Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024
Τὸ τρελλὸ νερό: Ἡ ἀλήθεια, ἡ ψευτιά, ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
Ἡ ψευτιὰ καὶ ὁ πνευματικὸς ἐκφυλισμὸς ἁπλώνει μέρα μὲ τὴν ἡμέρα ἀπάνω στοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς παραμορφώνει. Ἕναν λαὸ, ποὺ ξεχωρίζει ἀνάμεσα σ’ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ εἶναι γεμᾶτος πνευματικὴ ὑγεία, πᾶμε νὰ τὸν κάνουμε ἐμεῖς, οἱ λογῆς-λογῆς καλαμαράδες, καί οἱ ἄλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρὶς χαρακτῆρα, χωρὶς πνευματικὸ νεῦρο, χωρὶς πνευματικὴ ἀνδροπρέπεια, χωρὶς χαρακτῆρα. Οἱ διὰφοροι φωστῆρες βαστᾶνε ἀπὸ μιὰ πατέντα στὰ χέρια καὶ μέρα-νύχτα δουλεύουνε γιὰ νὰ «συγχρονίσουν» τὴν Ἑλλάδα, ἐνῶ στ’ ἀληθινὰ σκάβουνε τὸν λάκκο της. Ἀμυαλα νευρόσπαστα! Ποιόν θὰ συγχρονίσετε; Αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς «συγχρονισμὸ» καὶ «ἐξέλιξη» εἶναι μιὰ ἄθλια παραμόρφωση, σύμφωνα μ’ ἕνα βλακῶδες μοντέλλο, ὅπου κάνανε οἱ σαρακοστιανοὶ καὶ κάλπικοι ἄνθρωποι, ποὺ τοὺς λέγει ἡ Γραφὴ «χλιαρούς», δηλαδὴ σαχλούς, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Θεὸς, ὅτι «μὲλλει ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, εἰ χλιαροὶ εἰσι, καὶ οὔτε ζεστοὶ οὔτε ψυχροὶ» (Ἀποκαλ. γ’ 16).
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ καλούπι θέλετε νὰ βάλετε τὸν λαό, κι ἔτσι νὰ χαθεῖ ἀπὸ πάνω του κάθε πρωτοτυπία, κάθε σημάδι ἀληθινῆς ζωῆς, κάθε χαρακτῆρας. Θέλετε, μ’ ἄλλα λόγια, νὰ ἐπιβάλετε στὸν κόσμο ἕνα πνευματικὸ «ἐσπεράντο», ποὺ νὰ καταργήσει κάθε ζωντανὴ οὐσία κι ἔκφραση μέσα στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ ἕναν πνευματικό θάνατο ἢ μιὰ πνευματικὴ παραλυσία. Αὐτὸ τὸ λέτε «συγχρονισμὸ» καὶ «ἐξέλιξη»! Ἀνόητοι κι ἀναίσθητοι! «Συγχρονισμένο» καὶ «ἐξελιγμένο» εἶναι ὅ,τι εἶναι ζωντανό, καὶ μοναχὰ ὅ,τι εἶναι πνευματικὰ πεθαμένο, ὅπως εἴσαστε ἐσεῖς, αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ ‘ναι οὔτε συγχρονισμένο οὔτε ἐξελιγμένο, ἀφοῦ δὲν εἶναι ζωντανό. Ὁ συγχρονισμὸς ὁ ἀληθινὸς εἶναι κάποια ἐνέργεια, ποὺ γίνεται μόνη της μέσα σὲ κάθε ζωντανὸ πλάσμα. Λοιπόν, ποιά Ἑλλάδα καὶ ποιόν λαὸ θὰ «συγχρονίσετε», ἀφοῦ ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὁλοζώντανη κι ὁ λαός της εἶναι ἀείζωος; Θὰ ζωντανέψετε ἐσεῖς τὴ ζωή, ἐσεῖς οἱ πεθαμένοι καὶ θαμμένοι; Θαρρεῖτε, πὼς μὲ τὶς ὑστερικές φωνὲς καὶ μὲ τὶς θεατρικὲς σκηνοθεσίες φανερώνεται ἡ ζωή; Μά, ἴσια-ἴσια, ἐκεῖ ποὺ παίρνει τὴ θέση τῆς ζωῆς ἡ νεκρὴ καὶ ψεύτικη ἀπομίμησή της, δηλαδὴ τὸ εἴδωλό της, μὲ ἄλλα λόγια κάποια φτιαχτή σκηνοθεσία τῆς ζωῆς, ἐκεῖ βέβαια δὲν ὑπάρχει ἀληθινὰ ἡ Ζωή. Νά, αὐτὴ ἡ ἄψυχη σκηνοθεσία, αὐτὴ εἶναι ἡ «ἐξέλιξη» κι ὁ «συγχρονισμός» σας. Αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς, γιατί ἡ ψευτιὰ εἶναι θάνατος κι ἡ ζωὴ ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸ κι ἐσεῖς, μὲ ὅλες τὶς φωνὲς ποὺ βάζετε καὶ μ’ ὅλες τὶς δραστηριότητες καὶ μὲ ὅλα τὰ ὑστερικὰ ξετινάγματα, ἔχετε ἀπάνω σας τὴ μπόχα τοῦ θανάτου. Κι ἀντὶ νὰ πᾶτε κοντὰ στὸν λαό, ποὺ εἶναι πηγὴ ζωῆς, γιὰ νὰ πάρετε λίγη ζωὴ κι ἀλήθεια, ἐσεῖς θέλετε νὰ τὸν κάνετε ζωντανόν ἐκεῖνον, ἐσεῖς οἱ πεθαμένοι νὰ ζωντανέψετε τὴ ζωή, οἱ ψεῦτες νὰ φανερώσετε τὴν ἀλήθεια, οἱ βρουκολάκοι νὰ δώσετε δύναμη καὶ νεῦρα στὸν ἀντρειωμένον! Ὅποιος δὲν ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ φυσικό του φτιάξιμο καὶ μὲ τὰ φυσικὰ κτίσματα ποὺ ὑπάρχουνε γύρω του, αὐτὸς δὲν ἔχει ἀληθινὴ ζωὴ μέσα του, οὔτε φυσικὴ οὔτε πνευματική. Ὅπως ζοῦνε οἱ Ἕλληνες σήμερα, δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωή τους. Τὸ νοιώθουνε καί οἱ ἴδιοι, κι ἂς μὴν τὸ λένε. Λαχταρᾶνε νὰ βροῦνε τὸν ἑαυτό τους, ποὺ τὸν ἔχουν χαμένον (ἐκτὸς ἀπὸ κάποιους, ποὺ θαρροῦνε πὼς ζωὴ εἶναι μοναχὰ τὸ φαγοπότι καὶ τὸ «κομφόρ», δίχως κανέναν βαθὺν πόθο, χωρὶς κανέναν καϋμό). Καὶ κεῖνος, ἀκόμα, ποὺ δὲν ἔχει συναίσθηση τί εἶναι ἀληθινό, ἔρχεται στιγμὴ ποὺ καταλαβαίνει, πὼς ἡ ζωή του εἶναι ψεύτικη, πὼς δὲν ἔχει κανέναν ἀληθινὸ δεσμὸ, οὔτε μὲ τὸν τόπο του οὔτε μὲ τοὺς προγόνους του οὔτε μὲ τὶς ντόπιες συνήθειες, ποὺ βγῆκανε ἀπὸ τὴν ἀγάπη κι ἀπὸ τὸν πόνο, καὶ πὼς εἶναι ὀρφανὸς καὶ ξένος μέσα στὸν ἴδιο τὸν τόπο του, σὰν τὸν ἄσωτο γυιό, καὶ πώς, μὲ ὅλο ποὺ θαρρεῖ πὼς τρώγει καλὰ καὶ νόστιμα φαγητά, στ’ ἀληθινὰ μασᾶ ξυλοκέρατα, φερμένα ἀπὸ ξένους τόπους, ὅπου εἶναι ἀλλοιώτικοι ἀπὸ τὸν δικό μας.
