Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ιεροψάλτης στέκεται ως παράδειγμα προσευχής και ταπείνωσης και όχι ως κοσμικός τραγουδιστής με υπεροψία και αλαζονεία. (π. Παύλος Παπαδόπουλος)

Το να διακονείς στο αναλόγιο είναι μεγάλη ευλογία.Είναι μεγάλη ευλογία αλλά και μεγάλη ευθύνη.Χρειάζεται να γνωρίζεις όχι απλά βυζαντινή μουσική, όχι μόνο τυπικό (τι θα πεις, πότε θα το πεις) αλλά κυρίως να έχεις εκκλησιαστικό φρόνημα.
Ο Θεός μου έδωσε την ευκαιρία να διακονήσω σε αναλόγια δίπλα σε καταξιωμένους και έμπειρους ιεροψάλτες.
Η αγάπη μου για την ψαλτική τέχνη είναι μεγάλη.Την αγαπώ την βυζαντινή μουσική διότι είναι η μουσική της λογικής λατρείας μας. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η βυζαντινή μουσική αναπτύχθηκε ώστε να εξυπηρετεί τα Ιερά Μυστήρια και όχι να χρησιμοποιείται σε συναυλιακούς χώρους.

Για να μην παρεξηγηθώ: Μέσα στους χώρους του Ιερού Ναού, μέσα στην λατρεία είναι κυρίως η θέση της. Εάν χρησιμοποιείται και εκτός των Ιερών Ναών, εκτός της λατρείας μας είναι κάτι το έκτακτο και φυσικά δεν είναι κάτι το κακό.

Οι γνώσεις μου πάνω στη Βυζαντινή Μουσική ίσως είναι περιορισμένες, το ταλέντο μου ελάχιστο όμως η διακονία μου δίπλα σε έμπειρους ιεροψάλτες αυτό με δίδαξε: ότι το αναλόγιο δεν είναι ένα βάθρο επίδειξης φωνητικών ικανοτήτων, αλλά βήμα διακονίας. Ο ιεροψάλτης στέκεται ως παράδειγμα προσευχής και ταπείνωσης και όχι ως κοσμικός τραγουδιστής με υπεροψία και αλαζονεία. Η Εκκλησία τον τοποθετεί σε περίοπτη θέση για να εμπνεύσει τους πιστούς με το ήθος του, με την απλότητά του, με το εκκλησιαστικό του ήθος. Ο ιεροψάλτης ως "επιφανή" πρόσωπο της εκκλησιαστικής κοινότητας καλείται να μαρτυρεί της Αλήθεια του Ευαγγελίου και εκτός των Ιερών Ναών. Φυσικά αυτό να μην ερμηνευτεί ότι ο ιεροψάλτης καλείται να υποκρίνεται μια "σωστή" χριστιανική ζωή. Το θέμα είναι να ζει εν Χριστώ συνεχώς, παντού και πάντοτε, όπως φυσικά και ο κάθε χριστιανός, πόσο μάλλον όμως ο χριστιανός αυτός που διακονεί μέσα στα Ιερά Μυστήρια (νεοκώρος, ιεροψάλτης, επίτροπος).

Θυμάμαι δεν ανέβαινα ποτέ στο αναλόγιο εάν πρώτα δεν έπαιρνα την ευχή του ιερέως που θα λειτουργούσε.
Μα πώς είναι δυνατόν να λάβω μέρος στην λατρεία χωρίς την ευχή του λειτουργούντος ιερέως;
Ο ιεροψάλτης βρίσκεται στο αναλόγιο, όχι για να ερμηνεύσει με τρόπο επιτακτικό συγκεκριμένα μουσικά κομμάτια του ήχου της Κυριακής, όχι για να ψάλλει σχολαστικά και σφιγμένα τα μουσικά κείμενα με το άγχος μήπως και δεν ερμηνεύσει σωστά κάποια "πεταστή"· αλλά μέσα στον λατρευτικό χρόνο να προσφέρει κατάνυξη, προσευχητική διάθεση, έμπνευση μετάνοιας και δοξολογίας προς τον Τριαδικό Θεό μας.

Πολλές φορές ικανότατοι ιεροψάλτες χάνουν τον νόημα της διακονίας τους και γίνονται κουραστικοί αλλά και δυσάρεστοι στις καρδιές των πιστών που ήρθαν στο Ναό όχι για να ακούσουν κάποια "περίφημη" αργή δοξολογία αλλά για να κοινωνήσουν ουρανό, ηρεμία και αμεριμνησία.
"Μεγάλοι δάσκαλοι", προσπαθούν συνεχώς να εντυπωσιάσουν μ' έναν επιδεικτικό τρόπο, με τις ικανότητές τους, λέγοντας "σπάνια και δύσκολα μαθήματα" που το μόνο που εξυπηρετούν είναι να τρέφουν το εγώ τους και όχι να εξυπηρετούν τον λατρευτικό χρόνο.
Οι πιστοί θέλουν απλές μελωδίες, απαλές φωνές, χωρίς κοσμικές κορώνες.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές οι πιστοί αναπαύονται σε ιεροψάλτες που μπορεί να μην έχουνε πολλές μουσικές γνώσεις αλλά ψέλνουν απλά και λιτά.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές η εκκλησιαστική κοινότητα συμμετέχει περισσότερο προσευχητικά όταν στο αναλόγιο ανέβει κάποιος άνθρωπος που έχει πνευματική κατάσταση, κι ας μην τα λέγει όλα καλά, κι ας έχει μία "συνηθισμένη" φωνή.
Είναι η Χάρις του Θεού που ποτίζει την μελωδία του. Είναι η Χάρις του Θεού που νιώθεις πνευματική ευφορία όταν ακούς να ψέλνει ένας λαϊκός ή μοναχός που πλησιάζει το αναλόγια με φόβο Θεού, που προσπαθεί να ζει με τον Ευαγγελικό Λόγο.

Η εκκοσμίκευση μέσα στην Εκκλησία είναι μια μεγάλη πληγή. Είτε αυτή λέγεται: ιερατικά άμφια, διακόσμιση Ναών, λατρευτικές τελετές που καταντούν κοσμικές φιέστες, ιεροψάλτες-τραγουδιστές σε νυκτερινά κέντρα, κ.α.
Δεν θέλω να το παίξω διδάσκαλος των ιεροψαλτών, μιας και τώρα κυρίως διακονώ την Εκκλησία ως ιερέας. Όμως έχοντας ζήσει το αναλόγιο, έχοντας συναναστραφεί με καταξιωμένους ιεροψάλτες (που κάποιοι έχουνε φύγει από την ζωή), νομίζω μπορώ ταπεινά να πω (να παροτρύνω) ότι οι ιεροψάλτες, οι σύλλογοι ιεροψαλτών καλούνται να λάβουν δράση ώστε η εκκοσμίκευση του αναλογίου να παύση να υφίσταται.
Δεν είναι δυνατόν κάποιος ιεροψάλτης-πρωτοψάλτης, να απαντά στον προεστό της λατρευτικής σύναξης, που ξεκάθαρα είναι ο λειτουργών ιερέας, ότι "εγώ κάνω κουμάντο στο αναλόγιο, θα πω ότι θέλω, όπως το θέλω, όση ώρα θέλω". Το αναλόγιο είναι ένα κομμάτι του Ναού, δεν μπορεί να δρα αυτόνομα. Ούτε ο πρωτοψάλτης είναι Δεσπότης της λατρευτικής πράξης· είναι διακονητής.

