Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Ο Χριστός ως πάζλ και η Αθεϊα ως ακαρδία. (π. Σπυρίδων Σκουτής )

Εντυπωσιακές λεπτομέρειες που ανιχνεύεις στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ιδιαίτερα στο στενό σου κύκλο.
Σίγουρα όλοι έχουμε τέτοια παραδείγματα. Θείους, Θείες, γνωστούς γείτονες, φίλους που όλο το χρόνο ειρωνεύονται τον Χριστό, το Πάσχα τους Αγίους αλλά σουβλίζουν αρνί το Πάσχα, πάνε στην Ανάσταση και φεύγουν 00:05'.

Για αυτούς ο Χριστός δεν υπάρχει αλλά υπάρχει το αρνί και η κοιλιά, απίστευτη υποκρισία σε όλο το μεγαλείο. Σου λέει ότι είναι άθεος ή άπιστος ή ότι δεν πιστεύει αλλά θέλει το Πάσχα να φάει και να γλεντήσει για κάτι που ο ίδιος το θεωρεί ανύπαρκτο.
Από τη στιγμή που δεν πιστεύεις, και από την πίστη παίρνεις ό,τι βολεύει τον εγωϊσμό σου, πώς μπορεί να σε χαρακτηρίσει κάποιος αυθεντικό;

Εάν αυτό δεν είναι το μεγαλείο της υποκρισίας και του Φαρισαϊσμού τότε τι είναι;
Όχι αγαπητέ μου αδερφέ, εάν για σένα ο Χριστός δε σημαίνει τίποτα, τότε δεν υπάρχει λόγος την Κυριακή του Πάσχα να σουβλίσεις το αρνί και να πας στην Ανάσταση. Θα μου πεις παράδοση. Ποια παράδοση; Η σταύρωση και η Ανάσταση είναι γεγονός μέγα σωτήριο. Και οι Μουσουλμάνοι έχουν παράδοση αλλά δε βλέπω να τους ακολουθείς. Οπότε από τη στιγμή που δεν πιστεύεις και δεν έχεις σχέση με τον Χριστό τότε καλύτερα εκείνες τις μέρες να γιορτάσεις την ανυπαρξία, τον μηδενισμό και το τίποτα. Τότε δεν θα μπορεί κανένας να σου πει τίποτα, αντίθετα θα είσαι αυθεντικός στο πιστεύω σου και όχι κοσμική μαριονέτα που κάνεις ότι λέει ο κόσμος, άρα ανύπαρκτη προσωπικότητα. Από τη στιγμή που είσαι είρων του καναπέ, οφείλεις να εφαρμόζεις τις θεωρίες σου και όχι να το παίζεις ο μέγας φιλόσοφος χωρίς να έχεις ερευνήσει και βιώσει αυτό που ακολουθείς κοσμικά. Γιατί αφού δεν πιστεύεις ή είσαι άθεος δε μένεις στην ανυπαρξία σου ενώ αυτήν υποστηρίζεις;

Γιατί από τη στιγμή που δεν πιστεύεις και δεν ακολουθείς αυτό τον δρόμο της Αναστάσεως και του Ορθοδόξου βιώματος γιορτάζεις την ημέρα που έχεις το όνομα του Αγίου; Για να παίρνεις δώρα; Αφού για σένα δεν υπάρχει Χριστός, Άγιοι κλπ. Άρα εκμεταλλεύεσαι ένα γεγονός για να τραφεί ο εγωισμός σου και τίποτα άλλο. Τότε πως να λογίζεσαι άνθρωπος και όχι ζώο; Ο Άγιος μαρτύρησε για τον Αναστημένο Χριστό άρα όταν αυτό δεν το αποδέχεσαι τότε να μην δέχεσαι τα Χρόνια πολλά ούτε και να κάνεις γιορτές.
Δηλαδή ο Χριστός και οι Άγιοι υπάρχουν για να παίρνουμε δώρα και να κάνουμε επισκέψεις αλλά σε κουβέντες και πράξεις ειρωνευόμαστε; Άρα έχουμε ένα υποχθόνιο φρόνημα που επιλέγει ότι το συμφέρει για να τραφεί.


