥρα τῆς κρίσεως ἔργα, πού θά εἶναι σύμφωνα μέ τήν δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά τά πραγματοποιήσει˙ νά προσφέρει ἕνα ποτήρι νερό, νά ἐπισκεφθεῖ ἕναν ἄρρωστο ἤ φυλακισμένο.



Συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, λέγοντας : «Ἀκόμα καί ἄν οἱ δίκαιοι ἔκαναν χιλιάδες καί χιλιάδες καλές πράξεις, ἡ ἀνταμοιβή τους θά ἦταν ἕνα Δῶρο ἀπό τόν Θεό, σάν νά τούς δώρησε τόν Οὐρανό καί τήν Βασιλεία καί τόσο πολλή τιμή σέ ἀντάλλαγμα γιά τόσο μικρές καί ἀσήμαντες πράξεις»[43].



Ἀπό ἐδῶ φαίνεται ὅτι ὅλα εἶναι Χριστοκεντρικά. Σέ κάθε ἄνθρωπο πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστό. Ἐάν τά σωματικά ἔργα ἐλέους εἶναι τόσο σημαντικά καί δίνουν πνευματικά ἔργα ἐλέους, πόσο μᾶλλον, ἄν ἐπιστρέψει ἕνας αἱρετικός ἤ ἕνας παγανιστής ἀπό τό κακό καί τόν βυθίσεις στήν κολυμβήθρα τοῦ Ἁγίου Ὀρθοδόξου Βαπτίσματος; Κανείς δέν θά ἀδικηθεῖ στήν Κρίση καί θά ἦταν βλασφημία νά σκεφτόμαστε ὅτι κάποιος θά μποροῦσε νά ἀδικηθεῖ.



Ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ ἔλεγε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, καί γι’ αὐτό τό Ἅγιον Πνεῦμα φωτίζει αὐτούς, πού εἶναι ταπεινοί καί λαμβάνουν τήν θεϊκή ἀποκάλυψη, ἐρχόμενοι μέ θαυματουργικό τρόπο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία[44].



Ἀλλά, ὁ Θεός ἔχει ἀφήσει τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας σέ μᾶς τούς πιστούς, γιά νά ἔχουμε τήν δυνατότητα νά διακηρύξουμε τήν Ὀρθοδοξία στά πέρατα τοῦ κόσμου, ἔτσι ὥστε καί οἱ ἀδελφοί μας στήν οἰκουμένη νά ἀκούσουν τόν Ὀρθόδοξο λόγο καί νά σωθοῦν. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος ἔχουν στείλει μοναχούς ἀλλά καί λαϊκούς στήν Ἀφρική, σέ ἀπομακρυσμένες φυλές, καί σέ κάθε γωνιά τοῦ κόσμου, γιά νά μεταδώσουν τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.



Ἐάν ἔχουμε πραγματικά ζῆλο γιά τήν σωτηρία μας, πρέπει νά σκεφτόμαστε καί τήν σωτηρία τῶν μή Ὀρθοδόξων καί νά πηγαίνουμε νά τούς ὁμιλοῦμε περί τῆς Ὀρθοδοξίας, καί τό Ἅγιον Πνεῦμα θά μιλήσει μέσω ἡμῶν.



Ὁ ἅγιος μάρτυς Δανιήλ Σισόγιεφ, πού μαρτύρησε στή Μόσχα τό 2009, λέγει ὅτι, ὅταν ἔχουμε μπροστά στά μάτια μας αὐτή τήν τραγωδία, ὅτι δηλαδή ἡ σωτηρία τοῦ μή ὀρθόδοξου πλησίον μας εἶναι στά χέρια μας, αὐτό μᾶς δείχνει ὅτι πρέπει νά γίνουμε ἀπόστολοι τῆς Ὀρθοδοξίας στόν κόσμο μέ ὅλα τά μέσα καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά βγάλουμε τούς λαούς ἀπό τήν δουλεία τοῦ σατανᾶ καί νά σώσουμε κι ἐμεῖς τήν ψυχή μας[45]. Ἀμήν.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Ας κάνουμε τον Χριστό ζωή ώστε να γίνει η ζωή μας Χριστός!



Ένας Χριστός μόνο για τον Ιερό Ναό. Δυστυχώς περιορίζουμε τον Χριστό πολλές φορές μόνο στην Θεία λειτουργία.


Βγαίνουμε μετά τον «Δι’ευχών» και δυστυχώς δεν μπορούμε να τον κάνουμε ζωή. Μένουμε πολλές φορές ακόμα και σε μια τυπική συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια αλλά μέσα μας μπορεί να βράζει η αμετανοησία ή ακόμα και η αίρεση. Βλέπουμε ανθρώπους που πάνε στην Εκκλησία μπορεί ακόμα να εξομολογούνται και να μετέχουν στα Ιερά Μυστήρια αλλά δυστυχώς η ζωή τους δεν «μυρίζει» λιβάνι. Πολλοί άνθρωποι είναι «μέσα» στην Εκκλησία και έχουν ακόμα αιρετικές ιδέες για την ζωή, τους ίδιους, σχετικά με τα παιδιά και τα εγγόνια τους, για τους Αγίους, σχετικά με το σώμα, τον Θάνατο ή την Παναγία μας. Μια διαστρεβλωμένη εσωτερική πνευματικότητα που μένει απλά σε ένα θρησκευτικό τυπικό. Φτάνουμε στο σημείο να ανοίγουμε το στόμα μας στην Θεία Μετάληψη αλλά μέσα στην καρδιά μας να έχουμε τον Ιούδα και να αρνούμαστε τον Χριστό σαν τον Πέτρο. Ένας απλά θρησκευτικός Χριστός απλά για να αναπαύουμε την συνείδηση μας. Είναι δυνατόν να θέλουμε να περιορίσουμε τις ακτίνες του Ήλιου;... Ας αφήσουμε τον Χριστό να λάμψει μέσα στην ζωή μας !

Λέμε ότι τον αγαπάμε ή ότι πιστεύουμε αλλά τελικά αυτή η αγάπη και η πίστη είναι πλατωνική κατάσταση. Ο ίδιος ο Κύριος καθορίζει και λέει: «Ο έχων τάς εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με» (Ιω. 14, 21). Όποιος αγαπάει ειλικρινά το Θεό, προσπαθεί να φυλάγεται απ΄όσα δεν αρέσουν σ΄Εκείνον και αγωνίζεται να εφαρμόζει όσα Εκείνος αγαπάει...Ξεκάθαρα πράγματα... Στο Ευαγγέλιο η αγάπη και η πίστη δεν είναι μαθηματικές θεωρίες αλλά πράξεις που ρέουν από τα βάθη της καρδιάς και της ύπαρξης του ανθρώπου.

Που είναι το λάθος τελικά; Βλέπουμε τον Χριστό από το μικροσκόπιο του ναρκισσισμού μας. Αποτέλεσμα; Να τον βλέπουμε όπως θέλουν τα πάθη μας και όχι όπως πραγματικά είναι. Γι’αυτό αρέσει στον σημερινό άνθρωπο το χαϊδολόγημα στα πάθη. Να ακούμε ομιλίες με ωραία λογάκια και αγαπούλες αλλά όταν ακούσουμε ή διαβάσουμε κάτι που μιλάει για πάθη, άσκηση, πάλη, δυσκολία, και μάχη τότε τρέχουμε μακριά όπως ο διάβολος στο λιβάνι. Μας αρέσει η φιλοσοφική θεολογία. Ωραία ακούσματα, ή διαβάσματα που να λένε ότι είμαστε καλά και όλα πάνε καλά!

Αν ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ή ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ζούσαν στις μέρες μας και πήγαιναν να κάνουν ομιλίες σε ενορίες δεν θα πατούσε κανείς το πόδι του. Θα τους χαρακτήριζαν ακραίους. Θέλουμε να ακούμε για έναν Χριστούλη που θα τους σώσει όλους , ότι και να γίνει όπως και να γίνει και στην τελική δεν τρέχει και τίποτα να έχεις και κάποιες αμαρτίες αφού όπως λένε πολλοί (δεν τα βλέπει αυτά ο Θεός).

Μόνο όταν δούμε τον Χριστό όπως πραγματικά είναι και πάρουμε γενναίες αποφάσεις τότε έχουμε ελπίδα θεραπείας και σωτηρίας.

Τι είναι αλήθεια ο Χριστιανός ; Κατά τον συγγραφέα της Αποκαλύψεως, είναι ο «τηρών τας εντολάς του Θεού και έχων την μαρτυρίαν του Ιησού Χριστού» (Αποκ. 12,17). Φάνερώνουμε τον Χριστό στην ζωή μας με τις πράξεις μας; , με την μαρτυρία μας ; Θέλουμε να αλλάξουμε την ζωή μας, να παλέψουμε τα πάθη μας, να Χριστοποιήσουμε το νου και τις σκέψεις μας ; ή απλά θέλουμε να θρησκεύουμε τυπικά για να παρατείνουμε την βιολογική μας ζωή χόρεύοντας με τους δαίμονες ;

Aυτό χρειάζεται η σημερινή εποχή που βράζει μέσα σε έναν βούρκο πνευματικής σήψης. Χρειαζόμαστε την μαρτυρία του Χριστού, αυτήν την έξωθεν αγία μαρτυρία. Είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, αλλά πολλές φορές ενεργούμε σαν φίλοι του διαβόλου. Ας διαλέξουμε…

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Το Μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου - Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware



«Μιὰ ψυχὴ φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ
εἶναι πιὸ πολύτιμη στὸ Θεὸ
ἀπ᾿ ὅτι δέκα χιλιάδες κόσμοι
μὲ ὅλα ὅσα περιέχουν»
Ἀποφθέγματα Πατέρων τῆς Ἐρήμου
Τὸ ἀληθινὸ θαῦμα