Τέτοιες φαιδρές καταστάσεις δείχνουν ότι ο συγκεκριμένος τύπος ιεροψάλτου δεν έχει συναίσθηση που βρίσκεται, ποια είναι η θέση του...και φυσικά δείχνει ότι όχι μόνο πνευματική κατάσταση δεν έχει, αλλά ούτε στοιχειώδη εκκλησιαστικό φρόνημα. Και όλα αυτά διότι ο ιερέας αντιμετωπίζεται ως εχθρός, φανερώνοντας με το σκεπτικό του το πόσο πάσχει αυτός ο άνθρωπος που υμνεί με το στόμα του το Θεό, από εγωπάθεια και οίηση.
Δεν είναι δυνατόν ο ιεροψάλτης να απαιτεί συγκεκριμένο "τόνο" από τον ιερέα και να του τον δίνει, κι αν ο ιερέας δεν "κτυπήσει σωστά" ο ιεροψάλτης να νευριάζει. Δεν βρισκόμαστε αγαπητοί μου στο Ναό για να λόγους ορθοφωνίας αλλά για να λάβουμε Χάρη Θεού δια των Μυστηρίων.

Δεν συμφωνώ καθόλου με την τακτική κάποιων που επειδή και μόνο έχουνε μεράκι να διακονήσουν σε αναλόγιο, ανεβαίνουν πάνω και ανοίγουν το στοματάκι τους και βγαίνουν από εκεί μέσα “άρρητα ρήματα”. Φυσικά και αυτό δεν είναι σωστό να γίνεται. Άλλο τι θέλω να κάνω και άλλο να μπορώ να το κάνω. Πρέπει να έχουμε την διάκριση να ξέρουμε τις δυνατότητές μας. Βεβαίως λόγω έλλειψης σωστών ιεροψαλτών τα αναλόγια ειδικά τις καθημερινές ή σε διάφορα χωριά γεμίουν με τέτοιους ανθρώπους που για λόγους οικονομίας εξυπηρετούν την λατρεία.
Τι να κάνει ο ιερέας-προϊστάμενος όταν κάποιος σωστός ιεροψάλτης ζητά ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό για να έρχεται μια φορά την Κυριακή και ο Ναός αδυνατεί οικονομικά; Θα αρκεστεί στον συνταξιούχο που το είχε μεράκι και έρχεται και αφιλοκερδώς (με ότι αυτό συνεπάγεται).
Φυσικά λοιπόν και παίζει ρόλο η ορθοφωνία, η μουσική κατάρτιση όλων όσων παίζουν κάποιο ρόλο μέσα στην λατρευτική πράξη (ιεροψάλτες, αρχιερείς, ιερείς, διάκονοι), όμως κι αν γίνονται κάποια λάθη δεν χάθηκε και ο κόσμος. Μας εμπαίζει ο διάβολος, δεν το καταλαβαίνουμε; Ασχολούμαστε με το ποιο μουσικό μάθημα θα πούμε, πώς θα εκτελέσω τα "πληρωτικά", πόσα "γυρίσματα" θα κάνω, και ο Χριστός πουθενά, η προσευχή πουθενά.

Λέμε πολλά "Κύριε ελέησον" σύμφωνα με το μουσικό κείμενο, όμως ούτε ένα "Κύριε ελέησον" δεν βγαίνει από την καρδιά μας.
Δόξα τω Θεώ, υπάρχουν και ιεροψάλτες που αγαπούν αυτό που κάνουνε, και το κάνουμε συνειδητά, υπεύθυνα, ταπεινά, με εκκλησιαστικό φρόνημα, έχοντας μια ζωή που μοσχοβολά θυμίαμα. Και αυτό βγαίνει και στο ψάλσιμό τους, το βλέπεις με το πως στέκονται στο αναλόγιό τους, πως κινούνται μέσα στο Ναό, στην καθημερινότητά τους.
Είναι αυτοί οι ιεροψάλτες που με το μειλίχιο ύφος τους, με την ανοικτή καρδιά τους προσελκύουν και νέα παιδιά στο αναλόγιο. Και γεμίζουν τα αναλόγια με παιδικές φωνές που μαθητεύουν κυρίως μέσα στην λατρεία και όχι μόνο στα θρανία των ωδείων. Η Βυζαντινή μουσική σπουδάζεται πάνω στο αναλόγιο.

Ελπίζω να μην δημιούργησα σκάνδαλο με τα γραφόμενά μου. Απλά ήθελα να τονίσω τον σημαντικότατο ρόλο των ιεροψαλτών μέσα στην λατρευτική ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας. Μπορούν να κάνουν μεγάλο καλό αλλά και να βλάψουν. Μπορεί το αναλόγιο να γίνει ο οδός της προσωπικής τους σωτηρίας τους ή της απώλειάς τους.
Μακάρι όλοι μας να καταλάβουμε γιατί βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία. Και ο λόγος αυτός είναι για να βρούμε τον Χριστό, όχι για να πιάσουμε κάποια θέση, όχι για να κτίσουμε ένα καλό όνομα, ούτε για να αναδειχθούμε κοινωνικά.
Είτε είσαι ιεροψάλτης, είτε κληρικός δεν πρέπει να ξεχνάς γιατί βρίσκεσαι μέσα την Εκκλησία. Το ότι βρίσκεσαι στην Εκκλησία δεν σημαίνει ότι ό,τι κάνεις είναι σωστό και θα σωθείς. Διότι η πρόθεσή μας, τα κριτήρια με τα οποία κάνουμε κάτι θα κρίνει και το εσχατολογικό αποτέλεσμα των πραξεών μας. Μακάρι τα κίνητρά μας να είναι αγαθά, καλοπροαίρετα και θεμελιωμένα πάνω σ' αυτήν την ιερή αγωνία μας: να ευαρεστούμε τον Χριστό μας και όχι τους κόλακες, τον κόσμο, τα πλήθη.
Ας το θυμόμαστε όλοι μας: μπορεί να ερμηνεύεις απίστευτα καλά κάποιο δύσκολο βυζαντινό μάθημα, μπορεί να έχεις απίστευτα καλή φωνή· χωρίς υπακοή και ταπείνωση, χωρίς υπομονή και διάκριση, χωρίς συγχωρετικότητα και αγάπη, δεν σώζεσαι.
Εάν οι μουσικές μου γνώσεις γίνονται αιτία να χάνω τον Χριστό μου, να τα βράσω όλα. Καλύτερα να μην ξαναψάλλω ποτέ, παρά να χαθώ αιώνια.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Το Μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου - Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware



«Μιὰ ψυχὴ φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ
εἶναι πιὸ πολύτιμη στὸ Θεὸ
ἀπ᾿ ὅτι δέκα χιλιάδες κόσμοι
μὲ ὅλα ὅσα περιέχουν»
Ἀποφθέγματα Πατέρων τῆς Ἐρήμου
Τὸ ἀληθινὸ θαῦμα

«Μίλησέ μας γιὰ τὶς θεῖες ὀπτασίες ποὺ ἔχεις», εἶπε κάποτε ἕνας μοναχὸς στὸν Ἀββᾶ Παχώμιο (286-346). «Ἕνας ἁμαρτωλὸς σὰν ἐμένα δὲν περιμένει νὰ ἔχει καμιὰ ὀπτασία ἀπὸ τὸ Θεό», ἀπάντησε ὁ Παχώμιος. «(...) Ἐπίτρεψέ μου ὅμως νὰ σοῦ πῶ γιὰ μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Ἂν δεῖς ἕναν ἅγιο καὶ ταπεινὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Γιατί ποιὰ ἄλλη μεγαλύτερη ὀπτασία ἀπ᾿ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει: νὰ δεῖς τὸν ἀόρατο Θεὸ νὰ φανερώνεται στὸ ναό του, σ᾿ ἕνα ὁρατὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο»;

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνώτερη ὀπτασία ἀπὸ ὅλες, τὸ ἀληθινὸ θαῦμα: μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθην» (Ψαλμ. 138:14). Στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς ἴσως δὲν ὑπάρχει καθῆκον πιὸ ἐπιτακτικὸ ἀπὸ αὐτό: νὰ ἀνανεώνουμε τὸ αἴσθημα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἔκπληξης μπροστὰ στὸ θαῦμα καὶ τὸ μυστήριο τοῦ δικοῦ μας προσώπου. Ἡ λέξη μυστήριον, ἰδιαίτερα, χρειάζεται ἔμφαση. Ποιὸς εἶμαι; Τί εἶμαι; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη. Γνωρίζω μόνο ἕνα πολὺ μικρὸ μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μου. Τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἶναι ἀπίστευτα πλατειά. Ἐκτείνονται κατὰ ὕψος καὶ κατὰ πλάτος στὸ χῶρο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὸ ἀτελεύτητο. Προεκτείνονται μπροστὰ καὶ πίσω μέσα στὸ χρόνο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὴν αἰωνιότητα. Στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μου κρύβονται ἀνεξιχνίαστα βάθη ποὺ διαφεύγουν τῆς δικῆς μου ἀντίληψης.

Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριο ἀνθρώπινο πρόσωπο, ποὺ εἶναι φτιαγμένο κατ᾿ εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖα ξεχωριστῆς σημασίας: ἐλευθερία, εὐχαριστία, κοινωνία καὶ ὡρίμανση.
Ἐλευθερία

Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος: μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὰ ἀνθρώπινα δημιουργήματα ποὺ εἶναι φτιαγμένα κατ᾿ εἰκόνα του εἶναι προικισμένα μὲ ἐλευθερία. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὰ ἀνθρώπινα ὄντα νὰ ξεχωρίζουν, μὲ ἕνα τρόπον ποὺ ὑπερέχει, ἀπὸ τὰ ἄλλα ὄντα; Πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησης, ἡ δύναμη τῆς ἐλεύθερης ἀπόφασης, ἡ ἱκανότητα τῆς ἠθικῆς ἐκλογῆς. Ἐνῶ τὰ ἄλλα ὄντα ἐνεργοῦν ἀπὸ ἔνστικτο, τὸ ἀνθρώπινο ὂν στέκεται εὐσυνείδητα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ - στέκεται μὲ πλήρη ἐπίγνωση στὸ σημεῖο τοῦ καιροῦ, στὴ στιγμὴ τῆς κρίσης καὶ τῆς εὐκαιρίας - καὶ διαλέγει. Ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο λέγοντάς του: «Τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· ἐκλέξαι...» (Δευτ. 30:19). Μόνο μὲ τὴν ἄσκηση αὐτῆς τῆς δύναμης, τῆς ἐλεύθερης ἐκλογῆς, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἄνθρωπος πραγματικά.

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὁριστεῖ ὡς ἕνα ἐλεύθερο ὄν. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τονίζεται ἔντονα ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι στὴ διήγηση τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, στὸ ἔργο Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ. Αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς προσέφερε στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναγνωρίζει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, εἶναι ἀκριβῶς τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας: ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει (Ἰω. 8:36). Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ὅμως, στὰ μάτια τοῦ γηραιοῦ καρδιναλίου, εἶναι πολὺ βαρειά, ἕνα φορτίο δυσβάστακτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἕνα ἐπικίνδυνο κοφτερὸ σπαθί· τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν εὐτυχέστερο ἂν τοῦ ἀφαιροῦσαν αὐτὸ τὸ δῶρο. «Ἐμεῖς διορθώσαμε τὸ ἔργο σου», λέει ὁ Ἱεροεξεταστὴς στὸν Ἰησοῦ. Ἀπὸ μία σκοπιὰ ἔχει δίκιο: ἡ ἐλευθερία μας πολὺ συχνὰ ἀποδεικνύεται ἕνα ἄσχημο δῶρο. Ὅμως ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι λιγότερο ἀπὸ ἐλεύθερος, τότε γίνεται κάτι λιγότερο κι ἀπὸ ἄνθρωπος.

Ἡ ζωτικὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας μπορεῖ νὰ φανεῖ στὴν περίπτωση τῆς εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ τί σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος. Στὸν Εὐαγγελισμό, ὁ Ἀρχάγγελος δὲν ἐπληροφόρησε ἁπλῶς τὴν Παναγία γιὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ περίμενε τὴν ἐλεύθερη καὶ ἐθελοντική της ἀπάντηση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1:38). Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀρνηθεῖ. Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν πρωτοβουλία, ὅμως ἡ ἐθελοντικὴ συνεργασία τῆς Παναγίας εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητη. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα παθητικὸ ἐργαλεῖο ἀλλὰ ἕνας ἐνεργητικὸς μέτοχος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀπάντησή της μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἦταν ἕνα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸ συμπέρασμα· σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐλεύθερα δοσμένη ἀπάντηση κρεμόταν ὁλόκληρο τὸ μέλλον τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.

Σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ ὁλοένα γίνεται πιὸ ἀπάνθρωπος - σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ φαινομενικὰ ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτές, τὶς στατιστικὲς καὶ τὶς μηχανὲς - ἡ ἀνάγκη γιὰ Χριστιανοὺς ποὺ ἐπιμένουν στὴν ὑψίστη ἀξία τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἄμεση. Σ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ἀποφασιστικῆς σημασίας ἀπὸ τὶς ἐλεύθερες πράξεις ἐκλογῆς ποὺ γίνονται ἀπὸ πρόσωπα προικισμένα μὲ λόγο καὶ συνείδηση. Ὡς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὶς ἀσυνείδητες διαθέσεις μας, ὅμως ποτὲ δὲν ὑποδουλωνόμαστε τελειωτικὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα. Παραμένουμε ἐλεύθεροι. Ὁ Θεὸς ἔθεσε τὸν καθένα ἀπό μας σὰν βασιλιὰ πάνω στὴ γῆ καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία ἐπὶ «πάντων τῶν κτηνῶν» (Γεν. 1:28). Ἂς μὴν παραιτούμαστε ἀπὸ αὐτή μας τὴ βασιλικὴ ἐξουσία ἀπὸ δειλία ἢ ἔλλειψη φαντασίας.

Ἐδῶ ἐξάγεται ἕνα σημαντικὸ συμπέρασμα. Ἡ ἐλευθερία δείχνει ὅτι σὰν ἄνθρωποι εἴμαστε διάφοροι, ξεχωριστοί. Ἐφόσον καθένας ἀπὸ μᾶς εἶναι ἐλεύθερος, ὁ καθένας ἐκφράζει τὸ κατ᾿ εἰκόνα μὲ τὸ ὅποιο εἶναι προικισμένος μὲ τὸ δικό του ἣ δικό της μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τρόπο. Καὶ ὁ καθένας, ἐφόσον εἶναι μοναδικός, ἔχει ἀνεκτίμητη ἀξία· ὁ καθένας εἶναι τὸ τέρμα καὶ ὁ σκοπὸς κι ὄχι τὸ μέσο γιὰ κάποιον ἄλλο σκοπό. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μᾶς κάνει νὰ σκεφτόμαστε μὲ τρόπο στερεότυπο, ἔτσι ποὺ νὰ φαίνεται ὅτι ὅλα μετροῦνται καὶ κατατάσσονται στατιστικὰ ἢ «προγραμματίζονται» σ᾿ ἕνα κομπιοῦτερ. Ὡς χριστιανοὶ ἀνθρωπιστὲς ἔχομε κάθε λόγο νὰ ἀρνηθοῦμε μία τέτοια τάση. Εἶναι καθῆκον μας νὰ προσβλέπουμε πάντα πέρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό της ἐπιπολαιότητας, ὅπου οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις κατατάσσονται σὲ ὁμάδες, πρὸς τὸ ἐπίπεδό της γνήσιας προσωπικότητας, ὅπου κανένας δὲν εἶναι κουραστικός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθιστώντας μας ἐλεύθερους, κάνει τὸν καθένα μας διαφορετικό· τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματοφόροι ἢ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλύπτουν σὲ μᾶς τὰ πραγματικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, πάντοτε ἐπιδεικνύουν τὴν ἄκρα ποικιλία. Δὲν εἶναι ἡ ἁγιότητα ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ εἶναι μονότονη.
Εὐχαριστία

Κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, προικισμένος μὲ αὐτοσυνειδησία καὶ ἠθικὴ ἐκλογή, ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο κάνοντάς του χρήση ὅπως τὰ ὑπόλοιπα ὄντα. Τὸ ἀνθρώπινο ὂν μπορεῖ ἐπιπλέον νὰ δοξάζει τὸ Θεό, ἀντιπροσφέροντας τὴ δημιουργία στὸ Δημιουργό με εὐχαριστία· καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν πράξη τῆς προσφορᾶς ὁ καθένας γίνεται πραγματικὸς ἄνθρωπος, πραγματικὸ πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερο οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινής μας ὕπαρξης. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐλεύθερο ὂν ἀλλὰ ἕνα εὐχαριστιακὸ ὄν. Ὁ καθένας εἶναι καὶ βασιλιὰς καὶ ἱερέας.

Αὐτὸ τὸ σημεῖο μπορεῖ καὶ πάλι νὰ τονιστεῖ μὲ κάτι ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι. Ὁ ἥρωας, ἢ μᾶλλον ὁ ἀντί-ἥρωας, λέει στὶς Σημειώσεις ἀπὸ τὸ Ὑπόγειο:

«Κύριοι, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι βλάκας... Ὅμως ἂν δὲν εἶναι βλάκας, εἶναι τερατωδῶς ἀγνώμων. Εἶναι ἀγνώμων μ᾿ ἕνα τρόπο πρωτοφανῆ. Ἀκόμη νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος ὁρισμὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι: ἕνα δημιούργημα μὲ δυὸ πόδια καὶ καθόλου αἴσθηση εὐγνωμοσύνης...

Μόνο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προφέρει κατάρες: εἶναι τὸ προνόμιό του καὶ αὐτὸ κυρίως τὸν κάνει νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα».

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀναμφίβολα ὀρθὰ γιὰ τὸ μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅμως στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀρχικὰ ὁ Θεὸς τὸν ἤθελε νὰ εἶναι, καὶ ὅπως λυτρώθηκε ἐν Χριστῷ, αὐτὲς οἱ θέσεις πρέπει νὰ ἀντιστραφοῦν. Ὁ καλύτερος ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κύριο χαρακτηριστικό του, αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ εἶναι ὁ ἑαυτός του, εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη ἢ εὐχαριστία. Αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα, τὸ προνόμιό του σὰν ἱερέας τῆς κτίσης, εἶναι νὰ εὐλογεῖ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐπικαλεῖται, τὴ θεία εὐλογία γιὰ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα.

Ὅπως καὶ πρίν, ἔτσι καὶ τώρα, τὸ παράδειγμα τῆς Θεοτόκου στὸν Εὐαγγελισμὸ μπορεῖ νὰ σταθεῖ τὸ πρότυπό μας. Ὅταν πῆρε τὸ μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀπάντησε μὲ μία πράξη εὐχαριστίας: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρι μου» (Λουκ. 1:46-7).

Ἡ διάθεσή της εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς χαρᾶς, τῆς εὐχαριστίας τῆς δοξολογίας.

Ἄν, λοιπόν, πρόκειται νὰ εἴμαστε πραγματικὰ ἄνθρωποι στὴν ἐσωτερική μας ζωή, ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστίας. «Προσευχὴ εἶναι ἡ κατάσταση τῆς συνεχοῦς εὐχαριστίας», τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (1829-1908). Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (7ος αἰώνας) σημειώνει:

«Πρὸ πάντων ἐν τῷ τῆς ἡμετέρας δεήσεως χάρτη εὐχαριστίαν εἰλικρινῆ κατατάξωμεν· ἐν δευτέρῳ δὲ στίχω, ἐξομολόγησιν καὶ συντριμμὸν ψυχῆς ἐν αἰσθήσει· εἶθ᾿ οὕτω τὴν αἴτησιν ἡμῶν τῷ παμβασιλεῖ γνωρίσωμεν».