Πολλοὶ λένε, πὼς εἶμαι ἕνας φανατικός, ἕνας ζηλωτής ποὺ βρίσκεται «ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος», ἕνας μονομανής, ποὺ θέλει κάποια πράγματα ποὺ δὲν γίνουνται καὶ ποὺ τὰ παρακάνει καὶ τὰ παραλέγει. Ἔχουνε δίκηο νὰ λένε, πὼς εἶμαι φανατικὸς καὶ ζηλωτής. Μὰ ὅποιος εἶναι ζηλωτὴς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια, εἶναι συγχωρημένος. Φωνάζω καὶ στεναχωριέμαι, γιατί ἡ φυλή μας χάνει τὰ ἀληθινὰ πράγματα καὶ παίρνει τὰ ψεύτικα, κι ἔτσι δὲν χαίρεται τὰ τόσα πνευματικὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε καὶ δὲν θρέφεται ἀπὸ τὸ ἀντρειωμένο καὶ ζωογόνο ἑλληνικὸ γάλα, ποὺ ἔθρεψε κι ἀγρίμια ἀκόμα καὶ τὰ ‘κανε ἀνθρώπους. Αὐτὸ τὸ γάλα δὲν εἶναι τῆς δικῆς μου μάνας, μὰ τῆς μάνας ὁλονῶν μας, ποὺ τ’ ἀρνηθήκανε ὅσοι σᾶς δίνουνε νὰ πιῆτε ἀντὶ γιὰ γάλα τὸ φαρμάκι τῆς ψευτιᾶς, ποὺ τὴ λένε «πρόοδο», «ἐξέλιξη», «κοσμοπολιτισμό», «μοντερνισμό» κτλ. Ἐγὼ στενοχωριέμαι γιὰ σᾶς, ὄχι γιὰ μένα, γιατί ἐγὼ ἔχω αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχετε, μὰ αὐτὸ δὲν εἶναι δικό μου μοναχά ἀλλὰ δικό μας. Καὶ γιατί, τάχα, θὰ ὑπόφερνα, ἂν δὲν ἀγαποῦσα τ’ ἀδέλφια μου, καὶ δὲν φοβόμουνα μὴν χάσουνε τὸν θησαυρό; Οἱ γενεὲς ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ πίσω μας, σὰν θάλασσες ἀπὸ τὸ πέλαγο, γιατί νὰ ζήσουνε μὲ τὴν ψευτιὰ καὶ νὰ μὴν ζήσουνε ἀληθινά, γιατί νὰ εἶναι πεθαμένοι-ζωντανοί, ἀφοῦ ἡ ζωὴ μὲ τὴν ψευτιὰ δὲν συνταιριάζουνται; Λένε, πὼς τὰ παραλέγω. Μακάρι νά τα παράλεγα κι ἂς ἔβγαινα γελασμένος. Μὰ βλέπω καθαρά, πὼς μέρα μὲ τὴ μέρα τὸ πνευματικὸ αἷμα φεύγει ἀπὸ τὴν ὄψη τῆς φυλῆς μας, τὸ βλέπω καὶ πικραίνουμαι, ὅπως βλὲπει ἡ μάνα τὸ παιδί της ποὺ μαραζώνει. Τί παρακάνω καὶ τί παραλέγω; Δὲν βλέπετε πὼς παραπατᾶμε, σὰν ζαλισμένοι, καὶ δὲν ξέρουμε ποῦ πᾶμε; Ἡ ξενομανία μᾶς ἔδερνε πάντα, ἀφοῦ κι ὁ Παυσανίας γράφει: «Ἕλληνες ἀεὶ ἐν θαύματι τιθέασι τ’ ἀλλότρια ἢ τὰ οἰκεῖα». Μὰ, τώρα, σὰν νὰ χάσαμε ὁλότελα τὰ φρένα μας, λὲς κ’ ἤπιαμε τὸ Τρελλὸ Νερό, ποὺ λέγει ἕνας μῦθος ἀνατολίτικος, καὶ λέμε τὸ ψεύτικο ἀληθινό, τὸ νόστιμο ἄνοστο, τὸ μαῦρο ἄσπρο. Καὶ μὲ ὅλο ποὺ πάθαμε αὐτὴ τὴν ξενομανιακὴ τρέλλα, ὡστόσο, ἐπειδὴ ἀγαπᾶμε τὸν τόπο μας, τὸ αἷμα μας καὶ τὰ δικά μας, θέλουμε νὰ συμβιβάσουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη μας μὲ τὴν τρέλλα μας (δηλαδὴ μὲ τὴ ματαιοδοξία μας), καὶ πᾶμε σὰν τὸ καράβι ποὺ δὲν ἔχει τιμόνι, μὰ ποὺ θέλει σώνει καὶ καλὰ νὰ ἰσάρει ὅλα τὰ πανιά του, γιὰ νὰ τσακισθεῖ πιὸ γλήγορα ἀπάνω στὶς ξέρες! Εἴμαστε σὰν τοὺς παλιοὺς Ἑβραίους, ποὺ ἀρνηθήκανε τὸν Θεό τους καὶ προσκυνοῦσαν τόν Βάαλ, μὰ ποὺ φοβόντανε κιόλας μὴν τοὺς παιδέψει ὁ Ἰεχωβᾶ, κι ὁ προφήτης Ἠλίας τούς μάλωνε καὶ τοὺς ἔλεγε: «Ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ’ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις;», «ὡς πότε θὰ κουτσαίνετε, πότε ἀπὸ τὸ ‘να τὸ ποδάρι καὶ πότε ἀπὸ τ’ ἄλλο; Ἂν εἶναι θεὸς ὁ Βάαλ, πηγαίνετε ξοπίσω του, ἂν εἶναι ὁ θεὸς ὁ Ἰεχωβᾶ πηγαίνετε ξοπίσω ἀπ’ αὐτόν». Ἔτσι κ’ ἐμεῖς, θέλουμε νὰ τὰ συμβιβάσουμε τὰ ἀταίριαστα καὶ τὸ χάλι μας εἶναι ἐλεεινό. Ἀγαπᾶμε τὴν Ἑλλάδα, πονᾶμε τὸν τόπο μας, δίνουμε γι’ αὐτὸν τὴ ζωή μας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ σιχαινόμαστε τὰ δικά μας πράγματα, τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδας, εἴτε φυσικὰ εἶναι εἴτε τεχνητά, εἴτε συνήθειες, εἴτε τραγούδια, εἴτε ψαλμωδίες, εἴτε εἰκονίσματα, καὶ θέλουμε τὰ ξενοφερμένα. Εἴμαστε, λοιπόν, στὰ συγκαλά μας; Ρωτῶ νὰ μάθω.
Ἔχουμε τέτοιο φῶς, τέτοιον γαλανὸν οὐρανό, ποὺ τὸν καυχιόμαστε, καὶ μολαταῦτα βάζουμε μαῦρα γυαλιά, σὰν νὰ ‘χουμε πονόματο, καὶ καταδικάζουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ βλέπουμε ὁλοένα συννεφιασμένον, σταχτὺν οὐρανό, τὰ δέντρα ἀντὶ πράσινα νὰ τὰ βλέπουμε καφετιά, τὴ γαλανὴ θάλασσα νὰ τὴ βλέπουμε θολὴ καὶ λερωμένη, μόνο καὶ μόνο γιατί τὰ μαῦρα τὰ γυαλιὰ εἶναι μοντέρνα. Οἱ γυναῖκες μας κάνουνε χίλια-δυὸ γιὰ νὰ γίνουνε πιὸ ἔμορφα τὰ μάτια τους, κ’ ὕστερα βὰζουνε μπροστά τους ὁλόκληρες τζαμαρίες, ποὺ φρὰζουνε ὄχι μονάχα τὰ μάτια τους μὰ καὶ τὰ μάγουλά τους, σὰν νὰ ‘ναι βουτηχτάδες, κι ἀντὶς ἔμορφα πρὸσωπα μὲ ἁγνὰ καὶ καθαρὰ μάτια, βλέπεις νεκροκεφαλές μὲ μαῦρες ματότρυπες, μόνο καὶ μόνο γιατί οἱ νεκροκεφαλὲς εἶναι πιὸ μοντέρνες ἀπὸ τὰ ζωντανὰ πρόσωπα μὲ τὰ ἔμορφα μάτια. Στὸ ζαχαροπλαστεῖο, τραβᾶ ἡ ὄρεξή τους ἕνα κανταΐφι ἢ ἕναν μπακλαβᾶ ἢ κανένα ριζόγαλο, καὶ μολαταῦτα παραγγέλνουνε κὰποιο γλυκὸ μὲ ξενικὸ ὄνομα, κι ὅσο πιὸ ἀσυνήθιστο εἶναι τ’ ὄνομα, τόσο πιὸ καλά, κι ἂς μὴν κατεβαίνει, φτάνει ποὺ κοιτάζουνε οἱ διπλανοί «ὀπισθοδρομημένοι» μὲ ἀπορία γιὰ τὸ παράξενο γλυκὸ ποὺ τρῶνε! Στὴ μουσική, ὄχι μοναχὰ εἶναι τῆς μόδας τὰ ξένα τραγούδια ἀλλὰ καὶ τὰ τελειοποιοῦμε. Ἐδῶ τά ἰταλιάνικα γίνονται πιὸ ἰταλιάνικα, τὰ γαλλικὰ πιὸ γαλλικά, τὰ μεξικάνικα, οἱ χαβάγιες, τὰ τυρολέζικα οὐά-οὐά, τὰ σπανιόλικα. Κι αὐτοὶ ποὺ τὰ τελειοποιοῦνε εἶναι κὰποιοι παπαγάλοι, ποὺ «μιμοῦνται θαυμάσια» τὸ κάθε τί, καὶ ὀνομάζονται «καλλιτέχναι καὶ καλλιτέχνιδες τοῦ ἄσματος». Μάλιστα, ἔχουμε καὶ κάποιους βαρυσήμαντους, ποὺ κάνουνε καὶ εἰσαγωγὴ σ’ αὐτὰ τὰ βαθιὰ καὶ μεγάλα ἔργα «ἐνδελεχῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως». Κακόμοιρη Ἑλλάδα! Λέμε κάπου-κάπου καὶ κανένα ἑλληνικό, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὅμως «ἐνορχηστρωμένον», δηλ. «λεβαντινισμένο» ἀπὸ κάποιον αἰσθηματίαν ἀνόητον, ποὺ δὲν ἔχει ἰδέα, οὔτε ἀπὸ Ἑλλάδα οὔτε ἀπὸ λαό οὔτε ἀπὸ χωριό οὔτε ἀπὸ τίποτα! Αὐτὸς ὁ ὑστερισμὸς ἔχει πιάσει τὸν κόσμο, κι ἂν δὲν εἶσαι τὲτοιος «μοντέρνος», σὲ βλέπουνε μὲ λύπη καὶ μὲ καταφρόνηση. Ἡ δεσποινίδα ποὺ λέγει «κάθομαι εἰς τὴν ὁδὸ τάδε» καὶ πὼς στὸ σπίτι της ἔχει «κομφλὸρ» καὶ «τελέφωνο» κλπ., χορεύει «σάμπα», μαδᾶ τα φρύδια της γιὰ νὰ μοιάσει μὲ τὴ σπανὴ «στάρ», ποὺ βλὲπει στὸ «σινεμά», μιλᾶ σὰν νὰ μὴν ξέρει νὰ μιλήσει ἑλληνικά, κι ὁ νεαρὸς Ἕλλην τρελλαίνεται γι’ αὐτὰ τὰ μοντέρνα χαρίσματα καὶ περιφρονᾶ τὴν ἀδερφή του, πού ‘ναι τὸ πρόσωπό της σὰν τῆς Παναγιᾶς καὶ ποὺ εἶναι νοικοκυρούλα, σεμνή, φρόνιμη Ἑλληνοπούλα. Πάντα οἱ Ἕλληνες προτιμούσανε τὰ ξένα ἀπὸ τὰ δικά τους, τώρα ὅμως τὰ μισοῦνε κιόλας τὰ δικά τους, μισοῦνε κι ὅποιον τὰ ἀγαπᾶ καὶ τὰ κρατᾶ. Τυχαίνει νὰ βρεθεῖ στὸ τρὰμ μιὰ μοντέρνα καὶ κοντά της νὰ κάθεται καμμιὰ χωριατοπούλα μὲ τὸ τσεμπέρι, κ’ ἡ κακομοῖρα κάθεται φοβισμένη, σταυροχεριασμένη, αὐτὴ ποὺ γέννησε τὸν Θανάση Διάκο καὶ τὸν Νικηταρά, καὶ κοιτάζει τὴν ἄλλη ποὺ χλιμιντρᾶ καὶ ξετινάζει τα κὶτρινα μαλλιά της, κ’ εἶναι ἕνα κανάτι μπογιατισμένο, χωρὶς ψυχή, χωρὶς πόνο, χωρὶς ἁγνὴ χαρά, χωρὶς τίποτα. Ναί, μπροστὰ σ’ αὐτὰ τὰ ξόανα κάθεται ἡ Ἐλλάδα, ἡ ἀληθινὴ κ’ ἡ βασανισμένη, σταυροχεριασμένη, βουβή, σὰν νὰ ‘ναι φταίχτρα! Ἀλλὰ πᾶμε καὶ παραπέρα: Στὶς ἐκκλησιές, καὶ κεῖ μοντερνισμός, καὶ μάλιστα πιὸ σιχαμερός. Παπάδες, ψάλτες, νεωκόροι, καντηλανάφτες, ὅλοι κοιτάζουνε, ποιός θὰ ξεπεράσει τὸν ἄλλον στὸν μοντερνισμό. Θέλουνε ξανθιοὺς Χριστούς, μαντόνες κοκκινομάγουλες καὶ σπανές, ἁγίους χαμογελαστούς, μὲ κεῖνο τὸ φαρισαϊκὸ μειδίαμα ποὺ ἔχουνε οἱ μοντέρνοι θεατρίνοι, ἀδιάφοροι γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, νεωτεριστὲς ποὺ δὲν θὲλουνε τὸ ράσο ποὺ φοροῦσε ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, μήτε τὸ καλυμμαύχι, μήτε τὸ τυπικό τῆς ἐκκλησίας, μήτε τὴν κατανυκτικὴ ψαλμωδία της, γιατί τοὺς κάνει νὰ νοιώσουνε τὸ χάλι ποὺ βρίσκεται ἡ ψυχή τους. Ἄξεστοι κι ἀμόρφωτοι ἀπὸ ἀληθινὴ θρησκευτικὴ γνώση, μιλᾶνε ὁλοένα γιὰ νεωτερισμούς, γιὰ μεγάφωνα, γιὰ «αἰθούσας διαλέξεων», γιὰ «ὀρατόρια», γιὰ «ἀλτάρια» κλπ. Κοντά τους στέκονται καὶ κάποιοι μουσικοσυνθέτες, ποὺ «ἐνορχηστρώνουν» τοὺς ἐκκλησιαστικούς ὕμνους μας, χωρὶς νὰ ἔχουνε ἰδέα τί εἶναι ἐκκλησία, τί εἶναι ὁ πνευματικός της χαρακτῆρας, τί εἶναι ἡ ἑλληνικὴ ψυχή, καὶ μὲ ἐπιπολαιότητα λεβαντίνικη φτιάνουνε κάποιες μουσικὲς χωρὶς σύσταση, πολύφωνες χορωδίες μὲ ὑστερικὰ ξεφωνητὰ ἀπὸ κάποια γυναικάρια καὶ μὲ χοντροφωνάρες, ξένες γιὰ τ’ αὐτιά μας, ξένες γιὰ τὴν καρδιά μας, ξένες γιὰ τὴν ψυχή μας, καὶ οἱ ἴδιες ἀνούσιες καὶ βλακώδεις γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ δὲν τὸν ἔχει παραλύσει ἡ ψευτιά.
Ὅλοι αὐτοὶ ἔχουνε τὴν ἰδέα, πὼς εἶναι οἱ κλειδοκράτορες «τῆς προόδου καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους», ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε «καθυστερημένοι», στρείδια κολλημένα στὸν βράχο τῆς παράδοσης, «ἐχθροὶ τῆς προόδου», «στοιχεῖα ἄχρηστα καὶ πεθαμένα γιὰ τὴν μεγάλην ἀποστολὴν τοῦ ἔθνους μας». Αὐτὸ μὲ κάνει νὰ θυμηθῶ τὸν ἀνατολίτικο μῦθο ποὺ εἶπα στὴν ἀρχή: «Μιὰ φορά, λέγει ὁ μῦθος, ἤτανε ἕνας σουλτᾶνος, καλὸς καὶ δίκιος, κ’ εἶχε ἕναν βεζύρη, ποὺ ἤτανε κι αὐτὸς καλὸς καὶ δίκιος, κ’ ἤτανε κι ἀστρολόγος. Μιὰ μέρα ὁ βεζύρης λέγει τοῦ σουλτάνου, πὼς εἶδε κάποια σημάδια στὸν οὐρανὸ πὼς θὰ βρέξει στὸν κόσμο ἕνα νερὸ τρελλό καὶ πὼς, ὅποιος τὸ πιεῖ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ τρελλαίνεται. Καὶ πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦνε στὴν ἐπικράτειά τους, θὰ τὸ πιοῦνε καὶ θὰ χάσουνε τὰ λογικά τους καὶ δὲν θὰ νοιώθουνε πιὰ τίποτα, μήτε τί εἶναι σωστὸ καὶ τί εἶναι ψεύτικο, μήτε τί εἶναι καλὸ καὶ τί εἶναι κακό, μήτε τί εἶναι νόστιμο καὶ τί εἶναι ἄνοστο, μήτε τί εἶναι δίκιο καὶ τί εἶναι ἄδικο. Σὰν τ’ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Σουλτᾶνος, γυρίζει καὶ λέγει στὸν βεζύρη: “Ἀφοῦ θὰ τρελλαθεῖ ὅλος ὁ κόσμος, πρέπει νὰ κοιτάξουμε νὰ μὴν τρελλαθοῦμε κ’ ἐμεῖς, γιατί ἀλλοιῶς, πῶς θὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη;”. Τοῦ λέγει ὁ βεζύρης, πὼς ὁ λόγος του εἶναι σωστὸς καὶ πὼς θὰ ‘πρεπε νὰ προστάξει νὰ μαζέψουνε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ πίνανε καὶ νὰ τὸ φυλάξουνε μέσα στὶς στέρνες, γιὰ νὰ μὴν πίνουνε ἀπὸ τὸ χαλασμένο καὶ κρίνουνε παλαβὰ κι ἄδικα, μὰ δίκια, ὅπως ἔχουνε χρέος. Ἔτσι κ’ ἔγινε. Σὲ λίγον καιρὸ, ἔβρεξε στ’ ἀλήθεια καὶ τὸ νερὸ ἤτανε νερὸ τρελλό καὶ τρελλαθήκανε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν γνωρίζανε οἱ καϋμένοι, τί τούς γίνεται, κ’ εἴχανε τὸ ψεύτικο γιὰ ἀληθινό, τὸ κακὸ γιὰ καλό, τὸ ἄδικο γιὰ δίκιο. Μὰ ὁ σουλτᾶνος κι ὁ βεζύρης πίνανε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ εἴχανε φυλαγμένο καὶ δὲν τρελλαθήκανε, ἀλλὰ κρίνανε τὸν κόσμο μὲ δικαιοσύνη. Μὰ ὁ κόσμος τὰ ‘βλεπε ἀνάποδα καὶ δὲν ἤτανε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ σουλτάνου καὶ τοῦ βεζύρη καὶ φωνάζανε, πὼς τοὺς ἀδικοῦνε, καὶ κοντεύανε νὰ σηκώσουνε ἐπανάσταση. Μετὰ ἀπό καιρό, σὰν εἴδανε κι ἀποείδανε, ὁ σουλτᾶνος κι ὁ βεζύρης, χάσανε τὸ κουράγιο τους καὶ λέγει ὁ σουλτᾶνος στὸ βεζύρη: “Τοῦτοι οἱ φουκαρᾶδες ἀληθινὰ χάσανε τὰ φρένα τους καὶ τὰ βλέπουνε ὅλα ἀνάποδα κι, ὅπως πᾶμε, μπορεῖ καὶ νὰ μᾶς σκοτώσουνε, ἐπειδὴ θὲλουμε νὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη γιὰ νὰ εὐτυχήσουνε. Τὸ λοιπόν, βεζὺρ ἐφέντη, ἄιντε νὰ χύσουμε τὸ καλὸ νερὸ ἀπὸ τὶς στέρνες καὶ νὰ πιάσουμε νὰ πίνουμε κ’ ἐμεῖς ἀπὸ τὸ τρελλὸ νερό, νὰ γίνουμε σὰν κι αὐτούς, καὶ τότε θὰ μᾶς καταλαβαίνουνε καὶ θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε”. Ἔτσι κ’ ἔγινε. Ἤπιανε κι αὐτοὶ ἀπὸ τὸ παλαβὸ νερὸ καὶ τρελλαθήκανε καὶ κρίνανε τρελλὰ κι ἄδικα, κι ὁ κόσμος ἀπόμενε εὐχαριστημένος καὶ πολυχρονίζανε τὸν σουλτᾶνο».