«Μίλησέ μας γιὰ τὶς θεῖες ὀπτασίες ποὺ ἔχεις», εἶπε κάποτε ἕνας μοναχὸς στὸν Ἀββᾶ Παχώμιο (286-346). «Ἕνας ἁμαρτωλὸς σὰν ἐμένα δὲν περιμένει νὰ ἔχει καμιὰ ὀπτασία ἀπὸ τὸ Θεό», ἀπάντησε ὁ Παχώμιος. «(...) Ἐπίτρεψέ μου ὅμως νὰ σοῦ πῶ γιὰ μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Ἂν δεῖς ἕναν ἅγιο καὶ ταπεινὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Γιατί ποιὰ ἄλλη μεγαλύτερη ὀπτασία ἀπ᾿ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει: νὰ δεῖς τὸν ἀόρατο Θεὸ νὰ φανερώνεται στὸ ναό του, σ᾿ ἕνα ὁρατὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο»;

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνώτερη ὀπτασία ἀπὸ ὅλες, τὸ ἀληθινὸ θαῦμα: μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθην» (Ψαλμ. 138:14). Στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς ἴσως δὲν ὑπάρχει καθῆκον πιὸ ἐπιτακτικὸ ἀπὸ αὐτό: νὰ ἀνανεώνουμε τὸ αἴσθημα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἔκπληξης μπροστὰ στὸ θαῦμα καὶ τὸ μυστήριο τοῦ δικοῦ μας προσώπου. Ἡ λέξη μυστήριον, ἰδιαίτερα, χρειάζεται ἔμφαση. Ποιὸς εἶμαι; Τί εἶμαι; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη. Γνωρίζω μόνο ἕνα πολὺ μικρὸ μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μου. Τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἶναι ἀπίστευτα πλατειά. Ἐκτείνονται κατὰ ὕψος καὶ κατὰ πλάτος στὸ χῶρο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὸ ἀτελεύτητο. Προεκτείνονται μπροστὰ καὶ πίσω μέσα στὸ χρόνο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὴν αἰωνιότητα. Στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μου κρύβονται ἀνεξιχνίαστα βάθη ποὺ διαφεύγουν τῆς δικῆς μου ἀντίληψης.

Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριο ἀνθρώπινο πρόσωπο, ποὺ εἶναι φτιαγμένο κατ᾿ εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖα ξεχωριστῆς σημασίας: ἐλευθερία, εὐχαριστία, κοινωνία καὶ ὡρίμανση.
Ἐλευθερία

Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος: μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὰ ἀνθρώπινα δημιουργήματα ποὺ εἶναι φτιαγμένα κατ᾿ εἰκόνα του εἶναι προικισμένα μὲ ἐλευθερία. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὰ ἀνθρώπινα ὄντα νὰ ξεχωρίζουν, μὲ ἕνα τρόπον ποὺ ὑπερέχει, ἀπὸ τὰ ἄλλα ὄντα; Πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησης, ἡ δύναμη τῆς ἐλεύθερης ἀπόφασης, ἡ ἱκανότητα τῆς ἠθικῆς ἐκλογῆς. Ἐνῶ τὰ ἄλλα ὄντα ἐνεργοῦν ἀπὸ ἔνστικτο, τὸ ἀνθρώπινο ὂν στέκεται εὐσυνείδητα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ - στέκεται μὲ πλήρη ἐπίγνωση στὸ σημεῖο τοῦ καιροῦ, στὴ στιγμὴ τῆς κρίσης καὶ τῆς εὐκαιρίας - καὶ διαλέγει. Ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο λέγοντάς του: «Τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· ἐκλέξαι...» (Δευτ. 30:19). Μόνο μὲ τὴν ἄσκηση αὐτῆς τῆς δύναμης, τῆς ἐλεύθερης ἐκλογῆς, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἄνθρωπος πραγματικά.

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὁριστεῖ ὡς ἕνα ἐλεύθερο ὄν. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τονίζεται ἔντονα ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι στὴ διήγηση τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, στὸ ἔργο Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ. Αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς προσέφερε στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναγνωρίζει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, εἶναι ἀκριβῶς τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας: ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει (Ἰω. 8:36). Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ὅμως, στὰ μάτια τοῦ γηραιοῦ καρδιναλίου, εἶναι πολὺ βαρειά, ἕνα φορτίο δυσβάστακτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἕνα ἐπικίνδυνο κοφτερὸ σπαθί· τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν εὐτυχέστερο ἂν τοῦ ἀφαιροῦσαν αὐτὸ τὸ δῶρο. «Ἐμεῖς διορθώσαμε τὸ ἔργο σου», λέει ὁ Ἱεροεξεταστὴς στὸν Ἰησοῦ. Ἀπὸ μία σκοπιὰ ἔχει δίκιο: ἡ ἐλευθερία μας πολὺ συχνὰ ἀποδεικνύεται ἕνα ἄσχημο δῶρο. Ὅμως ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι λιγότερο ἀπὸ ἐλεύθερος, τότε γίνεται κάτι λιγότερο κι ἀπὸ ἄνθρωπος.

Ἡ ζωτικὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας μπορεῖ νὰ φανεῖ στὴν περίπτωση τῆς εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ τί σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος. Στὸν Εὐαγγελισμό, ὁ Ἀρχάγγελος δὲν ἐπληροφόρησε ἁπλῶς τὴν Παναγία γιὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ περίμενε τὴν ἐλεύθερη καὶ ἐθελοντική της ἀπάντηση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1:38). Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀρνηθεῖ. Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν πρωτοβουλία, ὅμως ἡ ἐθελοντικὴ συνεργασία τῆς Παναγίας εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητη. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα παθητικὸ ἐργαλεῖο ἀλλὰ ἕνας ἐνεργητικὸς μέτοχος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀπάντησή της μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἦταν ἕνα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸ συμπέρασμα· σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐλεύθερα δοσμένη ἀπάντηση κρεμόταν ὁλόκληρο τὸ μέλλον τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.

Σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ ὁλοένα γίνεται πιὸ ἀπάνθρωπος - σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ φαινομενικὰ ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτές, τὶς στατιστικὲς καὶ τὶς μηχανὲς - ἡ ἀνάγκη γιὰ Χριστιανοὺς ποὺ ἐπιμένουν στὴν ὑψίστη ἀξία τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἄμεση. Σ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ἀποφασιστικῆς σημασίας ἀπὸ τὶς ἐλεύθερες πράξεις ἐκλογῆς ποὺ γίνονται ἀπὸ πρόσωπα προικισμένα μὲ λόγο καὶ συνείδηση. Ὡς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὶς ἀσυνείδητες διαθέσεις μας, ὅμως ποτὲ δὲν ὑποδουλωνόμαστε τελειωτικὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα. Παραμένουμε ἐλεύθεροι. Ὁ Θεὸς ἔθεσε τὸν καθένα ἀπό μας σὰν βασιλιὰ πάνω στὴ γῆ καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία ἐπὶ «πάντων τῶν κτηνῶν» (Γεν. 1:28). Ἂς μὴν παραιτούμαστε ἀπὸ αὐτή μας τὴ βασιλικὴ ἐξουσία ἀπὸ δειλία ἢ ἔλλειψη φαντασίας.

Ἐδῶ ἐξάγεται ἕνα σημαντικὸ συμπέρασμα. Ἡ ἐλευθερία δείχνει ὅτι σὰν ἄνθρωποι εἴμαστε διάφοροι, ξεχωριστοί. Ἐφόσον καθένας ἀπὸ μᾶς εἶναι ἐλεύθερος, ὁ καθένας ἐκφράζει τὸ κατ᾿ εἰκόνα μὲ τὸ ὅποιο εἶναι προικισμένος μὲ τὸ δικό του ἣ δικό της μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τρόπο. Καὶ ὁ καθένας, ἐφόσον εἶναι μοναδικός, ἔχει ἀνεκτίμητη ἀξία· ὁ καθένας εἶναι τὸ τέρμα καὶ ὁ σκοπὸς κι ὄχι τὸ μέσο γιὰ κάποιον ἄλλο σκοπό. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μᾶς κάνει νὰ σκεφτόμαστε μὲ τρόπο στερεότυπο, ἔτσι ποὺ νὰ φαίνεται ὅτι ὅλα μετροῦνται καὶ κατατάσσονται στατιστικὰ ἢ «προγραμματίζονται» σ᾿ ἕνα κομπιοῦτερ. Ὡς χριστιανοὶ ἀνθρωπιστὲς ἔχομε κάθε λόγο νὰ ἀρνηθοῦμε μία τέτοια τάση. Εἶναι καθῆκον μας νὰ προσβλέπουμε πάντα πέρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό της ἐπιπολαιότητας, ὅπου οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις κατατάσσονται σὲ ὁμάδες, πρὸς τὸ ἐπίπεδό της γνήσιας προσωπικότητας, ὅπου κανένας δὲν εἶναι κουραστικός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθιστώντας μας ἐλεύθερους, κάνει τὸν καθένα μας διαφορετικό· τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματοφόροι ἢ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλύπτουν σὲ μᾶς τὰ πραγματικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, πάντοτε ἐπιδεικνύουν τὴν ἄκρα ποικιλία. Δὲν εἶναι ἡ ἁγιότητα ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ εἶναι μονότονη.
Εὐχαριστία

Κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, προικισμένος μὲ αὐτοσυνειδησία καὶ ἠθικὴ ἐκλογή, ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο κάνοντάς του χρήση ὅπως τὰ ὑπόλοιπα ὄντα. Τὸ ἀνθρώπινο ὂν μπορεῖ ἐπιπλέον νὰ δοξάζει τὸ Θεό, ἀντιπροσφέροντας τὴ δημιουργία στὸ Δημιουργό με εὐχαριστία· καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν πράξη τῆς προσφορᾶς ὁ καθένας γίνεται πραγματικὸς ἄνθρωπος, πραγματικὸ πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερο οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινής μας ὕπαρξης. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐλεύθερο ὂν ἀλλὰ ἕνα εὐχαριστιακὸ ὄν. Ὁ καθένας εἶναι καὶ βασιλιὰς καὶ ἱερέας.