Εὐχαριστία, ἐξομολόγηση, αἴτηση - αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ σειρὰ ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε ὅταν προσευχόμαστε. Δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζουμε ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες μας. Πρὶν σκύψουμε πρὸς τὰ κάτω γιὰ νὰ δοῦμε τὴν ἐσωτερική μας ἀσχήμια, πρέπει νὰ ὑψώσουμε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ἔξω καὶ πρὸς τὰ πάνω γιὰ νὰ ἀτενίσουμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὅποιο ὁ εἰκοσιτετράωρος λατρευτικὸς κύκλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀρχίζει κάθε μέρα μὲ τὸν ἑσπερινὸ ὅπου διαβάζεται ὁ ψαλμὸς 103 ποὺ εἶναι ἕνας ὕμνος δοξολογίας γιὰ τὴ δημιουργία:

«Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω (...) ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας».

Μὲ παρόμοιο τρόπο ἀρχίζει καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, ὄχι μὲ μιὰ πράξη ἐξομολόγησης ἀλλὰ μὲ μία προκήρυξη γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Ὡς ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζουμε πρῶτα-πρῶτα εὐλογώντας αὐτὸν γιὰ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας του.
Κοινωνία

Πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι εἴμαστε ἐλεύθερα ὀντὰ καὶ εὐχαριστιακὰ ὄντα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης κοινωνικὸ ὄν. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρίτο χαρακτηριστικό του στοιχεῖο. Εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ τοῦ Ἀριστοτέλη, ἕνα «πολιτικὸ ζῶο», γιατί ὄντως πραγματώνει τὸν ἑαυτό του, γίνεται ὄντως ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ σὲ μία πόλη, σ᾿ ἕνα κοινωνικὰ ὀργανωμένο χῶρο. Ἀκόμη καὶ οἱ ἐρημίτες πρέπει νὰ προετοιμάσουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴ μόνωση, ἀφοῦ ζήσουν ἀρχικὰ στὴν κοινωνικὴ ζωὴ μιᾶς μοναχικῆς ἀδελφότητας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διαλογικός. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ λόγια του John Macmurray «δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος μέχρι ποὺ νὰ βρεθοῦν δυὸ τουλάχιστον σὲ κοινωνία».

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός, ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1:26). Αὐτὸ τὸ «ποιήσωμεν ἄνθρωπον», ὅπως παρατηροῦν οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δείχνει ὅτι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔκαναν συμβούλιο μεταξύ τους. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος - δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας, ἀλλὰ ἕνας ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν καλεῖται νὰ πραγματώσει τὸν ἑαυτό του καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ, σὲ κοινότητα ἢ κοινωνία. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μία ἀπομονωμένη μονάδα, ἀλλὰ μία ἕνωση τριῶν προσώπων ποὺ ἀλληλοπεριχωροῦνται μέσῳ μιᾶς ἀκατάπαυστης ἀμοιβαίας ἀγάπης, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, πραγματώνει πλήρως τὸν ἑαυτό του - γίνεται ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὴ θεία εἰκόνα - μόνο ὅταν ζεῖ μέσα στοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Γίνεται ἄνθρωπος ὅταν ξέρει νὰ μοιράζεται.

Ὁ Ντοστογιέφσκι μᾶς προσφέρει ἀκόμη μιὰ πετυχημένη εἰκόνα αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Στοὺς Ἀδελφοὺς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται, μιὰ λαϊκὴ ἱστορία ποὺ ἄκουσε κάποτε, σχετικα μὲ μία ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ δὲν ἔζησε σωστὰ καὶ μετὰ θάνατο βρέθηκε σὲ μία λίμνη ἀπὸ φωτιά. Ὁ φύλακας Ἄγγελός της προσπαθοῦσε νὰ κάνει ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ βοηθήσει. Ἡ μόνη καλὴ πράξη ὅμως ποὺ θυμόταν ὅτι ἔκανε αὐτὴ ἡ γυναίκα ὅταν ζοῦσε, ἦταν ποὺ εἶχε δώσει κάποτε ἀπὸ τὸν κῆπο της ἕνα κρεμμύδι, σὲ μιὰ ζητιάνα. Πῆρε λοιπὸν ὁ ἄγγελος τὸ κρεμμύδι, εἶπε στὴ γυναίκα νὰ πιαστεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ κι ἄρχισε νὰ τὴν τραβᾷ ἔξω ἀπὸ τὴ λίμνη. Μέσα στὴ λίμνη ὅμως δὲν ἦταν μόνη της. Ὅταν οἱ ἄλλοι εἶδαν τί συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω καὶ κρεμάστηκαν πάνω της μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ συρθοῦν κι αὐτοὶ ἔξω μαζί της. Τότε ὅμως ἡ γυναίκα, μὲ τρόμο καὶ ἀγανάκτηση, ἄρχισε νὰ τοὺς κλωτσᾷ. «Ἀφῆστε με», φώναξε. «Ἔμενα τραβᾷ ἔξω, ὄχι ἐσᾶς. Δικό μου εἶναι τὸ κρεμμύδι, ὄχι δικό σας». Τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ εἶπε αὐτό, τὸ κρεμμύδι ἔσπασε στὰ δυὸ καὶ ἡ γυναίκα ἔπεσε πίσω, μέσα στὴ λίμνη. Καὶ ἐκεῖ μέσα καίγεται μέχρι σήμερα.

Ἐὰν ἡ ἡλικιωμένη γυναίκα ἔλεγε μόνο, «αὐτὸ εἶναι τὸ κρεμμύδι μας», δὲν θὰ ἀποδεικνυόταν ἄραγε ἀρκετὰ δυνατὸ γιὰ νὰ τοὺς τραβήξει ὅλους ἔξω ἀπὸ τὴ φωτιά; Μόλις ὅμως εἶπε «εἶναι δικό μου, ὄχι δικό σας», ἔγινε κάτι λιγότερο ἀπὸ ἄνθρωπος. Μὲ τὸ νὰ ἀρνηθεῖ τὸ μοίρασμα, ἀρνήθηκε τὴν προσωπικότητά της. Ὁ γνήσιος ἄνθρωπος, πιστὸς στὴν εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης Θεότητας, εἶναι αὐτὸς ποὺ πάντοτε λέει ὄχι «ἐγώ», ἀλλὰ «ἐμεῖς», ὄχι «δικό μου» ἀλλὰ «δικό μας». Ἡ προσευχὴ ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μας δίδαξε ἀρχίζει μὲ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» κι ὄχι «Πάτερ μου». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὴν πρώτη ἀποστολικὴ κοινότητα τῶν Χριστιανῶν στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ ξεχωρίσει, ἦταν ἀκριβῶς ἡ πράξη τῆς μοιρασιᾶς. «Ἦσαν δὲ προσκατεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς (...) πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 2:42-4). Ὡς Χριστιανοὶ δεκαεννιὰ αἰῶνες ἀργότερα, πόσο ἀπεγνωσμένα χρειαζόμαστε νὰ ἀνακτήσουμε αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς κοινωνίας, νὰ ξαναμάθουμε πῶς νὰ μοιραζόμαστε τὸ κρεμμύδι.