Θαρρῶ, πὼς κάτι παρόμοιο γίνεται καὶ σήμερα στὸν τόπο μας. Ἐμεῖς, ὅμως, δὲ θὰ χύσουμε τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα φυλαγμένο μέσα στὴ στέρνα τῆς παράδοσης. Μὰ θὰ πίνουμε ἀπ’ αὐτὸ τὸ καλὸ νερό καὶ θὰ καλοῦμε νὰ πιοῦνε κ’ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, ποὺ τοὺς ξεραίνει ὁ λίβας τῆς ξενομανίας. Νὰ πιοῦνε καὶ νὰ δροσισθοῦνε ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν πέτρα, ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τ’ ἀθάνατο νερό μας, ἀπὸ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν».
(«Ευλογημένο καταφύγιο», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020
Ο Mέγας Bασίλειος κι ο Παραμορφωμένος Xριστιανισμός (Φώτης Κόντογλου)
Θέλω να μιλήσω για τον άγιο Bασίλειο, αλλά να μην πω τα συνηθισμένα που λένε όσοι γράφουνε γι’ αυτόν τον αληθινά Mέγαν άγιο. Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασμένοι, που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ’ η κατά Θεόν σοφία του, αλλά η “θύραθεν” σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στάλλα εφήμερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής, λησμονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσμική σοφία, που τη λέγει “μωρίαν παρά τω Θεώ”. Για τους τέτοιους, η φιλοσοφία είναι σεβαστή, μάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία κι’ ας θέλουνε να το κρύψουνε, η επιστήμη πιο πειστική από την πίστη, η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσημο από τον Xριστιανισμό. Γι’ αυτό, όλα τα μετράνε μ’ αυτά τα μέτρα. H αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους, αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί, δυνατοί στο μυαλό, μ’ ένα σύντομον λόγο, κατά πόσον έχουνε όσα εκτιμούσε και εκτιμά η αμαρτωλή ανθρωπότητα κι’ όσα είναι ή περιττά για το χριστιανό, ή βλαβερά, κατά το Eυαγγέλιο. Mα δεν πάει να λέγη το Eυαγγέλιο! Aυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους. Tον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Xριστός, αυτοί, σώνει και καλά, με το ζόρι, τον ανακηρύξανε “μέγαν ρήτορα”, αυτόν που είπε λ.χ. “ου γαρ απέστειλέ με ο Xριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Xριστού”, και που γράφει στους Kολοσσαείς: “Bλέπετε (προσέξετε) μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Aυτοί όμως που εξηγούνε στο λαό την Aγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι’ αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι “κενή απάτη”, τον ανακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Θέλουνε να τον κάνουνε “εφάμιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα”, ώστε να έχη κι’ ο Xριστιανισμός κάποιους μεγάλους νόας κι’ όχι μοναχά τους πτωχούς τω πνεύματι, τα φτωχαδάκια, τους αγράμματους Aποστόλους, τους απλοϊκούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους μάρτυρες και αγίους. Tους τέτοιους ψευτοχριστιανούς τούς τρώγει η περηφάνια, η κοσμική ματαιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος “εική φυσιούμενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών”, και “εν σαρκί όντες” και τα σαρκικά τιμώντες, θέλουν “Θεώ αρέσει”. Tον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο “παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν” δηλ. “ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία”, με τη μικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα μέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι’ αυτά είναι οι πιο μεγάλοι τίτλοι που μπορούνε να φαντασθούνε. Mε πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν μπορούσε να τους πη αυτά τα πράγματα κανένα στόμα, παρεκτός από τον Παύλο, και όμως δεν πήρανε χαμπάρι οι καινούριοι γραμματείς. Aς είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι. Άκουσε πώς μιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: “Eπειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Eπειδή και Iουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Xριστόν εσταυρωμένον, Iουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν…”. Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Eυαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη μεμωραμένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Xριστού μωρία.
Δείχνω μεγάλη επιμονή σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, “το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον”, με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, “οι μη έχοντες ελπίδα”, χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την “κενή απάτη”, πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη; Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ’ ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ’ εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα.
Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ’ αυτόν κι’ άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ’ αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ’ αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική cξύτητα, κι’ ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.
Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: “Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;” Σαν να λέγη: “Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι’ όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;”
Kαι παρακάτω γράφει: “Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων”. Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ’ οι ρήτορες κ’ οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει “αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;”
Λοιπόν, κατά το πνεύμα “του αιώνος τούτου του καταργουμένου” εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα “καλλιεπών συγγραμμάτων”, “σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας”.
Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:
“Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι’ αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της “παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας”, επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ’ είδα καλά πως ήτανε άχρηστη “η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων”, αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Kαι πριν απ’ όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ’ αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής”.
Δείχνω μεγάλη επιμονή σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, “το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον”, με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, “οι μη έχοντες ελπίδα”, χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την “κενή απάτη”, πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη; Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ’ ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ’ εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα.
Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ’ αυτόν κι’ άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ’ αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ’ αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική cξύτητα, κι’ ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.
Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: “Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;” Σαν να λέγη: “Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι’ όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;”
Kαι παρακάτω γράφει: “Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων”. Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ’ οι ρήτορες κ’ οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει “αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;”
Λοιπόν, κατά το πνεύμα “του αιώνος τούτου του καταργουμένου” εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα “καλλιεπών συγγραμμάτων”, “σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας”.
Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:
“Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι’ αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της “παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας”, επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ’ είδα καλά πως ήτανε άχρηστη “η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων”, αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Kαι πριν απ’ όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ’ αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής”.
Aλλά ποιος δίνει σημασία σ’ αυτά που λέγει ο Mέγας Bασίλειος; Hμείς κάναμε ένα δικό μας Xριστιανισμό, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Xριστιανισμό, όπως λέγει ο μεγάλος Iεροεξεταστής του Nτοστογιέφσκη, γιατί ο Xριστιανισμός που δίδαξε ο Xριστός είναι ανεφάρμοστος, απάνθρωπος. Eμείς, αντί ν’ ανέβουμε προς τον Xριστό, που λέγει “εγώ σαν υψωθώ, θα σας τραβήξω όλους προς εμένα”, τον κατεβάσαμε εκεί που βρισκόμαστε εμείς, και κάναμε ένα Xριστιανισμό σύμφωνο με τις αδυναμίες μας, με τα πάθη μας, με τις κοσμικές φιλοδοξίες μας, και δώσαμε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιμούμε και που θαυμάζει η υλοφροσύνη μας, τους κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήμονες κ.λπ. O μεγάλος Iεροεξεταστής, σαν πήγανε μπροστά του τον Xριστό (που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κόσμος), του είπε: “Tον καιρό που ήρθες στον κόσμο έφερες στους ανθρώπους μια θρησκεία σκληρή, ανεφάρμοστη, απάνθρωπη. Eμείς την κάναμε βολική, ανθρωπινή. Tι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κόσμο; Nα μας τη χαλάσης, μόλις τη βάλαμε στο δρόμο; Γι’ αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόματί σου, σαν αιρετικόν”.
O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.
(από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)
(Πηγή: “Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”
O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.