Αὐτὸ τὸ σημεῖο μπορεῖ καὶ πάλι νὰ τονιστεῖ μὲ κάτι ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι. Ὁ ἥρωας, ἢ μᾶλλον ὁ ἀντί-ἥρωας, λέει στὶς Σημειώσεις ἀπὸ τὸ Ὑπόγειο:

«Κύριοι, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι βλάκας... Ὅμως ἂν δὲν εἶναι βλάκας, εἶναι τερατωδῶς ἀγνώμων. Εἶναι ἀγνώμων μ᾿ ἕνα τρόπο πρωτοφανῆ. Ἀκόμη νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος ὁρισμὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι: ἕνα δημιούργημα μὲ δυὸ πόδια καὶ καθόλου αἴσθηση εὐγνωμοσύνης...

Μόνο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προφέρει κατάρες: εἶναι τὸ προνόμιό του καὶ αὐτὸ κυρίως τὸν κάνει νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα».

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀναμφίβολα ὀρθὰ γιὰ τὸ μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅμως στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀρχικὰ ὁ Θεὸς τὸν ἤθελε νὰ εἶναι, καὶ ὅπως λυτρώθηκε ἐν Χριστῷ, αὐτὲς οἱ θέσεις πρέπει νὰ ἀντιστραφοῦν. Ὁ καλύτερος ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κύριο χαρακτηριστικό του, αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ εἶναι ὁ ἑαυτός του, εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη ἢ εὐχαριστία. Αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα, τὸ προνόμιό του σὰν ἱερέας τῆς κτίσης, εἶναι νὰ εὐλογεῖ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐπικαλεῖται, τὴ θεία εὐλογία γιὰ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα.

Ὅπως καὶ πρίν, ἔτσι καὶ τώρα, τὸ παράδειγμα τῆς Θεοτόκου στὸν Εὐαγγελισμὸ μπορεῖ νὰ σταθεῖ τὸ πρότυπό μας. Ὅταν πῆρε τὸ μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀπάντησε μὲ μία πράξη εὐχαριστίας: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρι μου» (Λουκ. 1:46-7).

Ἡ διάθεσή της εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς χαρᾶς, τῆς εὐχαριστίας τῆς δοξολογίας.

Ἄν, λοιπόν, πρόκειται νὰ εἴμαστε πραγματικὰ ἄνθρωποι στὴν ἐσωτερική μας ζωή, ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστίας. «Προσευχὴ εἶναι ἡ κατάσταση τῆς συνεχοῦς εὐχαριστίας», τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (1829-1908). Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (7ος αἰώνας) σημειώνει:

«Πρὸ πάντων ἐν τῷ τῆς ἡμετέρας δεήσεως χάρτη εὐχαριστίαν εἰλικρινῆ κατατάξωμεν· ἐν δευτέρῳ δὲ στίχω, ἐξομολόγησιν καὶ συντριμμὸν ψυχῆς ἐν αἰσθήσει· εἶθ᾿ οὕτω τὴν αἴτησιν ἡμῶν τῷ παμβασιλεῖ γνωρίσωμεν».

Εὐχαριστία, ἐξομολόγηση, αἴτηση - αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ σειρὰ ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε ὅταν προσευχόμαστε. Δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζουμε ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες μας. Πρὶν σκύψουμε πρὸς τὰ κάτω γιὰ νὰ δοῦμε τὴν ἐσωτερική μας ἀσχήμια, πρέπει νὰ ὑψώσουμε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ἔξω καὶ πρὸς τὰ πάνω γιὰ νὰ ἀτενίσουμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὅποιο ὁ εἰκοσιτετράωρος λατρευτικὸς κύκλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀρχίζει κάθε μέρα μὲ τὸν ἑσπερινὸ ὅπου διαβάζεται ὁ ψαλμὸς 103 ποὺ εἶναι ἕνας ὕμνος δοξολογίας γιὰ τὴ δημιουργία:

«Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω (...) ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας».

Μὲ παρόμοιο τρόπο ἀρχίζει καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, ὄχι μὲ μιὰ πράξη ἐξομολόγησης ἀλλὰ μὲ μία προκήρυξη γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Ὡς ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζουμε πρῶτα-πρῶτα εὐλογώντας αὐτὸν γιὰ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας του.
Κοινωνία

Πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι εἴμαστε ἐλεύθερα ὀντὰ καὶ εὐχαριστιακὰ ὄντα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης κοινωνικὸ ὄν. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρίτο χαρακτηριστικό του στοιχεῖο. Εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ τοῦ Ἀριστοτέλη, ἕνα «πολιτικὸ ζῶο», γιατί ὄντως πραγματώνει τὸν ἑαυτό του, γίνεται ὄντως ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ σὲ μία πόλη, σ᾿ ἕνα κοινωνικὰ ὀργανωμένο χῶρο. Ἀκόμη καὶ οἱ ἐρημίτες πρέπει νὰ προετοιμάσουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴ μόνωση, ἀφοῦ ζήσουν ἀρχικὰ στὴν κοινωνικὴ ζωὴ μιᾶς μοναχικῆς ἀδελφότητας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διαλογικός. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ λόγια του John Macmurray «δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος μέχρι ποὺ νὰ βρεθοῦν δυὸ τουλάχιστον σὲ κοινωνία».

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός, ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1:26). Αὐτὸ τὸ «ποιήσωμεν ἄνθρωπον», ὅπως παρατηροῦν οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δείχνει ὅτι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔκαναν συμβούλιο μεταξύ τους. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος - δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας, ἀλλὰ ἕνας ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν καλεῖται νὰ πραγματώσει τὸν ἑαυτό του καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ, σὲ κοινότητα ἢ κοινωνία. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μία ἀπομονωμένη μονάδα, ἀλλὰ μία ἕνωση τριῶν προσώπων ποὺ ἀλληλοπεριχωροῦνται μέσῳ μιᾶς ἀκατάπαυστης ἀμοιβαίας ἀγάπης, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, πραγματώνει πλήρως τὸν ἑαυτό του - γίνεται ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὴ θεία εἰκόνα - μόνο ὅταν ζεῖ μέσα στοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Γίνεται ἄνθρωπος ὅταν ξέρει νὰ μοιράζεται.

Ὁ Ντοστογιέφσκι μᾶς προσφέρει ἀκόμη μιὰ πετυχημένη εἰκόνα αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Στοὺς Ἀδελφοὺς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται, μιὰ λαϊκὴ ἱστορία ποὺ ἄκουσε κάποτε, σχετικα μὲ μία ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ δὲν ἔζησε σωστὰ καὶ μετὰ θάνατο βρέθηκε σὲ μία λίμνη ἀπὸ φωτιά. Ὁ φύλακας Ἄγγελός της προσπαθοῦσε νὰ κάνει ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ βοηθήσει. Ἡ μόνη καλὴ πράξη ὅμως ποὺ θυμόταν ὅτι ἔκανε αὐτὴ ἡ γυναίκα ὅταν ζοῦσε, ἦταν ποὺ εἶχε δώσει κάποτε ἀπὸ τὸν κῆπο της ἕνα κρεμμύδι, σὲ μιὰ ζητιάνα. Πῆρε λοιπὸν ὁ ἄγγελος τὸ κρεμμύδι, εἶπε στὴ γυναίκα νὰ πιαστεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ κι ἄρχισε νὰ τὴν τραβᾷ ἔξω ἀπὸ τὴ λίμνη. Μέσα στὴ λίμνη ὅμως δὲν ἦταν μόνη της. Ὅταν οἱ ἄλλοι εἶδαν τί συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω καὶ κρεμάστηκαν πάνω της μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ συρθοῦν κι αὐτοὶ ἔξω μαζί της. Τότε ὅμως ἡ γυναίκα, μὲ τρόμο καὶ ἀγανάκτηση, ἄρχισε νὰ τοὺς κλωτσᾷ. «Ἀφῆστε με», φώναξε. «Ἔμενα τραβᾷ ἔξω, ὄχι ἐσᾶς. Δικό μου εἶναι τὸ κρεμμύδι, ὄχι δικό σας». Τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ εἶπε αὐτό, τὸ κρεμμύδι ἔσπασε στὰ δυὸ καὶ ἡ γυναίκα ἔπεσε πίσω, μέσα στὴ λίμνη. Καὶ ἐκεῖ μέσα καίγεται μέχρι σήμερα.

Ἐὰν ἡ ἡλικιωμένη γυναίκα ἔλεγε μόνο, «αὐτὸ εἶναι τὸ κρεμμύδι μας», δὲν θὰ ἀποδεικνυόταν ἄραγε ἀρκετὰ δυνατὸ γιὰ νὰ τοὺς τραβήξει ὅλους ἔξω ἀπὸ τὴ φωτιά; Μόλις ὅμως εἶπε «εἶναι δικό μου, ὄχι δικό σας», ἔγινε κάτι λιγότερο ἀπὸ ἄνθρωπος. Μὲ τὸ νὰ ἀρνηθεῖ τὸ μοίρασμα, ἀρνήθηκε τὴν προσωπικότητά της. Ὁ γνήσιος ἄνθρωπος, πιστὸς στὴν εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης Θεότητας, εἶναι αὐτὸς ποὺ πάντοτε λέει ὄχι «ἐγώ», ἀλλὰ «ἐμεῖς», ὄχι «δικό μου» ἀλλὰ «δικό μας». Ἡ προσευχὴ ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μας δίδαξε ἀρχίζει μὲ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» κι ὄχι «Πάτερ μου». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὴν πρώτη ἀποστολικὴ κοινότητα τῶν Χριστιανῶν στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ ξεχωρίσει, ἦταν ἀκριβῶς ἡ πράξη τῆς μοιρασιᾶς. «Ἦσαν δὲ προσκατεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς (...) πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 2:42-4). Ὡς Χριστιανοὶ δεκαεννιὰ αἰῶνες ἀργότερα, πόσο ἀπεγνωσμένα χρειαζόμαστε νὰ ἀνακτήσουμε αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς κοινωνίας, νὰ ξαναμάθουμε πῶς νὰ μοιραζόμαστε τὸ κρεμμύδι.