Τὸ πρότυπό μας σ᾿ αὐτὸ τὸ μοίρασμα εἶναι καὶ πάλι ἡ Παναγία. Ὅταν δέχθηκε τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ἄμεση ἀντίδρασή της ἦταν νὰ πορευθεῖ «εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς» γιὰ νὰ μοιραστεῖ τὴν καλὴν εἴδηση μὲ τὴν ἐξαδέλφη της Ἐλισάβετ (Λουκ. 1:39-40). Μὲ σπουδὴ καὶ αἴσθημα βιασύνης: ἔνιωθε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσει τὴ χαρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό της.

Ὅπως δείχνει ἡ παραβολὴ τῶν προβάτων καὶ τῶν ἐριφίων (Ματθ. 25:31-46), τὸ κριτήριο τῆς θείας κρίσης στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ εἶναι οἱ ἐσωτερικές μου σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα, οἱ θεῖες ὀπτασίες καὶ οἱ ἐκστάσεις μου. Οὔτε θὰ ἐρωτηθῶ γιὰ τὴ μοναχική μου ἄσκηση, τὶς νηστεῖες καὶ τὶς μετάνοιες. Θὰ μοῦ ζητηθεῖ ὅμως νὰ πῶ ἂν ἔδωσα τροφὴ στοὺς πεινασμένους, ἂν ἐπισκέφθηκα τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς ἄρρωστους, ἂν φιλοξένησα τοὺς ξένους. Γι᾿ αὐτὰ ὅλα θὰ ἐρωτηθῶ. Μὲ ἄλλα λόγια, πῶς ἦσαν οἱ σχέσεις μου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Ἤξερα νὰ μοιράζομαι; Ἤμουν ἁπλῶς ἕνα ἄτομο, κλεισμένο στὸν ἑαυτό μου; Ἢ ἤμουν ἕνα αὐθεντικὸ πρόσωπο ποὺ ζοῦσα σὲ κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους; Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ποὺ ἡ λέξη πρόσωπο σημαίνει, ἐπίσης καὶ «ὄψη». Εἶμαι ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο, ποὺ ξεχωρίζω ἀπὸ τὰ ἄλλα, μόνο ὅταν στέκω ἀπέναντί τους, τὰ ἀντικρύζω, τὰ κοιτάζω μέσα στὰ μάτια καὶ αὐτὰ κοιτάζουν ἐμένα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ κατοικεῖ μέσα στὴν καρδιά μας εἶναι Πνεῦμα κοινωνίας: κάνοντάς μας διαφορετικούς, μᾶς κάνει ὅλους ἕνα.

Ζώντας σὲ μία κοινωνία ποὺ μεγαλώνει ὁλοένα πιὸ ψυχρὰ καὶ ἀδιάφορα, εἶναι χριστιανικό μας καθῆκον νὰ ἐπαναβεβαιώσουμε τὸ νόημα τῆς προσωπικῆς κοινωνίας. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψουμε στὶς μηχανὲς νὰ κυριαρχήσουν. Ὑπάρχει μία ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πῆγε νὰ δεῖ ἕναν ψυχίατρο. «Βρῆκα σὰν πιὸ εὔκολο τρόπο γιὰ νὰ συγκεντρώνομαι», εἶπε ὁ ψυχίατρος, «τὸ νὰ μὴ σὲ κοιτάζω στὸ πρόσωπο. Γι᾿ αὐτὸ ξάπλωσε στὸν καναπὲ καὶ ἐγὼ θὰ καθήσω στὴ γωνιά, πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα». Ἀφοῦ πέρασε λίγη ὥρα ὁ ἄνθρωπος παραξενεύθηκε γιατί ἐπικρατοῦσε μία ὕποπτη ἡσυχία πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Περπάτησε στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν τοῦ ὡς τὴ γωνιὰ καὶ κοίταξε προσεκτικὰ πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Οἱ ὑποψίες του ἐπιβεβαιώθηκαν. Εἶδε μία καρέκλα καὶ πίσω της μιὰ πόρτα· ὅμως πουθενὰ ὁ ψυχίατρος. Στὴν καρέκλα ὑπῆρχε ἕνα κασεττόφωνο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν τὰ ἔχασε. Εἶχε πεῖ τὴν ἱστορία του πολλὲς φορὲς σὲ διαφορετικοὺς ψυχίατρους καὶ τὴν εἶχε γραμμένη σὲ κασέττα. Πῆρε λοιπὸν ἕνα κασεττόφωνο ἀπὸ τὴν τσάντα του, ἔβαλε μέσα τὴν κασέττα, τὸ ἄφησε στὸν καναπὲ καὶ τὸ ἔβαλε σὲ λειτουργία. Ὕστερα κατέβηκε κάτω γιὰ νὰ πάρει ἕνα καφέ. Στὴν καφετερία ὅμως συνάντησε τὸν ψυχίατρο ποὺ ἐπίσης ἔπαιρνε τὸν καφέ του. Ὁ ἄνθρωπος κάθησε στὸ ἴδιο τραπέζι μαζί του. «Πρόσεξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ ψυχίατρος, «δὲν ἔπρεπε νὰ βρίσκεσαι ἐδῶ· ὄφειλες νὰ μείνεις πάνω, ξαπλωμένος στὸν καναπέ, νὰ λὲς τὴν ἱστορία σου». «Πολὺ σωστά», ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος. «Τὸ δικό μου κασεττόφωνο μιλᾶ στὸ δικό σου».

Ὡς Χριστιανοὶ βρισκόμαστε ἐδῶ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὴ μεγάλη ἀξία τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας καὶ συνάντησης - ὄχι μηχανὴ πρὸς μηχανή, ἀλλὰ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, ἐνώπιος ἐνωπίῳ.
Ὡρίμανση

Τέτοιο εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο: ἐλεύθερο, εὐχαριστιακό, κοινωνικό - αὐτὸ πού, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ τοῦ Ντοστογιέφσκι, καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του «ὑπεύθυνο γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα». Σ᾿ αὐτὰ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ πρέπει νὰ προστεθεῖ καὶ ἕνα τέταρτο: ἡ ὡρίμανση, ἡ πορεία πρὸς τὰ ἐμπρός, ἡ συνεχὴς πρόοδος. «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμέν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα» (Α´ Ἰω. γ:2). Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο δὲν εἶναι στατικὸ ἢ στάσιμο, ἀλλὰ εἶναι δυναμικό. Εἶναι ἕνας ὁδοιπόρος, ἕνας ταξιδευτὴς - homo viator.