Ποιο είναι άραγε το γενικό συνειδητό και πνευματικό υπόβαθρο τέτοιων ανθρώπων;
Είναι ο λεγόμενος Χριστός που τον ΚΟΒΟΥΜΕ και τον ΡΑΒΟΥΜΕ στα μέτρα μας, είναι απλά ένα παζλ που παίρνω όποιο κομμάτι με βολεύει για να περνάω καλά. Δηλαδή ένα μείγμα της προσωπικότητος του Ιούδα, του Φαρισαίου, του Πιλάτου και του Ηρώδη.

Ας δούμε προσεκτικά τα κομμάτια του Παζλ:
Χριστός υπάρχει για να παίρνω δώρα στο όνομα ενός Αγίου που δεν αποδέχομαι.
Χριστός υπάρχει για να ΚΑΝΩ τον γάμο με τα φαγοπότια.
Χριστός υπάρχει για να βαφτίζω το παιδί μου, να κάνω γλέντι και να δίνω το όνομα που μου λένε οι συγγενείς.
Χριστός υπάρχει για να παίρνω άδεια το Πάσχα και να τρώω αρνί.
Χριστός υπάρχει για να πηγαίνω στα μπουζούκια τα Χριστούγεννα, να καλώ συγγενείς στο σπίτι, να γλεντάω και να λέω χρόνια πολλά.
Χριστός υπάρχει για να τον θυμάμαι αν το παιδί μου πάθει καρκίνο ή ατύχημα.
Χριστός υπάρχει όταν δω τον πατέρα μου στην εντατική να ψυχορραγεί για να καλέσω παπά να τον κοινωνήσει μπας και πάει "μαγικά" στον παράδεισο.
Χριστός υπάρχει όταν μου πει ο γιατρός ότι έχω 6 μήνες ζωής και καρκίνο για να τρέξω στα μοναστήρια και στους γέροντες για άνωθεν βοήθεια.

Δηλαδή βλέπω τον Χριστό ως ειδωλολάτρης και παίρνω αυτό που με βολεύει για να μπορώ να ζω στη δική μου υποκρισία και ανυπαρξία.

Αλλά δεν υπάρχει Χριστός ώστε να τον κοιτάξω πραγματικά και να τον συναντήσω όπως είναι. Γιατί ο πραγματικός Χριστός είναι σκάνδαλο μέγα. Λέω ότι είμαι καλός άνθρωπος αλλά δεν πάω να ταπεινωθώ στο μυστήριο της εξομολογήσεως, ώστε να βρω τα χάλια και να βαδίσω στο δρόμο της θυσίας και της αγάπης. Η απάντηση σε όλα αυτά είναι ότι τα λέω στην εικόνα λες και η εικόνα απαντάει, άρα τα λέω στο είδωλο του εγωϊσμού μου διότι θέλει ταπεινή καρδιά η εξομολόγηση. Ο Χριστός ο ίδιος θεμελίωσε το μυστήριο της εξομολογήσεως ώστε ο άνθρωπος να βαδίζει και να αγιάζεται μέσα από τον άνθρωπο δηλαδή τον ιερέα.

Κοιτάξτε στο κοντινό και γενικό σας οικογενειακό, φιλικό ή συγγενικό κύκλο. Οι άνθρωποι που ειρωνεύονται, ή λένε ότι δεν πιστεύουν, έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, ας τα δούμε :
Δεν έψαξαν ποτέ πρώτα σε ερευνητικό και έστω λογικό επίπεδο τι είναι Ορθοδοξία, γιατί παντρεύομαι, γιατί βαπτίστηκα. Τι είναι αυτό που η Ορθοδοξία ομολογεί μετέχοντας στην ενσαρκωμένη αλήθεια που είναι ο Ιησούς Χριστός. Συνήθως σε κουβέντες λένε μισόλογα ακόμα και ιστορικά και όταν πας να τους μιλήσεις δε θεμελιώνουν καμία απάντηση και θεωρούν ότι τα ξέρουν όλα, άσε που έχουν βγάλει και τα συμπεράσματά τους. Είναι τραγικό συνειδησιακά να κάνεις κάτι και να μην ξέρεις γιατί το κάνεις γιατί το βιώνεις και να το κάνεις ιδιαίτερα επειδή το λέει ο κόσμος.