Τὸ πρότυπό μας σ᾿ αὐτὸ τὸ μοίρασμα εἶναι καὶ πάλι ἡ Παναγία. Ὅταν δέχθηκε τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ἄμεση ἀντίδρασή της ἦταν νὰ πορευθεῖ «εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς» γιὰ νὰ μοιραστεῖ τὴν καλὴν εἴδηση μὲ τὴν ἐξαδέλφη της Ἐλισάβετ (Λουκ. 1:39-40). Μὲ σπουδὴ καὶ αἴσθημα βιασύνης: ἔνιωθε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσει τὴ χαρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό της.

Ὅπως δείχνει ἡ παραβολὴ τῶν προβάτων καὶ τῶν ἐριφίων (Ματθ. 25:31-46), τὸ κριτήριο τῆς θείας κρίσης στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ εἶναι οἱ ἐσωτερικές μου σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα, οἱ θεῖες ὀπτασίες καὶ οἱ ἐκστάσεις μου. Οὔτε θὰ ἐρωτηθῶ γιὰ τὴ μοναχική μου ἄσκηση, τὶς νηστεῖες καὶ τὶς μετάνοιες. Θὰ μοῦ ζητηθεῖ ὅμως νὰ πῶ ἂν ἔδωσα τροφὴ στοὺς πεινασμένους, ἂν ἐπισκέφθηκα τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς ἄρρωστους, ἂν φιλοξένησα τοὺς ξένους. Γι᾿ αὐτὰ ὅλα θὰ ἐρωτηθῶ. Μὲ ἄλλα λόγια, πῶς ἦσαν οἱ σχέσεις μου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Ἤξερα νὰ μοιράζομαι; Ἤμουν ἁπλῶς ἕνα ἄτομο, κλεισμένο στὸν ἑαυτό μου; Ἢ ἤμουν ἕνα αὐθεντικὸ πρόσωπο ποὺ ζοῦσα σὲ κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους; Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ποὺ ἡ λέξη πρόσωπο σημαίνει, ἐπίσης καὶ «ὄψη». Εἶμαι ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο, ποὺ ξεχωρίζω ἀπὸ τὰ ἄλλα, μόνο ὅταν στέκω ἀπέναντί τους, τὰ ἀντικρύζω, τὰ κοιτάζω μέσα στὰ μάτια καὶ αὐτὰ κοιτάζουν ἐμένα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ κατοικεῖ μέσα στὴν καρδιά μας εἶναι Πνεῦμα κοινωνίας: κάνοντάς μας διαφορετικούς, μᾶς κάνει ὅλους ἕνα.

Ζώντας σὲ μία κοινωνία ποὺ μεγαλώνει ὁλοένα πιὸ ψυχρὰ καὶ ἀδιάφορα, εἶναι χριστιανικό μας καθῆκον νὰ ἐπαναβεβαιώσουμε τὸ νόημα τῆς προσωπικῆς κοινωνίας. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψουμε στὶς μηχανὲς νὰ κυριαρχήσουν. Ὑπάρχει μία ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πῆγε νὰ δεῖ ἕναν ψυχίατρο. «Βρῆκα σὰν πιὸ εὔκολο τρόπο γιὰ νὰ συγκεντρώνομαι», εἶπε ὁ ψυχίατρος, «τὸ νὰ μὴ σὲ κοιτάζω στὸ πρόσωπο. Γι᾿ αὐτὸ ξάπλωσε στὸν καναπὲ καὶ ἐγὼ θὰ καθήσω στὴ γωνιά, πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα». Ἀφοῦ πέρασε λίγη ὥρα ὁ ἄνθρωπος παραξενεύθηκε γιατί ἐπικρατοῦσε μία ὕποπτη ἡσυχία πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Περπάτησε στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν τοῦ ὡς τὴ γωνιὰ καὶ κοίταξε προσεκτικὰ πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Οἱ ὑποψίες του ἐπιβεβαιώθηκαν. Εἶδε μία καρέκλα καὶ πίσω της μιὰ πόρτα· ὅμως πουθενὰ ὁ ψυχίατρος. Στὴν καρέκλα ὑπῆρχε ἕνα κασεττόφωνο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν τὰ ἔχασε. Εἶχε πεῖ τὴν ἱστορία του πολλὲς φορὲς σὲ διαφορετικοὺς ψυχίατρους καὶ τὴν εἶχε γραμμένη σὲ κασέττα. Πῆρε λοιπὸν ἕνα κασεττόφωνο ἀπὸ τὴν τσάντα του, ἔβαλε μέσα τὴν κασέττα, τὸ ἄφησε στὸν καναπὲ καὶ τὸ ἔβαλε σὲ λειτουργία. Ὕστερα κατέβηκε κάτω γιὰ νὰ πάρει ἕνα καφέ. Στὴν καφετερία ὅμως συνάντησε τὸν ψυχίατρο ποὺ ἐπίσης ἔπαιρνε τὸν καφέ του. Ὁ ἄνθρωπος κάθησε στὸ ἴδιο τραπέζι μαζί του. «Πρόσεξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ ψυχίατρος, «δὲν ἔπρεπε νὰ βρίσκεσαι ἐδῶ· ὄφειλες νὰ μείνεις πάνω, ξαπλωμένος στὸν καναπέ, νὰ λὲς τὴν ἱστορία σου». «Πολὺ σωστά», ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος. «Τὸ δικό μου κασεττόφωνο μιλᾶ στὸ δικό σου».

Ὡς Χριστιανοὶ βρισκόμαστε ἐδῶ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὴ μεγάλη ἀξία τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας καὶ συνάντησης - ὄχι μηχανὴ πρὸς μηχανή, ἀλλὰ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, ἐνώπιος ἐνωπίῳ.
Ὡρίμανση

Τέτοιο εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο: ἐλεύθερο, εὐχαριστιακό, κοινωνικό - αὐτὸ πού, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ τοῦ Ντοστογιέφσκι, καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του «ὑπεύθυνο γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα». Σ᾿ αὐτὰ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ πρέπει νὰ προστεθεῖ καὶ ἕνα τέταρτο: ἡ ὡρίμανση, ἡ πορεία πρὸς τὰ ἐμπρός, ἡ συνεχὴς πρόοδος. «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμέν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα» (Α´ Ἰω. γ:2). Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο δὲν εἶναι στατικὸ ἢ στάσιμο, ἀλλὰ εἶναι δυναμικό. Εἶναι ἕνας ὁδοιπόρος, ἕνας ταξιδευτὴς - homo viator.

Αὐτὴ ἡ δυναμικὴ ὄψη τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας συχνὰ ἐκδηλώνεται κάνοντας μία διάκριση μεταξὺ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὁμοίωσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ συγγραφέας τῆς Γεν. 1:26, ὅταν ἔγραψε τὶς λέξεις «κατ᾿ εἰκόνα ἡμέτεραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» πιθανὸν δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ δημιουργήσει ἀντίθεση μεταξὺ τῶν δυὸ ὅρων. Ἁπλῶς ἐκατανοοῦντο ὡς δυὸ παράλληλοι. Οἱ Ἕλληνες ὅμως Πατέρες - ἰδιαίτερα ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, ὁ Ὠριγένης, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός - τοὺς ἑρμηνεύουν ὡς νὰ ἔχουν διαφορετικὸ νόημα. Ἡ εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἐξήγηση, δηλώνει αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος κατέχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ὁποῖο, παρὰ τὴν Πτώση, ποτὲ δὲν χάθηκε ἐντελῶς. Ἡ «ὁμοίωση» δηλώνει τὸν ἔσχατο σκοπό μας, τὴν πληρότητα τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς ζωῆς ἐν Θεῷ, τὴ θέωση. Εἰκόνα εἶναι τὰ ἀρχικὰ χαρίσματα ποὺ δόθηκαν στὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴ δημιουργία, ὁμοίωση ὁ τελικὸς σκοπὸς ποὺ πρέπει νὰ ἐκπληρωθεῖ μέσῳ τῆς ὀρθῆς χρήσης τῆς ἐλευθερίας, μὲ τὴ χάρη πάντοτε τοῦ Θεοῦ. Εἰκόνα εἶναι ἡ δυνατότητα γιὰ πραγματοποίηση τῆς ὁμοίωσης, ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα. Ἡ Εἰκόνα δὲν εἶναι ποτὲ αὐτάρκης. πάντοτε κοιτᾶ πρὸς τὰ ἐμπρός, κατευθύνεται πάντα πρὸς τὴν ὁμοίωση γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ταξιδευτής, ὁ homo viator, σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ βρίσκεται σ᾿ ἕνα ταξίδι ἀπὸ τὴν εἰκόνα στὴν ὁμοίωση.

Οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς συχνὰ μίλησαν γιὰ τὸ «πρωτόκτιστον κάλλος» τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, στὸν Παράδεισο. Ὁ Ἀδὰμ κατὰ τὴ δημιουργία του, μὲ μιὰ τέτοια θεώρηση, προικίστηκε μὲ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς γνώσεως. Γιὰ μᾶς σήμερα εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε τί σημαίνει αὐτό. Εἶναι λοιπὸν σημαντικὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος ποὺ ἐξετάζεται ἡ προπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴ χριστιανικὴ παράδοση. Ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ προσέγγιση ποὺ βρίσκεται σὲ συγγραφεῖς τοῦ δευτέρου αἰώνα, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ Θεόφιλος Ἀντιοχείας καὶ Εἰρηναῖος, καὶ ἡ ὁποία προσαρμόζεται πολὺ καλύτερα στὴ δυναμικὴ διάκριση ποὺ κάναμε μεταξὺ εἰκόνας καὶ ὁμοίωσης. Ὁ ἄνθρωπος στὴν πρώτη δημιουργία, εἰσηγοῦνται αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς, ἦταν σὰν νήπιο - τέλειος ὄχι τόσο ἐνεργείᾳ, ὅσο δυνάμει. Δὲν ἦταν προικισμένος μὲ τὴν πληρότητα τῆς σοφίας καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ βρισκόταν ἁπλῶς σὲ μιὰ κατάσταση ἁπλότητας καὶ ἀθωότητας. «Ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμη ἀναπτυγμένη τέλεια τὴν ἀντίληψή του», σημειώνει ὁ Εἰρηναῖος. «Ἀπαραίτητα ἔπρεπε νὰ ὡριμάσει καὶ νὰ φτάσει στὴν τελειότητα». Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς ἔβαλε τὰ πόδια τοῦ Ἀδὰμ στὸ σωστὸ δρόμο, ὅμως ὁ Ἀδὰμ εἶχε μπροστά του πολλὴ ἀπόσταση νὰ διανύσει ὥσπου νὰ φτάσει στὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ του. Ὁ homo viator δὲν ταξιδεύει σ᾿ ἕνα κλειστὸ κύκλο ἀλλὰ κατὰ μῆκος μιᾶς γραμμῆς ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω.

Αὐτὸ τὸ σημεῖο δικαιώνεται ἂν δοθεῖ ἡ πραγματικὴ βαρύτητα στὴν Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Λαμβάνοντας τὴ δική μας ἀνθρώπινη φύση στὴ δική του κατὰ τὴν ἐνσάρκωση καὶ «θεώνοντας» τὴν κατὰ τὴ Μεταμόρφωση, Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψη, ὁ Λόγος εἰσήγαγε στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα νέο στοιχεῖο, μιὰ πιὸ πλήρη διάσταση ποὺ δὲν ὑπῆρξε σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲν ἀποκατάστησε ἁπλῶς τὴν εἰκόνα ἀλλὰ χάρισε στὸ καθ᾿ ὁμοίωση πλατύτερες δυνατότητες. Τὸ τέλος ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀρχή· ἐσχατολογία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀρχαιολογία.

Ὅμως ὅλα δὲν σταματοῦν ἐδῶ. Σύμφωνὰ μὲ τὸ Βίο τοῦ Μωυσέως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (330-395), ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἡ συνεχὴς ὡρίμανσή του - ὁ Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ ἐπέκταση, ποὺ σημαίνει τὴν κίνηση εἰς τὸ πέραν, πέρα ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μπροστὰ (ἰδὲ Φιλ. 3:13) - θὰ συνεχιστεῖ ἀδιάκοπα ὄχι μόνο σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη, στὴν αἰωνιότητα. Ὄχι μόνο στὴ γῆ, ἀλλ᾿ ἐξ ἴσου στὸν οὐρανό, ἡ ὡρίμανση εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς ἀνθρώπινής μας προσωπικότητας. Ἀφοῦ ὁ θεὸς εἶναι ἀτελεύτητος, πιστεύει ὁ Γρηγόριος, ἡ σεσωσμένη ἀνθρώπινη φύση δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ μετέχει ἔτι καὶ ἔτι πληρέστερον στὴν ἀπέραντη δόξα καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση μας γι᾿ αὐτόν, ἐνῶ συνέχεια αὐξάνεται ποτὲ δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ. Ἡ οὐσία τῆς τελειότητας συνίσταται παραδόξως στὸ γεγονὸς ὅτι ποτὲ δὲν γινόμαστε τέλειοι ἀλλὰ συνεχίζουμε νὰ μεταμορφωνόμαστε ἀπὸ «δόξης εἰς δόξαν» (Β´ Κορ. 6:18). Ὅπως γράφει ὁ Jean Danielou, «κάθε τέλος εἶναι μία καινούργια ἀρχή, καὶ κάθε ἄφιξη εἶναι μοναχὰ μιὰ νέα ἀναχώρηση». Κάθε σύνορο, στὴ σκέψη τοῦ Γρηγορίου, προϋποθέτει ἕνα πέραν· κάθε περιορισμὸς συνεπάγεται, ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι πεπερασμένος. Ἡ αἰωνιότητα ὅπως καὶ ἡ ἱστορία δὲν εἶναι ἕνας κύκλος ἀλλὰ μία πορεία πρὸς τὰ πάνω. Δὲν εἶναι ἕνα γεωμετρικὸ σημεῖο ἀλλὰ μία ἑλικοειδὴς ἄνοδος.

Αὐτὸ λοιπὸν σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος: νὰ ἐκλέγεις, νὰ εὐχαριστεῖς, νὰ μοιράζεσαι, νὰ ὡριμάζεις. Gloria enim, Dei vivens homo, βεβαιώνει, ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος: «Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος». Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ δόξα ὁλοένα καὶ πιὸ ἐμφανῆ στὸν ἑαυτό μας. Ἂς γίνουμε περισσότερο ὅμοιοι τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ γινόμαστε ἀκόμη περισσότερο ἄνθρωποι.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Αλλαγές και μεταμορφώσεις σε κίνηση προς την Βασιλεία των Ουρανών! π. Σπυρίδων Σκουτής



Δεν αλλάζουνε τα πράγματα αν δεν αλλάξουμε εμείς , διότι και εμείς είμαστε μέρος των πραγμάτων.


Δεν κάνω αγιασμό για να φύγει κάποιο αόριστο κακό όταν εγώ δεν θέλω να αλλάξω. Ζητάω την χάρη του Θεού για να με βοηθήσει να αλλάξω εγώ και τότε θα αλλάξει και ο κόσμος. Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη λέει ένα ρητό , όμως είναι ικανός να φέρει το μήνυμα της αλλαγής. Η χάρη του Θεού είναι ένα χέρι βοηθείας όταν θέλω να αλλάξω, αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. Η χάρη του Θεού ενεργεί με την συγκατάθεση του ανθρώπου. Τον Χριστό δεν τον φωνάζω ως δικαστή, τύραννο, μάγο, αλλά ως πατέρα, δάσκαλο, οδηγό, γιατρό και Σωτήρα.

Με τα Ιερά Μυστήρια ξεκινάει ένα ταξίδι εμείς νομίζουμε ότι κάτι τελειώνει αλλά τότε κάτι ξεκινά! Με την βάπτιση φοράμε τα στρατιωτικά ρούχα και ξεκινάμε το ταξίδι του πολέμου! Με τον εαυτό μας, με τον πονηρό, με τον κόσμο, με την φθορά με τα πάντα ! Αλλά πάντα με οδηγό έναν πατέρα που στο κάλεσμα του όλα υποκλίνονται θεραπεύονται και νικώνται κατά κράτος. Ο γλυκύτατος Νυμφίος !

Θέλουμε όλα να αλλάξουν προς το κοσμικό καλό και όχι προς το καλό της σωτηρίας μας και φυσικά χωρίς να θέλουμε να κουνήσουμε το μικρό μας δαχτυλάκι.Το ότι μας συμφέρει κάτι κοσμικά δεν σημαίνει ότι μας ανοίγει την πόρτα της Βασιλείας των ουρανών διότι μπορεί αυτό το κοσμικό συμφέρον με λάθος χειρισμούς να μας ρίξει στην απώλεια. Το θαύμα, ο αγιασμός, η μεταμόρφωση του ανθρώπου είναι στην ουσία ένας γάμος που χρειάζονται δύο για να γίνει. Ένας είναι ο Θεός και ο άλλος είναι ο άνθρωπος. Ο Χριστός είναι ο Θεός που θέλει ως άνθρωπος και εμείς πάμε να αποκτήσουμε και να σμιλεύσουμε με την άσκηση αυτό το Άγιο θέλημα. Με την άσκηση γυρνάω τις ράγες με το κλειδί της προαιρέσεως για να αλλάξω κατεύθυνση δηλαδή να μετανοήσω να αλλάξει ο νους ρότα δηλαδή προορισμό και τότε θα αλλάξουν τα πάντα.

Όταν θέλω τον Θεό όπως θέλει ο εγωϊσμός μου ένας τέτοιος γάμος δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει ποτέ. Όταν όμως θέλω τον Θεό όπως θέλει εκείνος μέσα από τον δρόμο της υπακοής τότε ο γάμος όχι μόνο γίνεται αλλά φτάνει μέχρι το ουρανό με το στεφάνι της αγιότητος να ακτινοβολεί σε όλο το στερέωμα της οικουμένης. Ο Χριστιανός με την άσκηση κινείται ! Τι σημαίνει αυτό ; Δεν είναι ευχαριστημένος ποτέ με τον εαυτό του. Νιώθει τελευταίος και αυτό το βίωμα το καθιστά πρώτο! Κάθε μέρα γίνεται σκαλοπάτι και ευκαιρία για άσκηση και αλλαγή. Κινούμαι σημαίνει αλλάζω ! Αλλάζω συνέχεια! Κίνηση σε σχέση μπροστά με το πρόσωπο του Νυμφίου.

Η αλλαγή και η μεταμόρφωση έρχεται με την συνεχή σχέση και όχι με περιστασιακά καλέσματα για κοσμικούς λόγους και βολέματα. Πάμε στην εξομολόγηση και λέμε ότι θέλουμε να αλλάξουνε οι άλλοι που μας ενοχλούν αλλά για την δική μας θέση στα πράγματα ούτε λόγος. Ο Χριστός απλά μένει ένα φιλοσοφικό όνομα στην ζωή μας ή μια θρησκευτική τυπικότητα για τα μάτια του κόσμου με μια φανουρόπιτα μια φορά το χρόνο, μια αρτοκλασία και ένα Χριστός Ανέστη του πενταλεπτου μέσα από το αυτοκίνητο.