(από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)
(Πηγή: “Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”
Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019
Οι λίγοι καθυστερημένοι ανάμεσα στους σημερινούς ανθρώπους (Φώτης Κόντογλου)
Φαγώθηκε ο άνθρωπος με την καινούρια θρησκεία του, τη μηχανική επιστήμη, και τώρα απολαμβάνει τα καλά της, κι από μέσα του κι απ’ έξω του. Με τα αεροπλάνα τα λεγόμενα αεριωθούμενα, που κάνουν σαν διαβόλοι, και λιανίζουν την ατμόσφαιρα και την κάνουνε κιμά, με τους ασύρματους, με τα ραντάρ, με τους πύραυλους, και με τ’ άλλα τα διάφορα σατανικά εφευρήματα, γίνηκε κόλαση ο κόσμος, μ’ όλο που έλεγε η περηφάνεια μας πως αυτό θα κάνει τη γη έναν παράδεισο. Να, λοιπόν, που την έκανε παράδεισο, αλλά έναν παράδεισο δίχως φως, δίχως χαρά, δίχως ειρήνη, δίχως αγάπη, δίχως ελπίδα, δίχως εμορφιά. Στον φυσικά κόσμο εξώντωσε τον ήλιο, με τα βρωμομανιτάρια που βγαίνουνε από τις ατομικές μπόμπες και που ανεβαίνουνε στον ουρανό και τον καπλαντίζουνε με φαρμακερούς ατμούς κι αντάρες. Φαρμάκωσε όλες τις θροφές τ’ ανθρώπου με την επιστήμη του σατανά, τη χημεία, φαρμάκωσε τα λάχανα, τα χόρτα, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τα ψάρια, έτσι που το κρέας τους να είναι άρρωστο και να σαπίζει σε μία μέρα και να είναι άνοστο σαν κανένα λάστιχο. Κι ο άνθρωπος που τρώγει αυτά τα κατασκευάσματα, πώς μπορεί να έχει υγεία, πως να μη σαπίσει από τις αρρώστειες, πως να μην εκφυλιστεί; Τ’ αποτελέσματα αυτής της φοβερής παραμόρφωσης που έχει πάθει ο φυσικός κόσμος, είναι η παραμόρφωση που έρχεται στο πνεύμα και στην ψυχή και που αποκορυφώνεται με την τρέλλα που φανερώνεται στις αμέτρητες θεωρίες και στα λαμπρά έργα της τέχνης.
Κυττάξετε γύρω μας, τι κάνουνε οι σημερινοί άνθρωποι στις τέχνες, που άλλη φορά χαροποιούσανε και ξεκουράζανε τον άνθρωπο, γι’ αυτό κι οι Έλληνες λέγανε «τέχνη εστί τέρψις» και «ατυχήσασι τέχνη παρηγορία». Σ’ αυτό το χάος της απελπισίας που κατάφερε να κάνει ο άνθρωπος δεν απόμεινε τίποτα που να μην έχει απάνω του τη φριχτή σφραγίδα της τρέλλας και της φρίκης. Η πολιτική κατάσταση είναι μαύρη και σκοτεινή, η γνώση, η επιστήμη κι οι διάφορες θεωρίες τους είναι κι αυτές σαν βραχνάδες, το ίδιο και χειρότερο είναι και η τέχνη, που ήτανε η τελευταία ελπίδα και παρηγοριά για τον άνθρωπο. Καμαρώσετε τι «έργα» παρουσιάζουν οι «τέχνες» σήμερα. Είναι να φράζει κανένας τα μάτια του. Όλα αυτά τα πασαλείμματα απάνω στους μουσαμάδες, που λέγουνται «έργα ζωγραφικής», όλα αυτά τα παλιοσίδερα ή τα νταμαροκοτρώνια που παρουσιάζουνται για «έργα γλυπτικής» σε κάνουν όχι μονάχα να αηδιάσεις για το κατάντημά μας, αλλά και να θυμώσεις για την αδιαντροπιά που φανερώνουν αυτά τα τερατουργήματα. Γιατί, ένα χαρακτηριστικό του καιρού μας, που υπάρχει μέσα σε όλα, είναι η αδιαντροπιά. Μπορεί κανένας πολύ σωστά να πει για την εποχή μας πως είναι η εποχή της τρέλλας και της αδιαντροπιάς. Γιατί, αν δεν είναι κανένας αδιάντροπος, πως θα κάνει τέτοια «έργα», σαν κι αυτά που είπαμε παραπάνω;
Αλλά και τι άλλο από αδιαντροπιά φανερώνουν και τα ματς με τη θεά μπάλλα, που την κλωτσάνε ένα σωρό χασομέρηδες, για να διασκεδάσουνε τις μυριάδες «φίλαθλους», που δεν ευρήκαν άλλο τίποτα για να νοιώσουν αγωνία και χτυποκάρδι, αλλά μόνο τη «μπάλλα»; Και γίνουνται σοβαρά συνέδρια για τη μπαλλα, με αντιπροσωπείες, με συζητήσεις, με ανακοινωθέντα, με δημοσιογράφους. Σε τέτοιο δυσθεώρητο ύψος δεν έφταξε ποτέ η ανοησία.
Οι άνθρωποι καταντήσανε σαν άδεια κανάτια, και προσπαθούν να γεμίσουν τον εαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ένα σωρό σκουπίδια, μπάλλες, εκθέσεις με τερατουργήματα, ομιλίες και αερολογίες, καλλιστεία, που μετριέται η εμορφιά με τη μεζούρα, καρνάβαλους ηλίθιους, συλλόγους λογής – λογής με γεύματα και με σοβαρές συζητήσεις για τον ίσκιο του γαϊδάρου, συνδέσμους αφιερωμένους στους αποθεωμένους άνδρας της Ευρώπης κι ένα σωρό αλλά τέτοια. Αυτή, με μια ματιά, είναι η εικόνα της ανθρωπότητας σήμερα, που να μην αβασκαθεί! Πού να βρει κανένας καταφύγιο;
Εκείνους τους λίγους που δεν είναι ενθουσιασμένοι από «τα θαύματα της εποχής μας», οι άλλοι, αυτή η μερμηγκιά που έκανε αυτόν τον παράδεισο και που τον χαίρεται, τους λέγει τρελλούς, όπως θα λέγανε παλαβούς κάποιους ανθρώπους με σωστά μυαλά οι άρρωστοι του φρενοκομείου, βλέποντάς τους ανάμεσά τους. Δόξα στον Θεό, που υπάρχει ακόμα κάποιο καταφύγιο για μας που δεν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε «το μεγαλείο της εποχής μας». Δόξα στον Θεό που υπάρχουν ακόμα βουνά, χωράφια και κάποιοι τόποι που δεν τους εξήρανε αυτή η φυλλοξήρα που λέγεται πολιτισμός. Τράβα, λοιπόν, μακρυά από τις σφηγκοφωλιές που τις λένε πολιτείες, για να γλυτώσεις από το μαράζι, για να νοιώσεις απάνω σου τη ζωογόνα πνοή του Θεού. Αλλά, αυτό δεν φτάνει. Πρέπει να έχεις μάτια αγνά για να βλέπεις, αυτιά αγνά για ν’ ακούς, καρδιά αγνή για να αισθάνεσαι, κι όχι χαλασμένη. Γιατί από τις πολιτείες τρέχουνε για να φύγουνε, όποτε μπορέσουνε, κι εκείνοι που καυχιούνται πως η εποχή μας είναι θαυμάσια, μα, φεύγοντας από τις σφηγκοφωλιές, κουβαλάνε μαζί τους και την παραμορφωμένη ψυχή τους. Γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να νοιώθουνε την εμορφιά ενός βουνού, παρά μόνο σαν ορειβάτες, μ’ άλλα λόγια δεν νοιώθουνε τίποτα, μήτε ένα δέντρο είναι σε θέση να χαρούνε, μήτε το μυστήριο που έχει το κύμα, μήτε το θρησκευτικό πανηγύρι των λουλουδιών. Κι αυτή είναι η αιτία που τρέχουνε σαν τρελλοί με τ’ αυτοκίνητα για να μη δούνε τίποτα, να μην αισθανθούνε τίποτα, να μην αγαπήσουνε τίποτα. Αυτό το λένε «φυσιολατρία»! Όπως καταντήσανε τα πάντα, οι ιδέες, οι τέχνες, οι θρησκείες, έτσι κατάντησε κι η φυσιολατρία.
Εμείς όμως «οι καθυστερημένοι», περπατάμε και χαιρόμαστε σαν βλέπουμε ένα κομμάτι γαλανόν ουρανό, ανάμεσα στα σύννεφα, και κανένα χελιδόνι που πετά από πάνω μας και που θαρρείς πως θα τρυπώσει μέσα στο γαλάζιο εκείνο παραθύρι. Νοιώθουμε τη μυρουδιά που βγάζουνε τ’ αγριολούλουδα και τ’ αγιασμένα χορτάρια, καθώς και το χώμα της βλογημένης γης μας. Αναστηνόμαστε από τ’ αγεράκι που φυσά, σαν νάμαστε βαρυποινίτες που δραπετέψαμε από τη φυλακή, και δοξάζουμε τον Κύριο που δεν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε την εξαίσια εποχή μας και τα καλά της.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη, Εκδόσεις: Αστήρ – Παπαδημητρίου)
Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019
Ο σημερινός κόσμος. Το μέγα φρενοκομείο (Φώτης Κόντογλου)
Να δούμε ακόμα που θα φτάξουμε!