Δεν έχουν ΒΙΩΣΕΙ πραγματικά τι εστί ο δρόμος των Αγίων του Ορθόδοξου βιώματος, και της προσωπικής σχέσης μετά του ΕΝΣΑΡΚΩΜΕΝΟΥ ΘΕΟΥ, δηλαδή αρνούνται κάτι που δεν έχουν βιώσει και παρόλα αυτά έχουν καταλήξει στο τι είναι ορθοδοξία. Γενικά σε άλλα διάφορα θέματα όταν δεν ξέρουν ρωτάνε, ενώ για Θεό η απάντηση είναι: «Θα σου πω εγώ που ξέρω, δεν υπάρχει τίποτα». Τότε πως προέκυψες εσύ; Από το τίποτα;

Παρόλο που έχουν άρνηση και κλειστή καρδιά όταν τους λες "ψάξε και βίωσε τουλάχιστον αυτό που σε βάπτισαν και μετά να το αρνηθείς ελεύθερα, διότι δεν μπορείς να έχεις άποψη για κάτι που δε γνωρίζεις και δε βιώνεις", η απάντηση είναι συνήθως "Δε θέλω, δε χρειάζεται, ξέρω εγώ". Ωραία αφού δε σε ενδιαφέρει γιατί εκμεταλλεύεσαι το γεγονός, το αρνήσαι και το ειρωνεύεσαι; Άρα έχεις κλειστή καρδιά.

Είναι απλά τα πράγματα δεν υπάρχει άθεος. Όπως δεν υπάρχει και αγράμματος με την ουσιαστική έννοια. Αγράμματος είναι αυτός που δεν ξέρει ακόμα τι είναι γράμματα, η ύπαρξη του αγράμματου δεν σημαίνει ότι τα γράμματα δεν υπάρχουν. Ο άθεος πιστεύει τουλάχιστον στο μηδέν, στον άνθρωπο κλπ. Ο άθεος στην ουσία του είναι άκαρδος άνθρωπος με κλειστή καρδιά. Δε δέχεται έναν Θεό που δε γνωρίζει αλλά και δε θέλει να ψάξει κιόλας. Και τον Χριστό να δει μπροστά του θα πει ότι είναι φάντασμα. Εδώ οι Φαρισαίοι παρόλο που είδαν τα θαύματα τον κατηγορούσαν για μαγεία. Όταν λες στον άθεο ότι "ωραία δεν υπάρχει τίποτα, άνοιξε εσύ την καρδιά σου και ψάξε, αν υπάρχει θα σου αποκαλυφθεί εάν δεν υπάρχει τότε μείνε στο πιστεύω σου, η απάντηση είναι συνήθως δε θέλω ή δε χρειάζεται.

Έχουμε πολλούς Αγίους που ήταν ΑΘΕΟΙ αλλά είχαν ανοιχτή την καρδιά τους, τους αποκαλύφθηκε ο Θεός και έγιναν ΘΥΣΙΑ για τον συνάνθρωπο και την ενσαρκωμένη αλήθεια.

Ο άθεος πιστεύει σε έναν ΘΕΟ που είναι ανύπαρκτος και δεν μπορεί να δεχτεί τον Θεό πραγματικά διότι για να δεχτείς τον Θεό πραγματικά πρέπει να έχεις αγάπη και ανοιχτή καρδιά. Αλλιώς δεν μπορεί ο Θεός να μπει στην καρδιά σου διότι τότε θα σου παραβίαζε την ελευθερία που στην έδωσε ως μέγα δώρο ώστε να το διαχειριστείς όπως εσύ επιθυμείς.

Ο άθεος ή ο άπιστος έχουν κάποια συγκεκριμένα μότο: "Δεν τον έχουνε ανακαλύψει αποδεικτικά το Θεό". Τι Θεός θα ήταν αυτός που θα τον είχαμε σε μπουκαλάκια εργαστηρίου; Και ωραία τον αποδείξαμε και λοιπόν; Αν δεν έχω σχέση μαζί του τι Θεός είναι αυτός; Μια ανώτερη δύναμη; Μάλλον της φαντασίας μου που με βολεύει για να κάνω ότι θέλω εις το όνομα κάποιας δύναμης.