Αὐτὴ ἡ δυναμικὴ ὄψη τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας συχνὰ ἐκδηλώνεται κάνοντας μία διάκριση μεταξὺ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὁμοίωσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ συγγραφέας τῆς Γεν. 1:26, ὅταν ἔγραψε τὶς λέξεις «κατ᾿ εἰκόνα ἡμέτεραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» πιθανὸν δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ δημιουργήσει ἀντίθεση μεταξὺ τῶν δυὸ ὅρων. Ἁπλῶς ἐκατανοοῦντο ὡς δυὸ παράλληλοι. Οἱ Ἕλληνες ὅμως Πατέρες - ἰδιαίτερα ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, ὁ Ὠριγένης, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός - τοὺς ἑρμηνεύουν ὡς νὰ ἔχουν διαφορετικὸ νόημα. Ἡ εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἐξήγηση, δηλώνει αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος κατέχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ὁποῖο, παρὰ τὴν Πτώση, ποτὲ δὲν χάθηκε ἐντελῶς. Ἡ «ὁμοίωση» δηλώνει τὸν ἔσχατο σκοπό μας, τὴν πληρότητα τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς ζωῆς ἐν Θεῷ, τὴ θέωση. Εἰκόνα εἶναι τὰ ἀρχικὰ χαρίσματα ποὺ δόθηκαν στὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴ δημιουργία, ὁμοίωση ὁ τελικὸς σκοπὸς ποὺ πρέπει νὰ ἐκπληρωθεῖ μέσῳ τῆς ὀρθῆς χρήσης τῆς ἐλευθερίας, μὲ τὴ χάρη πάντοτε τοῦ Θεοῦ. Εἰκόνα εἶναι ἡ δυνατότητα γιὰ πραγματοποίηση τῆς ὁμοίωσης, ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα. Ἡ Εἰκόνα δὲν εἶναι ποτὲ αὐτάρκης. πάντοτε κοιτᾶ πρὸς τὰ ἐμπρός, κατευθύνεται πάντα πρὸς τὴν ὁμοίωση γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ταξιδευτής, ὁ homo viator, σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ βρίσκεται σ᾿ ἕνα ταξίδι ἀπὸ τὴν εἰκόνα στὴν ὁμοίωση.

Οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς συχνὰ μίλησαν γιὰ τὸ «πρωτόκτιστον κάλλος» τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, στὸν Παράδεισο. Ὁ Ἀδὰμ κατὰ τὴ δημιουργία του, μὲ μιὰ τέτοια θεώρηση, προικίστηκε μὲ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς γνώσεως. Γιὰ μᾶς σήμερα εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε τί σημαίνει αὐτό. Εἶναι λοιπὸν σημαντικὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος ποὺ ἐξετάζεται ἡ προπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴ χριστιανικὴ παράδοση. Ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ προσέγγιση ποὺ βρίσκεται σὲ συγγραφεῖς τοῦ δευτέρου αἰώνα, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ Θεόφιλος Ἀντιοχείας καὶ Εἰρηναῖος, καὶ ἡ ὁποία προσαρμόζεται πολὺ καλύτερα στὴ δυναμικὴ διάκριση ποὺ κάναμε μεταξὺ εἰκόνας καὶ ὁμοίωσης. Ὁ ἄνθρωπος στὴν πρώτη δημιουργία, εἰσηγοῦνται αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς, ἦταν σὰν νήπιο - τέλειος ὄχι τόσο ἐνεργείᾳ, ὅσο δυνάμει. Δὲν ἦταν προικισμένος μὲ τὴν πληρότητα τῆς σοφίας καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ βρισκόταν ἁπλῶς σὲ μιὰ κατάσταση ἁπλότητας καὶ ἀθωότητας. «Ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμη ἀναπτυγμένη τέλεια τὴν ἀντίληψή του», σημειώνει ὁ Εἰρηναῖος. «Ἀπαραίτητα ἔπρεπε νὰ ὡριμάσει καὶ νὰ φτάσει στὴν τελειότητα». Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς ἔβαλε τὰ πόδια τοῦ Ἀδὰμ στὸ σωστὸ δρόμο, ὅμως ὁ Ἀδὰμ εἶχε μπροστά του πολλὴ ἀπόσταση νὰ διανύσει ὥσπου νὰ φτάσει στὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ του. Ὁ homo viator δὲν ταξιδεύει σ᾿ ἕνα κλειστὸ κύκλο ἀλλὰ κατὰ μῆκος μιᾶς γραμμῆς ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω.

Αὐτὸ τὸ σημεῖο δικαιώνεται ἂν δοθεῖ ἡ πραγματικὴ βαρύτητα στὴν Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Λαμβάνοντας τὴ δική μας ἀνθρώπινη φύση στὴ δική του κατὰ τὴν ἐνσάρκωση καὶ «θεώνοντας» τὴν κατὰ τὴ Μεταμόρφωση, Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψη, ὁ Λόγος εἰσήγαγε στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα νέο στοιχεῖο, μιὰ πιὸ πλήρη διάσταση ποὺ δὲν ὑπῆρξε σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲν ἀποκατάστησε ἁπλῶς τὴν εἰκόνα ἀλλὰ χάρισε στὸ καθ᾿ ὁμοίωση πλατύτερες δυνατότητες. Τὸ τέλος ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀρχή· ἐσχατολογία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀρχαιολογία.

Ὅμως ὅλα δὲν σταματοῦν ἐδῶ. Σύμφωνὰ μὲ τὸ Βίο τοῦ Μωυσέως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (330-395), ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἡ συνεχὴς ὡρίμανσή του - ὁ Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ ἐπέκταση, ποὺ σημαίνει τὴν κίνηση εἰς τὸ πέραν, πέρα ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μπροστὰ (ἰδὲ Φιλ. 3:13) - θὰ συνεχιστεῖ ἀδιάκοπα ὄχι μόνο σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη, στὴν αἰωνιότητα. Ὄχι μόνο στὴ γῆ, ἀλλ᾿ ἐξ ἴσου στὸν οὐρανό, ἡ ὡρίμανση εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς ἀνθρώπινής μας προσωπικότητας. Ἀφοῦ ὁ θεὸς εἶναι ἀτελεύτητος, πιστεύει ὁ Γρηγόριος, ἡ σεσωσμένη ἀνθρώπινη φύση δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ μετέχει ἔτι καὶ ἔτι πληρέστερον στὴν ἀπέραντη δόξα καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση μας γι᾿ αὐτόν, ἐνῶ συνέχεια αὐξάνεται ποτὲ δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ. Ἡ οὐσία τῆς τελειότητας συνίσταται παραδόξως στὸ γεγονὸς ὅτι ποτὲ δὲν γινόμαστε τέλειοι ἀλλὰ συνεχίζουμε νὰ μεταμορφωνόμαστε ἀπὸ «δόξης εἰς δόξαν» (Β´ Κορ. 6:18). Ὅπως γράφει ὁ Jean Danielou, «κάθε τέλος εἶναι μία καινούργια ἀρχή, καὶ κάθε ἄφιξη εἶναι μοναχὰ μιὰ νέα ἀναχώρηση». Κάθε σύνορο, στὴ σκέψη τοῦ Γρηγορίου, προϋποθέτει ἕνα πέραν· κάθε περιορισμὸς συνεπάγεται, ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι πεπερασμένος. Ἡ αἰωνιότητα ὅπως καὶ ἡ ἱστορία δὲν εἶναι ἕνας κύκλος ἀλλὰ μία πορεία πρὸς τὰ πάνω. Δὲν εἶναι ἕνα γεωμετρικὸ σημεῖο ἀλλὰ μία ἑλικοειδὴς ἄνοδος.