Δεν αφήσαμε βρωμιά, δεν αφήσαμε σιχαμένη πράξη, που να μην την κάνουμε, δεν αφήσαμε πονηρό διαλογισμό που να μην τον πούμε ή να μην τον γράψουμε με τη μεγαλύτερη αδιαντροπιά. Ξεχαλινωθήκαμε πια ολότελα. Γινήκαμε ένα τρελλό κοπάδι, που μας σαλαγά ο διάβολος με μια βουκέντρα, κι εμείς τρέχουμε λαχανιασμένοι. Η ελευθερία που δώσαμε στον εαυτό μας, με τη διαστρεμμένη γνώμη μας, γίνηκε τυραννία και μας κάνει ό,τι θέλει. Μεταμορφώθηκε σε μια μάγισσα Κίρκη, και μας μεταμόρφωσε κι εμάς σε χοίρους, και γρούζουμε ευτυχισμένοι, τσαλαβουτώντας μέσα στις κοπριές και στις σάπιες ακαθαρσίες. Καταντήσαμε ακόμα να τρώμε τις δικές μας τις ακαθαρσίες και τα εμπυασμένα κρέατά μας. Ποτέ ο άνθρωπος δεν είχε φτάξει ούτε στη μισή αναισθησία και σιχαμένη παραμόρφωση, απ’ όσο έφταξε σήμερα. Και με τα λόγια και με την πράξη καλλιεργούμε αυτό το καταραμένο χωράφι που ανοίξαμε μέσα μας και που φυτρώνει βρωμόχορτα και βρωμομανιτάρια. Μη νομίσει κανένας πως με τα λόγια δεν έρχεται η διαστροφή της ψυχής! Ίσια – ίσια, με τα λόγια βρωμίζεται κανένας περισσότερο απ’ όσο βρωμίζεται κι από την ίδια τη βρώμικη πράξη. Οι μανάδες μας κάνανε τα συζυγικά χρέη τους, ακολουθώντας με φυσικόν τρόπο τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο, για να γεννηθούν κι άλλοι, καινούριοι άνθρωποι. Ωστόσο, ποτέ δεν έβγαινε από το στόμα τους άπρεπος λόγος, λόγος αδιάντροπος. Και δεν γινότανε αυτό από υποκρισία, αλλά από το αίσθημα της φρονιμάδας και της σεμνότητας.Η μητέρα της Παναγίας, του Προδρόμου και των αγίων, που ήτανε αγιασμένες από την κούνια, πώς ήτανε δυνατό να ξεστομίσουνε ποτέ αισχρολογίες; Αυτή είναι, ω σημερινοί αδιάντροποι κι αδιάντροπες, η εμορφιά κι η υψηλή μεγαλοπρέπεια της ψυχής, που τη χάσατε, αλλοίμονο! και γινήκατε σαν και κείνα τα αναίσθητα σκυλιά που γλείφουνε τον πισινό τους μπροστά στον κόσμο.
Λοιπόν, επί τόσες χιλιάδες χρόνια δεν μπορέσανε οι άνθρωποι που ζήσανε πριν από εμάς, να ανακαλύψουνε αυτά τα σπουδαία μυστικά που ανακαλύψατε εσείς, δηλαδή να μην ντρέπεσαι να λες αισχρολογίες, μάλιστα να το κάνεις σκοπό της ζωής σου, και να επιδείχνεις, φανερά και χωρίς ντροπή, κάποια πράγματα που ο άνθρωπος τα είχε σφραγισμένα με μια μυστική σφραγίδα, οπού έγραφε απάνω πως «ο άνθρωπος δεν είναι κτήνος».
Το να γυρίσει ο άνθρωπος στο κτήνος, είναι το πιο εύκολο πράγμα. Κατρακυλά γλήγορα σ’ αυτό, επειδή κατά κει είναι ο κατήφορος, και κατά δω ο ανήφορος. Ο άνθρωπος ανηφόρισε επί χιλιάδες χρόνια για ν’ ανέβει εκεί που βρίσκεται, με αγώνα, με βάσανα, με ιδρώτες. Η αλήθεια είναι πως κάθε τόσο κατρακυλούσε κατά πίσω, κατά το ζώο, αλλά το κατρακύλισμά του ήτανε προσωρινό και περιορισμένο, και γι’ αυτό το κατρακύλισμα έλεγεν ο Δαυίδ: «Ανθρωπος εν τιμή ων ου συνήκεν. Κατελογίσθη τοις κτήνεσι τοις αλόγοις και ωμοιώθη αυτοίς». Σήμερα όμως το κατρακύλισμα είναι θανατερό, γιατί δεν κατρακυλίσαμε κατά τον βούρκο επειδή γλιστρήσαμε, κρατώντας το πρόσωπο γυρισμένο προς τ’ απάνω, αλλά πήραμε θεληματικά μας τον κατήφορο, και τρέχουμε σαν τρελλοί, για να προφτάξουμε να βουλιάξουμε μέσα στον βόθρο.
Η αμαρτία πάντα τραβούσε τον άνθρωπο, αλλά, λίγο ως πολύ, αντιστεκότανε ο άνθρωπος στα πονηρά χάδια της, γιατί ο απομέσα άνθρωπος δεν έστρεγε στην αμαρτία, που αφήνει πάντα ένα πικρό κατακάθι στο ποτήρι που κερνιέται. Τώρα όμως η ανθρωπότητα έπαθε πώρωση και δεν καταλαβαίνει τι κάνει. Χοντροπέτσιασε, σαν τον λεπρό που το πετσί του είναι πεθαμένο, και δεν νοιώθει πια τίποτα.
Αφορμή για τέτοιες σκέψεις δίνεται σε όποιον έχει ακόμα μέσα του κάποια ανθρωπιά, κάθε μέρα. Τί λέγω; Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, βλέποντας, ακούγοντας και διαβάζοντας χίλιες δυο φριχτές ασκήμιες που γίνουνται στον κόσμο, προπάντων στα λεγόμενα «εξευγενισμένα έθνη», και που διαφημίζουνται σαν να είναι κάποια κατορθώματα πιο μεγάλα από όσα έκανε ο Μεγαλέξαντρος, ο Κολόμπος ή κανένας άλλος στα περασμένα, η κάποια έργα πιο σπουδαία από του Φειδία, του Πραξιτέλη, του Ανθεμίου, και των άλλων που σταθήκανε φημισμένοι τεχνίτες.
Σήμερα μου έστειλε κάποιος μια εφημερίδα για να διαβάσω: «Το χορόδραμα του προπατορικού αμαρτήματος μέσα σε μια εκκλησία του Λονδίνου». Μ’ όλο που είμαι έτοιμος να ακούσω στον καιρό μας και τις πιο ξωφρενικές ατιμίες και ανοησίες να γίνουνται στ’ όνομα της «Τέχνης», η αλήθεια είναι πως ανατρίχιασα από το καινούριο φρούτο «της πολιτισμένης και ελεύθερης εποχής μας», δηλαδή του «Παγκόσμιου Φρενοκομείου». «Η παράσταση, γράφει η εφημερίδα, εδόθη στην εκκλησία του αγίου Φιλίππου στο Λονδίνο και εσημείωσε επιτυχία». Μπορούν οι βρωμόμυγες να μην τρέξουν στο ψοφήμι; Πώς να μη σημειώσει επιτυχία το χορόδραμα, αφού είμαστε όλοι άρρωστοι, υστερικοί, δηλητηριασμένοι από το φαρμάκι που μας ποτίζουνε λίγο – λίγο από πολλά χρόνια; Πρώτα – πρώτα έχουμε μεγάλη μανία σήμερα για τα θεάματα, όπως τον καιρό των Ρωμαίων, που φώναζε ο όχλος: «θέλουμε ψωμί και θεάματα!». «Panem et circenses!». Αυτή η μανία ολοένα, και μεγαλώνει, κι έχουμε καταντήσει πλάσματα υστερικά, παλαβά, που σκοτωνόμαστε για να δούμε έναν «αστέρα» του κινηματογράφου και να πάρουμε από αυτόν ένα «αυτόγραφο», δηλαδή ένα παλιόχαρτο που θα πεταχτεί κάποια μέρα στα σκουπίδια.
Παρακάτω γράφει η εφημερίδα: «Οι Αγγλοι κριτικοί ήταν ενθουσιασμένοι». Βλέπεις πόσο σοβαρό είναι το πράγμα; Ενθουσιάσθηκε κι η γρηά – Κριτική! Ξύλο που θέλουμε!
Αλλά το περισσότερο ξύλο πρέπει να πέσει στη ράχη του αγίου επισκόπου Ριχάρδου Αγκαρ, που έδωσε την άδεια για το θεάρεστο αυτό έργο, και μάλιστα «έχει διαρρυθμίσει τον χώρο κατάλληλα για να δίδωνται παραστάσεις στην εκκλησία»! Χριστέ μου, πάρε πάλι το κουρμπάτσι και κάνε μελανόν αυτόν τον άξιο υπηρέτη σου, που ρεζίλεψε τη θρησκεία σου όσο κανένας άθεος! Πάντα από τους παπάδες χάλασε η θρησκεία, αλλά τουλάχιστον σε άλλους καιρούς, είχανε ένα χαλινάρι. Τούτος είναι αδιάντροπος, γιατί είναι σημερινός μαθητής του διαβόλου, που σκέπασε με τα φτερά του την οικουμένη.