Σε τι θέση έχουμε τελικά τον Κύριο στην ζωή μας; Έχει κάποια θέση ; Έχει την θέση του μάγου αν αρρωστήσω να με κάνει καλά; Του τζίνι για να μου κάνει τα χατίρια ; Του δικαστή για να ρίξει κακία σε αυτούς που με πληγώνουν ;

Πότε άραγε θα θελήσουμε να βάλουμε τον Χριστό στην Βασιλική καθέδρα της καρδιάς μας;

Πότε θα γίνει το Α και το Ω της ζωής μας ;

Πότε θα γίνει ο δάσκαλος, ο πατέρας, ο γιατρός, ο οδηγός και ο Σωτήρας μου;

Πότε θα γίνει το σημείο αναφορά σε κάθε απόφαση της ζωής μου ;

Τελικά αυτή είναι η πρόγευση της κολάσεως μας, ότι ο Χριστός δεν έχει την θέση που του αξίζει στην ζωή μας και ότι εμείς δεν θέλουμε να αλλάξουμε. Κόλαση για τον Χριστιανό είναι να ξημερώνει μια μέρα και να μένει ο ίδιος ή χειρότερος από την προηγούμενη ενώ παράδεισος είναι η συνεχής μετάνοια με θέα την θεραπεία, τον αγιασμό και την Βασιλεία των ουρανών…

Ξεκίνα τις αλλαγές τώρα αδερφέ ώστε να αρχίζεις να προγεύεσαι τον Παράδεισο που είσαι ήδη προσκεκλημένος ! Καλό αγώνα…!

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

Οι Ιερείς ως ποιμένες; ή ως "μαριονέτες"; ο. Σπυρίδων Σκουτης



Επειδή, πολλά χρόνια σε όλη την οικουμένη ακούμε αυτούς τους χαρακτηρισμούς (καλός παπάς – αυστηρός παπάς)


και μάλιστα σε καθημερινή βάση, ας τους αναλύσουμε λιγάκι ώστε να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και να μπορέσουμε να ωφεληθούμε πνευματικά:

Καλός Ιερέας: Καλός παπάς για τον κόσμο είναι αυτός ο οποίος δεν μιλάει , δεν αλλάζει το στραβό , δεν κάνει κηρύγματα – και αν κάνει, πρέπει αν είναι σύντομα χωρίς πολλά πολλά. . Απλά είναι μια μαριονέτα που κάποιοι θα του πούνε ακόμα και ποιες ευχές θα διαβάσει στα Μυστήρια.
Ένας παπάς που δεν μιλάει (γιατί δεν μας αρέσει) και αν πει κάτι που μας ενοχλήσει θα του κάνουμε και καταγγελία, έτσι για να δείξουμε ότι μπορούμε να κινούμε τα νήματα. Καλός είναι ο Ιερέας "Αγαπούλης" διότι μας κάνει ό,τι θέλουμε, δεν μας λέει ποτέ όχι, μας κάνει τα χατίρια ακόμα και σε παράλογα πράγματα και έτσι νομίζουμε ότι τα έχουμε καλά με τον Θεό. Αρκεί να μας λέει γλυκόλογα. Θεωρούμε ότι έτσι γλυκαίνει την ψυχή μας, αλλά στην ουσία χαϊδεύει τους δαίμονές μας και θεραπεία δεν υπάρχει. Αποτέλεσμα: Θέλουμε έναν παπά στα αμαρτωλά μας μέτρα για να τον χειριζόμαστε όπως θέλουμε, χωρίς να μας ενδιαφέρει η ευλογημένη ενοριακή ζωή, ούτε η ορθόδοξη πίστη, ούτε η σωτηρία της ψυχής.

Αυστηρός Ιερέας: Αυστηρός παπάς για τον κόσμο είναι αυτός που μας ξεβολεύει. Αυτόν που μιλάει για τον Χριστό και τους Πατέρες μάλιστα, τον θεωρούμε ακραίο. Για την ακρίβεια, χαρακτηρίζουμε αυτά που λέει ακραία και «παπαδίστικα» ενώ είναι λόγια του Χριστού και των Αγίων! Αυστηρός παπάς για τον κόσμο είναι αυτός που επειδή θέλει να βάλει τάξη γενικότερα στην ενορία, ορμάμε να τον φάμε με το επιχείρημα : «Εμείς έτσι τα μάθαμε και έτσι θα μείνουνε». Ιδιαίτερα αν ο παπάς μιλάει για Μετάνοια, Εξομολόγηση , Εκκλησιασμό, Θεία Κοινωνία θα ορμήσουμε να τον γδάρουμε. Έχουμε φτιάξει έναν Χριστό στα μέτρα μας και όταν ο παπάς μας πει ότι αυτός ο Χριστός δεν έχει καμία σχέση με τον πραγματικό Χριστό θα πέσουμε να τον φάμε.... Αν ακόμα μπορούσε ο παπάς να καταργήσει τις νηστείες και τον Εκκλησιασμό θα τον λατρεύαμε! ..... Θέλουμε γλυκόλογα αλλά όχι άσκηση, θέλουμε σωτηρία χωρίς μετάνοια και αλλαγή.....

Αν ζούσε στην μέρες μας ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ή ο Άγιος Νικόδημος και ήταν εφημέριοι σε ενορίες σε λιγότερο από μία εβδομάδα θα τους είχαν κρεμάσει στις πλατείες..... "Παπά μου εμείς έτσι τα ξέρουμε, έτσι τα μάθαμε , τι είναι τούτα τα καινούρια που μας λές;....ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ!"

Αδιαφορία για τον Ιερέα: Υπάρχουν και αυτοί που δεν τους ενδιαφέρει γενικά τι λέει ο Ιερέας και η Εκκλησία. Πιστεύουν λένε με τον τρόπο τους, αυτός όμως ο τρόπος οδηγεί στην αίρεση και στην απώλεια. Ο Ιερέας μας ενδιαφέρει μόνο για να μας κάνει τη θρησκευτική-κοινωνιολογική εξυπηρέτηση. Δηλαδή να μας κάνει το Μυστήριο της οικογένειας και εκεί μάλιστα ΕΜΕΙΣ θα του υποδείξουμε τι θέλουμε και τί όχι ή να μας κάνει κάποια ιδιωτική λειτουργία έτσι για να δείξουμε και λίγη θρησκευτικότητα στη γειτονιά ή στο χωριό. Δυστυχώς δεν ρωτάμε για πνευματικά πράγματα τον ιερέα, ο οποίος εκφράζει τον λόγο της Εκκλησίας, αλλά κάνουμε ότι μας κατέβει. Γυναίκες μένουν έγκυες, άνθρωποι είναι στην εντατική και δεν ρωτάμε τον Ιερέα τι πρέπει να γίνει πνευματικά για να ωφεληθούν οι άνθρωποι. Απλά θα κάνουμε αυτό που μας είπε η θεία από το χωριό, το οποίο ενέχει μπόλικη δεισιδαιμονία, κι αν ο ιερέας μας πει το αντίθετο από αυτό που έχουμε χτίσει μέσα μας, στην καλύτερη θα του την πούμε και στη χειρότερη θα τον καταγγείλουμε στην Μητρόπολη και μετά θα λέμε στο χωριό "Εγώ τον τακτοποίησα τον Παπά!". Με μια τέτοια συμπεριφορά γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα...Τί τη θέλουμε τελικά την ενορία;

"Το κόκκινο κουμπί" της πυρηνικής έκρηξης : Αν ο Ιερέας κάνει το λάθος και μιλήσει ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ για το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, αμέσως στην ενορία έχει γίνει το κόκκινο πανί. "Σιγά που θα μου πει ο τράγος πότε θα κοινωνάω", "Δεν έχω αμαρτίες εγώ, άκου εκεί να πάω να τα πω στον Εξομολόγο", "Να τα αφήσει αυτά τα παπαδίστικα ο παπάς γιατί δεν θα έχουμε καλά ξεμπερδέματα". Η "αχίλλειος πτέρνα" ........"Παπά μου όλα καλά, αλλά όχι να πάμε να εξομολογηθούμε κι όλας!!!"

Βλέπουμε τον Χριστό σαν ένα ΑΓΑΛΜΑ, σαν ένα ΕΙΔΩΛΟ.... Θέλουμε ευλογίες, σωτηρία , Παράδεισο...Αλλά εμείς ΝΑ ΜΗΝ κάνουμε τίποτα. Κάνουμε μεγάλο αγώνα στη ζωή μας για να καταφέρουμε ανόητα επίγεια πράγματα αλλά για την σωτηρία λέμε "Δεν βαριέσαι , δεν σκότωσα , δεν έκλεψα θα με σώσει ο Καλός Θεούλης!".....

Πόσες φορές δυστυχώς βλέπουμε την Εκκλησία σαν ένα θρησκευτικό "Super Market" που θα πάμε να "αγοράσουμε ευλογίες" για να τα έχουμε καλά με το ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΟΝ!!! Πότε θα μας κάνει ο παπάς Θεια Λειτουργία της Παναγίας, των Χριστουγέννων, Επιτάφιους και Αναστάσεις άσχετα αν δεν πατάμε ποτέ το πόδι μας ,απλά να πούμε ότι στο χωριό ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΘΗΚΑΜΕ της Παναγίας ή το Πάσχα....Αλλά το Άγιο Ποτήριο το αποφεύγουμε όπως ο διάβολος το λιβάνι ή πάμε να Κοινωνήσουμε όπως μας αρέσει. Της πλάνης το ανάγωσμα.....