Θέλει καρδιά για να δεις τον Χριστό ως Θεό και τη Θυσιαστική του αγάπη ως έξοδο από τη φιλαυτία σου και να την κάνεις προσφορά στον πλησίον σου. Δηλαδή να διαλυθείς, να αγαπήσεις τον εχθρό σου, και να κάνεις την καρδιά σου κομμάτια και να την μοιράσεις στον κόσμο όπως έλεγε και ο Γέροντας Παϊσιος.

Μια φοβερή φράση ΑΘΕΟΥ που άνοιξε αργότερα την καρδιά του:
"Αν ήθελα να υπάρχει Θεός σαν τον Χριστό θα ήθελα να είναι"

Αγαπημένε ΑΘΕΕ, ή ΑΠΙΣΤΕ. Την ώρα που κρατάς το κερί της Αναστάσεως έστω και υποκριτικά να ξέρεις ότι αυτός που αρνήσαι έρχεται ως "μανιακός εραστής θυσιαστικής αγάπης προσωπικά για σένα και χτυπά την πόρτα της καρδιά σου και μάλιστα σου δίνει την ελευθερία να πείς όχι". Όταν έχω τα παράθυρα του σπιτιού μου κλειστά και ζω στο σκοτάδι, είναι τελείως ανώφελο και υποκριτικό να βρίζω τον ήλιο. Άφησε το αναστάσιμο φως να μπεί στην καρδιά σου ...

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Εἰρωνεῖες – «Δὲν εἶδα οὔτε ἕνα Τοῦρκο ποὺ νὰ δείχνει συμπόνια»

Θυμᾶμαι κάποτε, εἶχα μιλήσει σὲ ἕναν τότε μελλοντικὸ ἐρευνητὴ καταγοητευμένο ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ πολιτισμὸ καὶ τὴν ὀσμανικὴ πραγματικότητα, γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Σουλτάνοι μὲ τὸ ποὺ ἐνθρονίζονταν ἐκτελοῦσαν ὅλα τὰ ἀδέρφια τους, κι ὅτι ἡ συνήθεια αὐτὴ ἦταν πολὺ συχνὴ στὴν ὀθωμανικὴ ἱστορία, ἀπὸ τὶς ἀπαρχές της ὣς καὶ τὸν 18ο αἰώνα (δηλαδὴ γιὰ 4 αἰῶνες τουλάχιστον). Ἔτσι, λίγο γιὰ νὰ τὸν κατεβάσω ἀπὸ τὰ σύννεφα καὶ τὸ καλάμι του. Ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔλαβα ἦταν μιὰ κοροϊδία τοῦ στύλ «πώ, πώ, τρομάξαμε». Οὔτε κἂν μιὰ σοφιστικὴ καὶ περίτεχνη ἑρμηνεία, π.χ. πολυπολιτισμική («δὲν συγ-κρίνουμε πολιτισμούς»). Οὔτε κἂν ἕνα κακιασμένο «Κι ἡ Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία τύφλωσε τὸ γιό της!», βρὲ ἀδελφέ. Ἀποκλειόταν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἄλλωστε, ἡ ἀμφισβήτηση  τῆς πληροφορίας μου, ὁπότε ἀπέμεινε ὡς λύση διαφυγῆς τὸ πνεῦμα. Αἴ, μὲ τέτοιους ἔχουμε νὰ κάνουμε.

Βλέπω κι ἀλλοῦ στὰ ΜΚΔ μὲ ἀφορμὴ μιὰ γκραβούρα ποὺ δείχνει τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων μὲ κολυμβητὲς νὰ πέφτουν γιὰ τὸ σταυρό, στὴν Κωνσταντινούπολη (τοῦ 1875! Τόσο νωρίς…), ρεσιτὰλ ἐξύμνησης στὴν προνεοτερικὴ Ὀσμανικὴ Αὐτοκρατορία. Καί «Τι ζυγός ήταν αυτός!» -εἰρωνικά, πάλι. Καὶ «δὲν ἦταν κακὸ τὸ παιδομάζωμα» (ἦταν ψεῦτες καὶ ἠλίθιοι δηλαδή, οἱ δημιουργοὶ τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν τὰ ὁποῖα καταριοῦνται τὸ Σουλτάνο ποὺ προστάζει τὴν διενέργεια παιδομαζώματος), ἀφοῦ ἦταν λαχεῖο τὸ νὰ ἔχεις «έναν δικό σου στο κράτος. Για να ανεβείς ιδίως σε κάποιο αξίωμα του κλήρου βοηθούσε να έχεις ξάδερφο γενίτσαρο«. Τί ὄμορφα.