Και είδες; Πάλι η «Τέχνη» τα σκέπασε: Ο όσιος πατήρ Ρίτσαρντ είπε ότι «το μπαλλέτο είναι πολύ σοβαρό και ότι εξυπηρετεί το πνεύμα της Τέχνης». Με την τέχνη κρύβουμε τις μπομπές μας. Η τέχνη κατάντησε πορνολογία για παραδολογία. Σαν τεχνίτης που είμαι, ντρέπουμαι. Τέτοιον παπά ή επίσκοπο νάχεις να σε διδάχνει, τί ανάγκη έχεις;
Σήμερα καταγίνουνται όλοι με το «σεξ». Μα δεν υπάρχει, τέλος πάντων, τίποτ’ άλλο απ’ αυτό το «σεξ», απ’ αυτή τη γενετήσια ορμή; Οι γεροί άνθρωποι που ζήσανε σε άλλα χρόνια, εκείνοι οι δράκοι που ήτανε γεμάτοι ζωή, δεν είχανε «σεξ», και έχουμε εμείς τα ψοφήμια, και πρώτες απ’ όλους οι ξανθόψειρες με το κρύο αίμα, που λυσσάξανε στη Σουηδία, στην Αγγλία, και σε όλα τα παγωμένα μέρη της σφαίρας;
Μ’ όλο που κάνουνε τον χαρούμενο οι σκλάβοι της αμαρτίας, στο βάθος είναι δυστυχισμένοι. Ζούνε στον ίσκιο του θανάτου, γιατί: «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Για τούτο κι αυτοκτονούν. Αιτία για όλα αυτά είναι η απιστία και το ότι λείπει ο φόβος του Θεού από τον άνθρωπο. Ένας άγιος λέγει: «Φόβου χρεία τη ανθρωπίνη φύσει», «Η ανθρωπίνη φύση έχει ανάγκη από φόβο». Αμα λείψει ο φόβος του Θεού, κι η συνείδηση βουβαθεί, ο άνθρωπος κατρακυλά στο χάος. Μπορεί αυτός ο λεγόμενος επίσκοπος Ρίτσαρντ να πιστεύει σε Θεό και να κάνει αυτά που κάνει;
Μα, τέλος πάντων, δεν υπάρχει πια τίποτ’ άλλο από το μασκαραλίκι; Συνεργεί σ’ αυτή την κατάσταση κι η ανοησία, η επιπολαιότητα, η βλακεία κι η περιωρισμένη αντίληψη, που κάνει τον άνθρωπο να ζήτα να θραφεί με σκουπίδια και με κοπριές, κι ας φαίνουνται απ’ έξω κάποιοι απ’ αυτούς τους ανήθικους πως είναι σπουδαίοι στο μυαλό και στην επιστήμη. Υπάρχει κάποια άλλη εξυπνάδα μέσα στον άνθρωπο, που τον κάνει να είναι σε όλα σοβαρός. Αυτοί οι εκφυλισμοί λένε πως έχουνε μέσα τους κάποιο «κενό», και πως θέλουνε να το γεμίσουνε. Και απ’ αυτούς έμαθε κι όλος ο κόσμος, κάποιοι ανθρωπάκοι σαρακοστιανοί, κάποια δεσποινάρια, και λένε όλοι τους, σαν παπαγάλοι, πως έχουνε «κενό» μέσα τους, «άγχος» και τα τέτοια. Τί «κενό» έχεις, βρε, που από την πνευματική τεμπελιά κατάντησες ένας μπούφος; Τόσοι και τόσοι σπουδαίοι άνθρωποι, με φαρδειά ψυχή, άνθρωποι που λάμψανε απάνω σε τούτη τη γη και τιμήσανε το ανθρώπινο γένος, βρήκανε τόσα ευγενικά και μεγάλα πράγματα για να ξεδιψάσουνε την απομέσα δίψα τους και να χορτάσουνε την απομέσα πείνα τους, κι εσύ, δεν βρίσκεις τίποτ’ άλλο για να βάλεις μέσα σου, παρά τη βρώμα;
Κύτταξε την πλάση που είναι γύρω σου, και χόρτασε από εμορφιά κι από μεγαλείο. Και πάλι μέσα σου μπορείς να βρεις τόσους κρυμμένους θησαυρούς, μα δεν είσαι σε θέση να καταλάβεις τον Χριστό που λέγει: «η βασιλεία του Θεού βρίσκεται μέσα σας». Η βασιλεία του Θεού είναι η υπέρτατη ευδαιμονία, που νοιώθει η ψυχή, κι αναβρύζει μέσα μας αυτό το δροσερό αθάνατο νερό. Αλλά ο διάβολος μας τυφλώνει και δεν βλέπουμε τίποτα από τα ωραία της δημιουργίας κι από τους μυστικούς θησαυρούς που βρίσκουνται μέσα στον άνθρωπο, αλλά μας κάνει χοίρους, που χώνουνε τη μουτσούνα τους στη λάσπη και στις ακαθαρσίες για να ευχαριστηθούνε.
Η ηθική μας φαίνεται πια μια ψευτιά, μια πρόληψη, ένα μπόδιο για «να απολαύσουμε τη ζωή». Μα η ηθική είναι κείνη που σηκώνει τον άνθρωπο απάνω από το κτήνος και τον ντύνει με μιαν άφθαρτη στολή, κεντημένη με κάθε ευγένεια, με κάθε υψηλό και σοβαρό αίσθημα και πλουμισμένη με τα αθάνατα διαμάντια που λέγουνται φρονιμάδα, σεμνότητα, γενναιότητα της καρδίας, ευαισθησία κι ευγένεια της ψυχής και με όσα κάνουνε τον άνθρωπο, από ένα σιχαμερό και εξευτελισμένο ζώο, ένα πλάσμα πολύ σπουδαίο και θαυμαστό. Για τούτο λέει ο Δαυίδ στον Θεό: «Τί είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος και τον θυμάσαι, τί είναι αυτό το πλάσμα και φροντίζεις γι’ αυτό; Τον έπλασες λίγο πιο κάτω από τους Αγγέλους, τον στεφάνωσες με δόξα και με τιμή, και τον έβαλες εξουσιαστή απάνω στα έργα των χεριών σου». «Ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’ Αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν, και κατέστησας αυτόν επί τα έργα των χειρών Σου».
(Απόσπασμα από το βιβλίο Μυστικά Ανθη, Εκδόσεις: Αστήρ – Παπαδημητρίου)
Λοιπόν, επί τόσες χιλιάδες χρόνια δεν μπορέσανε οι άνθρωποι που ζήσανε πριν από εμάς, να ανακαλύψουνε αυτά τα σπουδαία μυστικά που ανακαλύψατε εσείς, δηλαδή να μην ντρέπεσαι να λες αισχρολογίες, μάλιστα να το κάνεις σκοπό της ζωής σου, και να επιδείχνεις, φανερά και χωρίς ντροπή, κάποια πράγματα που ο άνθρωπος τα είχε σφραγισμένα με μια μυστική σφραγίδα, οπού έγραφε απάνω πως «ο άνθρωπος δεν είναι κτήνος».
Το να γυρίσει ο άνθρωπος στο κτήνος, είναι το πιο εύκολο πράγμα. Κατρακυλά γλήγορα σ’ αυτό, επειδή κατά κει είναι ο κατήφορος, και κατά δω ο ανήφορος. Ο άνθρωπος ανηφόρισε επί χιλιάδες χρόνια για ν’ ανέβει εκεί που βρίσκεται, με αγώνα, με βάσανα, με ιδρώτες. Η αλήθεια είναι πως κάθε τόσο κατρακυλούσε κατά πίσω, κατά το ζώο, αλλά το κατρακύλισμά του ήτανε προσωρινό και περιορισμένο, και γι’ αυτό το κατρακύλισμα έλεγεν ο Δαυίδ: «Ανθρωπος εν τιμή ων ου συνήκεν. Κατελογίσθη τοις κτήνεσι τοις αλόγοις και ωμοιώθη αυτοίς». Σήμερα όμως το κατρακύλισμα είναι θανατερό, γιατί δεν κατρακυλίσαμε κατά τον βούρκο επειδή γλιστρήσαμε, κρατώντας το πρόσωπο γυρισμένο προς τ’ απάνω, αλλά πήραμε θεληματικά μας τον κατήφορο, και τρέχουμε σαν τρελλοί, για να προφτάξουμε να βουλιάξουμε μέσα στον βόθρο.
Η αμαρτία πάντα τραβούσε τον άνθρωπο, αλλά, λίγο ως πολύ, αντιστεκότανε ο άνθρωπος στα πονηρά χάδια της, γιατί ο απομέσα άνθρωπος δεν έστρεγε στην αμαρτία, που αφήνει πάντα ένα πικρό κατακάθι στο ποτήρι που κερνιέται. Τώρα όμως η ανθρωπότητα έπαθε πώρωση και δεν καταλαβαίνει τι κάνει. Χοντροπέτσιασε, σαν τον λεπρό που το πετσί του είναι πεθαμένο, και δεν νοιώθει πια τίποτα.
Αφορμή για τέτοιες σκέψεις δίνεται σε όποιον έχει ακόμα μέσα του κάποια ανθρωπιά, κάθε μέρα. Τί λέγω; Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, βλέποντας, ακούγοντας και διαβάζοντας χίλιες δυο φριχτές ασκήμιες που γίνουνται στον κόσμο, προπάντων στα λεγόμενα «εξευγενισμένα έθνη», και που διαφημίζουνται σαν να είναι κάποια κατορθώματα πιο μεγάλα από όσα έκανε ο Μεγαλέξαντρος, ο Κολόμπος ή κανένας άλλος στα περασμένα, η κάποια έργα πιο σπουδαία από του Φειδία, του Πραξιτέλη, του Ανθεμίου, και των άλλων που σταθήκανε φημισμένοι τεχνίτες.