Αλοίμονο αδερφοί μου, πρέπει να αποφασίσουμε επιτέλους σαν Ορθόδοξοι τί θέλουμε....Στην Εκκλησία δεν μπορεί ο καθένας να επιβάλει το θέλημα του. Το θέλημα είναι του Κυρίου και εκεί κάνουμε υπακοή.
Στην Εκκλησία κάνουμε ότι μας παραδόθηκε από τον ίδιο τον Χριστό, τους Αγίους Πατέρες και την Ιερά Παράδοση. Αυτή είναι η πίστη μας. Εάν κάποιου δεν του αρέσει μπορεί άνετα να αλλαξοπιστήσει, είναι ελεύθερος να το κάνει. Αυτή όμως η σήψη να είμαστε Βαπτισμένοι Ορθόδοξοι αλλά πρακτικά χειρότεροι και από προτεστάντες , είναι μια κατάσταση λυπηρή.

Όπως έλεγε και ένας φίλος Ιερέας : “Ο Κόσμος βλέπει τον παπά σαν τον Μάγο της φυλής που θα κάνει τα ξόρκια για να μας πάει καλά η αμαρτωλή ζωή μας.”
Ας αποφασίσουμε επιτέλους τί θέλουμε και αν θέλουμε να λεγόμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Ας δούμε λοιπόν τους Ιερείς ως πατέρες και την ενορία ως οικογένεια.

Αυτή είναι η μία και μοναδική επιλογή για να μπορούμε να οδηγηθούμε στη Βασιλεία των Ουρανών.
Η αγάπη του Χριστού ας λαμπυρίσει τις καρδιές μας ώστε να βλέπουμε τα πράγματα καθαρά για να ωφεληθούμε.

Καλή Παναγιά...Και καλά μυαλά...

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Μάνα....Πονάω! Βοήθησε με..(π. Σπυρίδων Σκουτής)



Η νηστεία είναι πράξη αγάπης προς το πρόσωπο της Παναγίας , ανάγκη για προσωπική θεραπεία και πόθο για Θεό.


Τα υπόλοιπα είναι εκτροχιασμοί και εκπτώσεις που δεν χρειάζεται καν να τα αναλύσουμε. Στην άσκηση μπαίνει όλος ο άνθρωπος. Όταν μιλάμε για νηστεία μιλάμε για γονάτισμα των αισθήσεων : Για πείνα, αγρυπνία, προσευχή , για στέρηση των υλικών αγαθών προς τέρψη των ουρανίων απολαύσεων. Η άσκηση είναι το εμβόλιο για να χτυπήσουμε την αρρώστια των παθών. Η νηστεία ΟΛΩΝ των αισθήσεων είναι μεταμόρφωση του ανθρώπου σε προτύπωση του Νυμφίου , σε ομοίωμα των Αγίων και των Αγγέλων. Νηστεύω για να πω ΟΧΙ στα επίγεια και ΝΑΙ στα επουράνια. Η νηστεία είναι ερωτικός πόθος για ουρανό. Άσκηση για να γίνω ουρανοπολίτης.

Πολλές φορές λένε οι άνθρωποι: Δεν κατακρίνω, οπότε δεν χρειάζεται να νηστέψω. Ο αγώνας δεν μπαίνει σε καλούπια. Άλλο η αναλογία της ασκήσεως εξαιτίας της ανθρώπινης αδυναμίας, ένα θέμα το οποίο θα εξετάσει ο πνευματικός πατήρ και άλλο κάνω ό,τι με βολεύει και να μετατρέψω τη νηστεία σε ένα θρησκευτικό καθήκον με δικαίωση του εγωϊσμού μου.

Κουβέντες του στυλ θα νηστέψω όπως θέλω , πιστεύω όπως θέλω, δεν χρειάζεται εκείνο και το άλλο δείχνουν μια αγάπη σε πτώση. Η αγάπη προς τον Θεό δεν μπαίνει σε μπουκάλια και βαθμολογίες ή αγαπάμε ή όχι, ή θέλουμε να σωθούμε ή όχι.

Δεκαπέντε ημέρες σαν σκαλοπάτια να έρθω να παρακαλέσω τη μητέρα του Θεού και δική μου. Παρακαλούμε την Παναγία διότι την έχουμε ανάγκη. Χωρίς εκείνη δεν μπορούμε, είμαστε ορφανοί και απροστάτευτοι. Η μόνη που μπορεί να παρακαλέσει τον Υιό της για τη δική μας σωτηρία. Η μόνη που ως στοργική μητέρα αγκαλιάζει και θεραπεύει κάθε ανθρώπινο πόνο.

Παρακαλάμε για μετάνοια …..ούτε για υγείες και χρόνια ζωής , ούτε για υλικά αγαθά, ούτε τίποτα. Θέλουμε σωτηρία και αυτό θα γίνει μόνο από τον δρόμο της μετάνοιας. Το πώς θα γίνει θα το κρίνει ο Κύριος, με υγεία, δοκιμασία, πόνο, σταυρό, ευλογία… Ό,τι θέλει αρκεί να σωθούμε…

Χρειαζόμαστε την Παναγία για να γίνει η αδυναμία μας δύναμη, για να γίνει το δάκρυ χαμόγελο. Για να γίνει η πτώση Ανάσταση.

Πάμε στον Ναό αυτές τις μέρες για να τη συναντήσουμε και να πέσουμε στην αγκαλιά της. Να κλάψουμε, να ουρλιάξουμε, να της πούμε τα πάντα. Να της δώσουμε την πληγωμένη μας καρδιά που την έχουμε πληγώσει με την αμαρτία μας και αυτή ως μητέρα θα μας βοηθήσει.

Πάμε στον Ναό για να φωνάξουμε : “Μάνα πονάω , πονάει το παιδί σου , θέλω βοήθεια σε χρειάζομαι”...

Η Παναγία είναι το χρώμα του Ουρανού και του κόσμου...Μέσα από τη σχέση μαζί της νιώθουμε περισσότερο παιδιά και αυτό μας βοηθάει πολύ στην πνευματική μας ζωή…

Αυτό το όμορφο ένστικτο, όπως όταν ήμασταν παιδιά ...Όταν πέφταμε η πρώτη λέξη ήταν και το καλύτερο κάλεσμα…. “Μαμά!!!”

Τι όμορφος ψαλμός...Σαν ακτίνα του ήλιου στα σκοτεινά δωμάτια της καρδιάς μας.

«Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξει τας πράξεις ενώπιόν των Αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησον μοι εν τάχοι».

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Ο Χριστός ως πάζλ και η Αθεϊα ως ακαρδία. (π. Σπυρίδων Σκουτής )

Εντυπωσιακές λεπτομέρειες που ανιχνεύεις στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ιδιαίτερα στο στενό σου κύκλο.
Σίγουρα όλοι έχουμε τέτοια παραδείγματα. Θείους, Θείες, γνωστούς γείτονες, φίλους που όλο το χρόνο ειρωνεύονται τον Χριστό, το Πάσχα τους Αγίους αλλά σουβλίζουν αρνί το Πάσχα, πάνε στην Ανάσταση και φεύγουν 00:05'.

Για αυτούς ο Χριστός δεν υπάρχει αλλά υπάρχει το αρνί και η κοιλιά, απίστευτη υποκρισία σε όλο το μεγαλείο. Σου λέει ότι είναι άθεος ή άπιστος ή ότι δεν πιστεύει αλλά θέλει το Πάσχα να φάει και να γλεντήσει για κάτι που ο ίδιος το θεωρεί ανύπαρκτο.
Από τη στιγμή που δεν πιστεύεις, και από την πίστη παίρνεις ό,τι βολεύει τον εγωϊσμό σου, πώς μπορεί να σε χαρακτηρίσει κάποιος αυθεντικό;

Εάν αυτό δεν είναι το μεγαλείο της υποκρισίας και του Φαρισαϊσμού τότε τι είναι;
Όχι αγαπητέ μου αδερφέ, εάν για σένα ο Χριστός δε σημαίνει τίποτα, τότε δεν υπάρχει λόγος την Κυριακή του Πάσχα να σουβλίσεις το αρνί και να πας στην Ανάσταση. Θα μου πεις παράδοση. Ποια παράδοση; Η σταύρωση και η Ανάσταση είναι γεγονός μέγα σωτήριο. Και οι Μουσουλμάνοι έχουν παράδοση αλλά δε βλέπω να τους ακολουθείς. Οπότε από τη στιγμή που δεν πιστεύεις και δεν έχεις σχέση με τον Χριστό τότε καλύτερα εκείνες τις μέρες να γιορτάσεις την ανυπαρξία, τον μηδενισμό και το τίποτα. Τότε δεν θα μπορεί κανένας να σου πει τίποτα, αντίθετα θα είσαι αυθεντικός στο πιστεύω σου και όχι κοσμική μαριονέτα που κάνεις ότι λέει ο κόσμος, άρα ανύπαρκτη προσωπικότητα. Από τη στιγμή που είσαι είρων του καναπέ, οφείλεις να εφαρμόζεις τις θεωρίες σου και όχι να το παίζεις ο μέγας φιλόσοφος χωρίς να έχεις ερευνήσει και βιώσει αυτό που ακολουθείς κοσμικά. Γιατί αφού δεν πιστεύεις ή είσαι άθεος δε μένεις στην ανυπαρξία σου ενώ αυτήν υποστηρίζεις;

Γιατί από τη στιγμή που δεν πιστεύεις και δεν ακολουθείς αυτό τον δρόμο της Αναστάσεως και του Ορθοδόξου βιώματος γιορτάζεις την ημέρα που έχεις το όνομα του Αγίου; Για να παίρνεις δώρα; Αφού για σένα δεν υπάρχει Χριστός, Άγιοι κλπ. Άρα εκμεταλλεύεσαι ένα γεγονός για να τραφεί ο εγωισμός σου και τίποτα άλλο. Τότε πως να λογίζεσαι άνθρωπος και όχι ζώο; Ο Άγιος μαρτύρησε για τον Αναστημένο Χριστό άρα όταν αυτό δεν το αποδέχεσαι τότε να μην δέχεσαι τα Χρόνια πολλά ούτε και να κάνεις γιορτές.
Δηλαδή ο Χριστός και οι Άγιοι υπάρχουν για να παίρνουμε δώρα και να κάνουμε επισκέψεις αλλά σε κουβέντες και πράξεις ειρωνευόμαστε; Άρα έχουμε ένα υποχθόνιο φρόνημα που επιλέγει ότι το συμφέρει για να τραφεί.