Αὐτὸ λοιπὸν σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος: νὰ ἐκλέγεις, νὰ εὐχαριστεῖς, νὰ μοιράζεσαι, νὰ ὡριμάζεις. Gloria enim, Dei vivens homo, βεβαιώνει, ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος: «Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος». Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ δόξα ὁλοένα καὶ πιὸ ἐμφανῆ στὸν ἑαυτό μας. Ἂς γίνουμε περισσότερο ὅμοιοι τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ γινόμαστε ἀκόμη περισσότερο ἄνθρωποι.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Αλλαγές και μεταμορφώσεις σε κίνηση προς την Βασιλεία των Ουρανών! π. Σπυρίδων Σκουτής



Δεν αλλάζουνε τα πράγματα αν δεν αλλάξουμε εμείς , διότι και εμείς είμαστε μέρος των πραγμάτων.


Δεν κάνω αγιασμό για να φύγει κάποιο αόριστο κακό όταν εγώ δεν θέλω να αλλάξω. Ζητάω την χάρη του Θεού για να με βοηθήσει να αλλάξω εγώ και τότε θα αλλάξει και ο κόσμος. Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη λέει ένα ρητό , όμως είναι ικανός να φέρει το μήνυμα της αλλαγής. Η χάρη του Θεού είναι ένα χέρι βοηθείας όταν θέλω να αλλάξω, αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. Η χάρη του Θεού ενεργεί με την συγκατάθεση του ανθρώπου. Τον Χριστό δεν τον φωνάζω ως δικαστή, τύραννο, μάγο, αλλά ως πατέρα, δάσκαλο, οδηγό, γιατρό και Σωτήρα.

Με τα Ιερά Μυστήρια ξεκινάει ένα ταξίδι εμείς νομίζουμε ότι κάτι τελειώνει αλλά τότε κάτι ξεκινά! Με την βάπτιση φοράμε τα στρατιωτικά ρούχα και ξεκινάμε το ταξίδι του πολέμου! Με τον εαυτό μας, με τον πονηρό, με τον κόσμο, με την φθορά με τα πάντα ! Αλλά πάντα με οδηγό έναν πατέρα που στο κάλεσμα του όλα υποκλίνονται θεραπεύονται και νικώνται κατά κράτος. Ο γλυκύτατος Νυμφίος !

Θέλουμε όλα να αλλάξουν προς το κοσμικό καλό και όχι προς το καλό της σωτηρίας μας και φυσικά χωρίς να θέλουμε να κουνήσουμε το μικρό μας δαχτυλάκι.Το ότι μας συμφέρει κάτι κοσμικά δεν σημαίνει ότι μας ανοίγει την πόρτα της Βασιλείας των ουρανών διότι μπορεί αυτό το κοσμικό συμφέρον με λάθος χειρισμούς να μας ρίξει στην απώλεια. Το θαύμα, ο αγιασμός, η μεταμόρφωση του ανθρώπου είναι στην ουσία ένας γάμος που χρειάζονται δύο για να γίνει. Ένας είναι ο Θεός και ο άλλος είναι ο άνθρωπος. Ο Χριστός είναι ο Θεός που θέλει ως άνθρωπος και εμείς πάμε να αποκτήσουμε και να σμιλεύσουμε με την άσκηση αυτό το Άγιο θέλημα. Με την άσκηση γυρνάω τις ράγες με το κλειδί της προαιρέσεως για να αλλάξω κατεύθυνση δηλαδή να μετανοήσω να αλλάξει ο νους ρότα δηλαδή προορισμό και τότε θα αλλάξουν τα πάντα.

Όταν θέλω τον Θεό όπως θέλει ο εγωϊσμός μου ένας τέτοιος γάμος δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει ποτέ. Όταν όμως θέλω τον Θεό όπως θέλει εκείνος μέσα από τον δρόμο της υπακοής τότε ο γάμος όχι μόνο γίνεται αλλά φτάνει μέχρι το ουρανό με το στεφάνι της αγιότητος να ακτινοβολεί σε όλο το στερέωμα της οικουμένης. Ο Χριστιανός με την άσκηση κινείται ! Τι σημαίνει αυτό ; Δεν είναι ευχαριστημένος ποτέ με τον εαυτό του. Νιώθει τελευταίος και αυτό το βίωμα το καθιστά πρώτο! Κάθε μέρα γίνεται σκαλοπάτι και ευκαιρία για άσκηση και αλλαγή. Κινούμαι σημαίνει αλλάζω ! Αλλάζω συνέχεια! Κίνηση σε σχέση μπροστά με το πρόσωπο του Νυμφίου.

Η αλλαγή και η μεταμόρφωση έρχεται με την συνεχή σχέση και όχι με περιστασιακά καλέσματα για κοσμικούς λόγους και βολέματα. Πάμε στην εξομολόγηση και λέμε ότι θέλουμε να αλλάξουνε οι άλλοι που μας ενοχλούν αλλά για την δική μας θέση στα πράγματα ούτε λόγος. Ο Χριστός απλά μένει ένα φιλοσοφικό όνομα στην ζωή μας ή μια θρησκευτική τυπικότητα για τα μάτια του κόσμου με μια φανουρόπιτα μια φορά το χρόνο, μια αρτοκλασία και ένα Χριστός Ανέστη του πενταλεπτου μέσα από το αυτοκίνητο.

Σε τι θέση έχουμε τελικά τον Κύριο στην ζωή μας; Έχει κάποια θέση ; Έχει την θέση του μάγου αν αρρωστήσω να με κάνει καλά; Του τζίνι για να μου κάνει τα χατίρια ; Του δικαστή για να ρίξει κακία σε αυτούς που με πληγώνουν ;

Πότε άραγε θα θελήσουμε να βάλουμε τον Χριστό στην Βασιλική καθέδρα της καρδιάς μας;

Πότε θα γίνει το Α και το Ω της ζωής μας ;

Πότε θα γίνει ο δάσκαλος, ο πατέρας, ο γιατρός, ο οδηγός και ο Σωτήρας μου;

Πότε θα γίνει το σημείο αναφορά σε κάθε απόφαση της ζωής μου ;

Τελικά αυτή είναι η πρόγευση της κολάσεως μας, ότι ο Χριστός δεν έχει την θέση που του αξίζει στην ζωή μας και ότι εμείς δεν θέλουμε να αλλάξουμε. Κόλαση για τον Χριστιανό είναι να ξημερώνει μια μέρα και να μένει ο ίδιος ή χειρότερος από την προηγούμενη ενώ παράδεισος είναι η συνεχής μετάνοια με θέα την θεραπεία, τον αγιασμό και την Βασιλεία των ουρανών…

Ξεκίνα τις αλλαγές τώρα αδερφέ ώστε να αρχίζεις να προγεύεσαι τον Παράδεισο που είσαι ήδη προσκεκλημένος ! Καλό αγώνα…!