Στὴν Κωνσταντινούπολη 54 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸν πολυπολιτισμικὸ ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων, γνωρίζουμε ὅτι ἔγιναν τὰ παρακάτω:

α’) Ο ιερέας της αγγλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη R. Walsh

«Βάδιζα σε ένα στενοσόκακο. Μπροστά μου προχωρούσε ένας Τούρκος. Ξαφνικά φάνηκε να κατεβαίνει απέναντι ένας Έλληνας. Στάθηκε και κόλλησε την πλάτη στον τοίχο αφήνοντας τόπο για να περάσει ο Οθωμανός. Εκείνος έβγαλε το γιαταγάνι και τον έσφαξε. Ύστερα καθάρισε τη ματωμένη λεπίδα, μπήκε στο διπλανό καφενείο κι’ άναψε τσιμπούκι» σ. 121

Κάθε μέρα διαδραματίζονταν καινούργιες ωμότητες, γράφει ο Walsh. Τα θύματα απαγχονίζονταν σε πόρτες ή σε τοίχους. Πτώματα ακέφαλα έβλεπες στη μέση του δρόμου, ποδοπατημένα και τυλιγμένα στο βόρβορο. Ήταν οι μέρες που γύριζαν τα αποδημητικά όρνια. Γύπες και άλλα σαρκοβόρα πουλιά πετούσαν ολημερίς, έτσι που σκέπαζαν σαν κουνουπιέρα τις περιοχές όπου υπήρχαν πτώματα. Τις νύχτες πάλι κοπάδια από αδηφάγα σκυλιά ούρλιαζαν γύρω από ακέφαλα κουφάρια ή διεκδικούσαν γρυλίζοντας άγρια κάποιο κεφάλι, δαγκώνοντας και γδέρνοντας. Οι Τούρκοι ρίχτηκαν ύστερα με μανία εναντίον των ελληνικών χώρων λατρείας. Άρχισαν στις 17 Απριλίου καταστρέφοντας το ναό του αγίου Ρωμανού και το θαυματουργό Μπαλουκλή…Ακολούθησε ο χαλασμός των εκκλησιών που βρίσκονταν μέσα στην πόλη. Σε μερικές γκρέμιζαν τις σκεπές και τους τοίχους. Σε άλλες κατέστρεφαν στασίδια, αναλόγια, άμφια, εκκλησιαστικά βιβλία. Λίγες μέρες αργότερα εισόρμησαν στο τυπογραφείο του πατριαρχείου. Χτυπούσαν με τσεκούρια τις μηχανές και γέμιζαν τις τσέπες τους με τυπογραφικά στοιχεία. [σημ. 37: στις 12 Ιουνίου 1821 ο πρεσβευτής της Σουηδίας έδινε σε αναφορά…μια συνοπτική εικόνα της τραγωδίας των Ελλήνων της Πόλης: «Η πρωτεύουσα παρουσιάζει ακόμα το ίδιο θέαμα…ομαδική εκτέλεση 450 ανδρών και πολλών παιδιών που η μόνη ενοχή τους είναι πως οι πατεράδες τους γεννήθηκαν στο Μωριά….παντού δολοφονίες Χριστιανών από τον ένοπλο τουρκικό όχλο, που διασκεδάζει..»] σελ. 126