Σήμερα μου έστειλε κάποιος μια εφημερίδα για να διαβάσω: «Το χορόδραμα του προπατορικού αμαρτήματος μέσα σε μια εκκλησία του Λονδίνου». Μ’ όλο που είμαι έτοιμος να ακούσω στον καιρό μας και τις πιο ξωφρενικές ατιμίες και ανοησίες να γίνουνται στ’ όνομα της «Τέχνης», η αλήθεια είναι πως ανατρίχιασα από το καινούριο φρούτο «της πολιτισμένης και ελεύθερης εποχής μας», δηλαδή του «Παγκόσμιου Φρενοκομείου». «Η παράσταση, γράφει η εφημερίδα, εδόθη στην εκκλησία του αγίου Φιλίππου στο Λονδίνο και εσημείωσε επιτυχία». Μπορούν οι βρωμόμυγες να μην τρέξουν στο ψοφήμι; Πώς να μη σημειώσει επιτυχία το χορόδραμα, αφού είμαστε όλοι άρρωστοι, υστερικοί, δηλητηριασμένοι από το φαρμάκι που μας ποτίζουνε λίγο – λίγο από πολλά χρόνια; Πρώτα – πρώτα έχουμε μεγάλη μανία σήμερα για τα θεάματα, όπως τον καιρό των Ρωμαίων, που φώναζε ο όχλος: «θέλουμε ψωμί και θεάματα!». «Panem et circenses!». Αυτή η μανία ολοένα, και μεγαλώνει, κι έχουμε καταντήσει πλάσματα υστερικά, παλαβά, που σκοτωνόμαστε για να δούμε έναν «αστέρα» του κινηματογράφου και να πάρουμε από αυτόν ένα «αυτόγραφο», δηλαδή ένα παλιόχαρτο που θα πεταχτεί κάποια μέρα στα σκουπίδια.
Παρακάτω γράφει η εφημερίδα: «Οι Αγγλοι κριτικοί ήταν ενθουσιασμένοι». Βλέπεις πόσο σοβαρό είναι το πράγμα; Ενθουσιάσθηκε κι η γρηά – Κριτική! Ξύλο που θέλουμε!
Αλλά το περισσότερο ξύλο πρέπει να πέσει στη ράχη του αγίου επισκόπου Ριχάρδου Αγκαρ, που έδωσε την άδεια για το θεάρεστο αυτό έργο, και μάλιστα «έχει διαρρυθμίσει τον χώρο κατάλληλα για να δίδωνται παραστάσεις στην εκκλησία»! Χριστέ μου, πάρε πάλι το κουρμπάτσι και κάνε μελανόν αυτόν τον άξιο υπηρέτη σου, που ρεζίλεψε τη θρησκεία σου όσο κανένας άθεος! Πάντα από τους παπάδες χάλασε η θρησκεία, αλλά τουλάχιστον σε άλλους καιρούς, είχανε ένα χαλινάρι. Τούτος είναι αδιάντροπος, γιατί είναι σημερινός μαθητής του διαβόλου, που σκέπασε με τα φτερά του την οικουμένη.
Και είδες; Πάλι η «Τέχνη» τα σκέπασε: Ο όσιος πατήρ Ρίτσαρντ είπε ότι «το μπαλλέτο είναι πολύ σοβαρό και ότι εξυπηρετεί το πνεύμα της Τέχνης». Με την τέχνη κρύβουμε τις μπομπές μας. Η τέχνη κατάντησε πορνολογία για παραδολογία. Σαν τεχνίτης που είμαι, ντρέπουμαι. Τέτοιον παπά ή επίσκοπο νάχεις να σε διδάχνει, τί ανάγκη έχεις;
Σήμερα καταγίνουνται όλοι με το «σεξ». Μα δεν υπάρχει, τέλος πάντων, τίποτ’ άλλο απ’ αυτό το «σεξ», απ’ αυτή τη γενετήσια ορμή; Οι γεροί άνθρωποι που ζήσανε σε άλλα χρόνια, εκείνοι οι δράκοι που ήτανε γεμάτοι ζωή, δεν είχανε «σεξ», και έχουμε εμείς τα ψοφήμια, και πρώτες απ’ όλους οι ξανθόψειρες με το κρύο αίμα, που λυσσάξανε στη Σουηδία, στην Αγγλία, και σε όλα τα παγωμένα μέρη της σφαίρας;
Μ’ όλο που κάνουνε τον χαρούμενο οι σκλάβοι της αμαρτίας, στο βάθος είναι δυστυχισμένοι. Ζούνε στον ίσκιο του θανάτου, γιατί: «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Για τούτο κι αυτοκτονούν. Αιτία για όλα αυτά είναι η απιστία και το ότι λείπει ο φόβος του Θεού από τον άνθρωπο. Ένας άγιος λέγει: «Φόβου χρεία τη ανθρωπίνη φύσει», «Η ανθρωπίνη φύση έχει ανάγκη από φόβο». Αμα λείψει ο φόβος του Θεού, κι η συνείδηση βουβαθεί, ο άνθρωπος κατρακυλά στο χάος. Μπορεί αυτός ο λεγόμενος επίσκοπος Ρίτσαρντ να πιστεύει σε Θεό και να κάνει αυτά που κάνει;
Μα, τέλος πάντων, δεν υπάρχει πια τίποτ’ άλλο από το μασκαραλίκι; Συνεργεί σ’ αυτή την κατάσταση κι η ανοησία, η επιπολαιότητα, η βλακεία κι η περιωρισμένη αντίληψη, που κάνει τον άνθρωπο να ζήτα να θραφεί με σκουπίδια και με κοπριές, κι ας φαίνουνται απ’ έξω κάποιοι απ’ αυτούς τους ανήθικους πως είναι σπουδαίοι στο μυαλό και στην επιστήμη. Υπάρχει κάποια άλλη εξυπνάδα μέσα στον άνθρωπο, που τον κάνει να είναι σε όλα σοβαρός. Αυτοί οι εκφυλισμοί λένε πως έχουνε μέσα τους κάποιο «κενό», και πως θέλουνε να το γεμίσουνε. Και απ’ αυτούς έμαθε κι όλος ο κόσμος, κάποιοι ανθρωπάκοι σαρακοστιανοί, κάποια δεσποινάρια, και λένε όλοι τους, σαν παπαγάλοι, πως έχουνε «κενό» μέσα τους, «άγχος» και τα τέτοια. Τί «κενό» έχεις, βρε, που από την πνευματική τεμπελιά κατάντησες ένας μπούφος; Τόσοι και τόσοι σπουδαίοι άνθρωποι, με φαρδειά ψυχή, άνθρωποι που λάμψανε απάνω σε τούτη τη γη και τιμήσανε το ανθρώπινο γένος, βρήκανε τόσα ευγενικά και μεγάλα πράγματα για να ξεδιψάσουνε την απομέσα δίψα τους και να χορτάσουνε την απομέσα πείνα τους, κι εσύ, δεν βρίσκεις τίποτ’ άλλο για να βάλεις μέσα σου, παρά τη βρώμα;
Κύτταξε την πλάση που είναι γύρω σου, και χόρτασε από εμορφιά κι από μεγαλείο. Και πάλι μέσα σου μπορείς να βρεις τόσους κρυμμένους θησαυρούς, μα δεν είσαι σε θέση να καταλάβεις τον Χριστό που λέγει: «η βασιλεία του Θεού βρίσκεται μέσα σας». Η βασιλεία του Θεού είναι η υπέρτατη ευδαιμονία, που νοιώθει η ψυχή, κι αναβρύζει μέσα μας αυτό το δροσερό αθάνατο νερό. Αλλά ο διάβολος μας τυφλώνει και δεν βλέπουμε τίποτα από τα ωραία της δημιουργίας κι από τους μυστικούς θησαυρούς που βρίσκουνται μέσα στον άνθρωπο, αλλά μας κάνει χοίρους, που χώνουνε τη μουτσούνα τους στη λάσπη και στις ακαθαρσίες για να ευχαριστηθούνε.
Η ηθική μας φαίνεται πια μια ψευτιά, μια πρόληψη, ένα μπόδιο για «να απολαύσουμε τη ζωή». Μα η ηθική είναι κείνη που σηκώνει τον άνθρωπο απάνω από το κτήνος και τον ντύνει με μιαν άφθαρτη στολή, κεντημένη με κάθε ευγένεια, με κάθε υψηλό και σοβαρό αίσθημα και πλουμισμένη με τα αθάνατα διαμάντια που λέγουνται φρονιμάδα, σεμνότητα, γενναιότητα της καρδίας, ευαισθησία κι ευγένεια της ψυχής και με όσα κάνουνε τον άνθρωπο, από ένα σιχαμερό και εξευτελισμένο ζώο, ένα πλάσμα πολύ σπουδαίο και θαυμαστό. Για τούτο λέει ο Δαυίδ στον Θεό: «Τί είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος και τον θυμάσαι, τί είναι αυτό το πλάσμα και φροντίζεις γι’ αυτό; Τον έπλασες λίγο πιο κάτω από τους Αγγέλους, τον στεφάνωσες με δόξα και με τιμή, και τον έβαλες εξουσιαστή απάνω στα έργα των χεριών σου». «Ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’ Αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν, και κατέστησας αυτόν επί τα έργα των χειρών Σου».
(Απόσπασμα από το βιβλίο Μυστικά Ανθη, Εκδόσεις: Αστήρ – Παπαδημητρίου)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)