Ποιο είναι άραγε το γενικό συνειδητό και πνευματικό υπόβαθρο τέτοιων ανθρώπων;
Είναι ο λεγόμενος Χριστός που τον ΚΟΒΟΥΜΕ και τον ΡΑΒΟΥΜΕ στα μέτρα μας, είναι απλά ένα παζλ που παίρνω όποιο κομμάτι με βολεύει για να περνάω καλά. Δηλαδή ένα μείγμα της προσωπικότητος του Ιούδα, του Φαρισαίου, του Πιλάτου και του Ηρώδη.

Ας δούμε προσεκτικά τα κομμάτια του Παζλ:
Χριστός υπάρχει για να παίρνω δώρα στο όνομα ενός Αγίου που δεν αποδέχομαι.
Χριστός υπάρχει για να ΚΑΝΩ τον γάμο με τα φαγοπότια.
Χριστός υπάρχει για να βαφτίζω το παιδί μου, να κάνω γλέντι και να δίνω το όνομα που μου λένε οι συγγενείς.
Χριστός υπάρχει για να παίρνω άδεια το Πάσχα και να τρώω αρνί.
Χριστός υπάρχει για να πηγαίνω στα μπουζούκια τα Χριστούγεννα, να καλώ συγγενείς στο σπίτι, να γλεντάω και να λέω χρόνια πολλά.
Χριστός υπάρχει για να τον θυμάμαι αν το παιδί μου πάθει καρκίνο ή ατύχημα.
Χριστός υπάρχει όταν δω τον πατέρα μου στην εντατική να ψυχορραγεί για να καλέσω παπά να τον κοινωνήσει μπας και πάει "μαγικά" στον παράδεισο.
Χριστός υπάρχει όταν μου πει ο γιατρός ότι έχω 6 μήνες ζωής και καρκίνο για να τρέξω στα μοναστήρια και στους γέροντες για άνωθεν βοήθεια.

Δηλαδή βλέπω τον Χριστό ως ειδωλολάτρης και παίρνω αυτό που με βολεύει για να μπορώ να ζω στη δική μου υποκρισία και ανυπαρξία.

Αλλά δεν υπάρχει Χριστός ώστε να τον κοιτάξω πραγματικά και να τον συναντήσω όπως είναι. Γιατί ο πραγματικός Χριστός είναι σκάνδαλο μέγα. Λέω ότι είμαι καλός άνθρωπος αλλά δεν πάω να ταπεινωθώ στο μυστήριο της εξομολογήσεως, ώστε να βρω τα χάλια και να βαδίσω στο δρόμο της θυσίας και της αγάπης. Η απάντηση σε όλα αυτά είναι ότι τα λέω στην εικόνα λες και η εικόνα απαντάει, άρα τα λέω στο είδωλο του εγωϊσμού μου διότι θέλει ταπεινή καρδιά η εξομολόγηση. Ο Χριστός ο ίδιος θεμελίωσε το μυστήριο της εξομολογήσεως ώστε ο άνθρωπος να βαδίζει και να αγιάζεται μέσα από τον άνθρωπο δηλαδή τον ιερέα.

Κοιτάξτε στο κοντινό και γενικό σας οικογενειακό, φιλικό ή συγγενικό κύκλο. Οι άνθρωποι που ειρωνεύονται, ή λένε ότι δεν πιστεύουν, έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, ας τα δούμε :
Δεν έψαξαν ποτέ πρώτα σε ερευνητικό και έστω λογικό επίπεδο τι είναι Ορθοδοξία, γιατί παντρεύομαι, γιατί βαπτίστηκα. Τι είναι αυτό που η Ορθοδοξία ομολογεί μετέχοντας στην ενσαρκωμένη αλήθεια που είναι ο Ιησούς Χριστός. Συνήθως σε κουβέντες λένε μισόλογα ακόμα και ιστορικά και όταν πας να τους μιλήσεις δε θεμελιώνουν καμία απάντηση και θεωρούν ότι τα ξέρουν όλα, άσε που έχουν βγάλει και τα συμπεράσματά τους. Είναι τραγικό συνειδησιακά να κάνεις κάτι και να μην ξέρεις γιατί το κάνεις γιατί το βιώνεις και να το κάνεις ιδιαίτερα επειδή το λέει ο κόσμος.

Δεν έχουν ΒΙΩΣΕΙ πραγματικά τι εστί ο δρόμος των Αγίων του Ορθόδοξου βιώματος, και της προσωπικής σχέσης μετά του ΕΝΣΑΡΚΩΜΕΝΟΥ ΘΕΟΥ, δηλαδή αρνούνται κάτι που δεν έχουν βιώσει και παρόλα αυτά έχουν καταλήξει στο τι είναι ορθοδοξία. Γενικά σε άλλα διάφορα θέματα όταν δεν ξέρουν ρωτάνε, ενώ για Θεό η απάντηση είναι: «Θα σου πω εγώ που ξέρω, δεν υπάρχει τίποτα». Τότε πως προέκυψες εσύ; Από το τίποτα;

Παρόλο που έχουν άρνηση και κλειστή καρδιά όταν τους λες "ψάξε και βίωσε τουλάχιστον αυτό που σε βάπτισαν και μετά να το αρνηθείς ελεύθερα, διότι δεν μπορείς να έχεις άποψη για κάτι που δε γνωρίζεις και δε βιώνεις", η απάντηση είναι συνήθως "Δε θέλω, δε χρειάζεται, ξέρω εγώ". Ωραία αφού δε σε ενδιαφέρει γιατί εκμεταλλεύεσαι το γεγονός, το αρνήσαι και το ειρωνεύεσαι; Άρα έχεις κλειστή καρδιά.

Είναι απλά τα πράγματα δεν υπάρχει άθεος. Όπως δεν υπάρχει και αγράμματος με την ουσιαστική έννοια. Αγράμματος είναι αυτός που δεν ξέρει ακόμα τι είναι γράμματα, η ύπαρξη του αγράμματου δεν σημαίνει ότι τα γράμματα δεν υπάρχουν. Ο άθεος πιστεύει τουλάχιστον στο μηδέν, στον άνθρωπο κλπ. Ο άθεος στην ουσία του είναι άκαρδος άνθρωπος με κλειστή καρδιά. Δε δέχεται έναν Θεό που δε γνωρίζει αλλά και δε θέλει να ψάξει κιόλας. Και τον Χριστό να δει μπροστά του θα πει ότι είναι φάντασμα. Εδώ οι Φαρισαίοι παρόλο που είδαν τα θαύματα τον κατηγορούσαν για μαγεία. Όταν λες στον άθεο ότι "ωραία δεν υπάρχει τίποτα, άνοιξε εσύ την καρδιά σου και ψάξε, αν υπάρχει θα σου αποκαλυφθεί εάν δεν υπάρχει τότε μείνε στο πιστεύω σου, η απάντηση είναι συνήθως δε θέλω ή δε χρειάζεται.

Έχουμε πολλούς Αγίους που ήταν ΑΘΕΟΙ αλλά είχαν ανοιχτή την καρδιά τους, τους αποκαλύφθηκε ο Θεός και έγιναν ΘΥΣΙΑ για τον συνάνθρωπο και την ενσαρκωμένη αλήθεια.

Ο άθεος πιστεύει σε έναν ΘΕΟ που είναι ανύπαρκτος και δεν μπορεί να δεχτεί τον Θεό πραγματικά διότι για να δεχτείς τον Θεό πραγματικά πρέπει να έχεις αγάπη και ανοιχτή καρδιά. Αλλιώς δεν μπορεί ο Θεός να μπει στην καρδιά σου διότι τότε θα σου παραβίαζε την ελευθερία που στην έδωσε ως μέγα δώρο ώστε να το διαχειριστείς όπως εσύ επιθυμείς.

Ο άθεος ή ο άπιστος έχουν κάποια συγκεκριμένα μότο: "Δεν τον έχουνε ανακαλύψει αποδεικτικά το Θεό". Τι Θεός θα ήταν αυτός που θα τον είχαμε σε μπουκαλάκια εργαστηρίου; Και ωραία τον αποδείξαμε και λοιπόν; Αν δεν έχω σχέση μαζί του τι Θεός είναι αυτός; Μια ανώτερη δύναμη; Μάλλον της φαντασίας μου που με βολεύει για να κάνω ότι θέλω εις το όνομα κάποιας δύναμης.

Θέλει καρδιά για να δεις τον Χριστό ως Θεό και τη Θυσιαστική του αγάπη ως έξοδο από τη φιλαυτία σου και να την κάνεις προσφορά στον πλησίον σου. Δηλαδή να διαλυθείς, να αγαπήσεις τον εχθρό σου, και να κάνεις την καρδιά σου κομμάτια και να την μοιράσεις στον κόσμο όπως έλεγε και ο Γέροντας Παϊσιος.

Μια φοβερή φράση ΑΘΕΟΥ που άνοιξε αργότερα την καρδιά του:
"Αν ήθελα να υπάρχει Θεός σαν τον Χριστό θα ήθελα να είναι"

Αγαπημένε ΑΘΕΕ, ή ΑΠΙΣΤΕ. Την ώρα που κρατάς το κερί της Αναστάσεως έστω και υποκριτικά να ξέρεις ότι αυτός που αρνήσαι έρχεται ως "μανιακός εραστής θυσιαστικής αγάπης προσωπικά για σένα και χτυπά την πόρτα της καρδιά σου και μάλιστα σου δίνει την ελευθερία να πείς όχι". Όταν έχω τα παράθυρα του σπιτιού μου κλειστά και ζω στο σκοτάδι, είναι τελείως ανώφελο και υποκριτικό να βρίζω τον ήλιο. Άφησε το αναστάσιμο φως να μπεί στην καρδιά σου ...