Εκείνες τις μέρες ο Walsh πληροφορήθηκε ότι έφθασαν στην Πόλη σακκιά με 2.500 ζευγάρια αφτιά από τη σφαγή των Ελλήνων της Πάτρας, κι ότι μπορούσε να δει κανείς αυτά τα πολεμικά τρόπαια, στοίβες μπροστά στην πύλη του σεραγιού. «Πίστευα πως ήταν φήμες, ανατολίτικα παραμύθια. Κι ότι αν τέτοια δημόσια έκθεση μπορούσε να γίνει σε περασμένους αιώνες θα ήταν αδύνατο να συνεχίζεται στην εποχή μας αυτό το βάρβαρο έθιμο». Πήρε ένα γενίτσαρο και ξεκίνησε για το σεράι. «Οι δρόμοι παρουσίαζαν πένθιμη εικόνα…Περάσαμε πλάι στο πτώμα ενός αποκεφαλισμένου. Το αίμα έτρεχε ακόμα από τις φλέβες. Γύρω-γύρω ένα κοπάδι σκυλιά καθισμένα στα πισινά τους. Μερικά είχαν κι όλας γλύψει το αίμα, κι όλα μαζί περίμεναν να νυχτώσει για να κατασπαράξουν το πτώμα. Ήταν πεταμένο σε ένα στενό σοκάκι του παζαριού μπροστά σε ένα χασάπικο κι από πάνω του ακριβώς κρέμονταν κρέατα, έτσι που νόμιζε κανείς πως ήταν κομμάτια από το ίδιο το πτώμα. Οι Τούρκοι δρασκέλιζαν αδιάφορα το κουφάρι». Έφθασε στην πύλη του σεραγιού και διαπίστωσε την ακρίβεια της πληροφορίας… «Στις δυο πλευρές της πύλης υπήρχαν δυο στοίβες, σαν μικρά δεμάτια σανού, από κάθε λογής κομμάτια του προσώπου. Τα αφτιά ήταν τρυπημένα και κρέμονταν από σπάγγους. Μαζί με κάθε μύτη είχαν κόψει επίσης το πάνω χείλος και ένα κομμάτι από το μέτωπο. Μαζί με τα πηγούνια υπήρχαν το κάτω χείλος καθώς και μακριά, συνήθως, γενειάδα. Σε μερικές περιπτώσεις ήταν πελεκημένο κάθετα ολόκληρο το πρόσωπο και όλα τα χαρακτηριστικά της μορφής παρέμεναν ανέπαφα. Άλλοτε ήταν χωρισμένα κατά κατηγορίες, ανάλογα με τον ακρωτηριασμό. Εκεί έμεναν κρεμασμένα ώσπου, σαπίζοντας εντελώς, έπεφταν στη λάσπη του δρόμου. Οι Τούρκοι περνούσαν πατώντας τα αδιάφοροι. Τα λείψανα των προσώπων, καθώς βρίσκονταν σε αποσύνθεση, κολλούσαν στα παπούτσια των περαστικών. Έτσι έβλεπες τον Τούρκο να βαδίζει με ένα χείλος ή πηγούνι στις παντούφλες του. Και καθώς ξεπετιόνταν τα ανθρώπινα γένεια, νόμιζες πως τα παπούτσια ήταν φοδραρισμένα με γουναρικά» σελ. 128

Ο Walsh παρακολούθησε στην προκυμαία της Πόλης την πανηγυρική υποδοχή του καπουδάν πασά κατά το γυρισμό του από τις ελληνικές θάλασσες ύστερα από την καταστροφή του Γαλαξιδιού και την αιχμαλωσία των καραβιών… «Δύο τρίκροτα αγκυροβόλησαν ακριβώς απέναντι από τα παράθυρά μου. Με την αυτοκρατορική σημαία και ένα σωρό κρεμασμένους από τα ξάρτια. Κοπάδια γλάροι πετούσαν γύρω από τα πτώματα κρώζοντας. Έμειναν κρεμασμένα τρεις μέρες. Από την αποσύνθεση έπεφταν στη θάλασσα κι εκεί έπλεαν ολόκληρο μήνα, ώσπου τα ρεύματα τα παρέσυραν έξω από το λιμάνι..» σελ. 129

Ο Άγγλος κληρικός συγκέντρωσε από γενίτσαρο της φυλακής του σεραγιού πληροφορίες για τους βασανισμούς των 36 Ελλήνων εμπόρων που είχαν συλληφθεί ύστερα από τα γεγονότα της Χίου. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Είδε να γυμνώνουν εντελώς έναν Έλληνα και να τον κρεμούν ανάποδα. Το αίμα μαζευόταν στο κεφάλι κι ο άνθρωπος πνιγόταν. Σ’ αυτή τη θέση τον χτυπούσαν δύο με κοντοράβδια ώσπου τον άφηναν αναίσθητο ή νεκρό. Έναν άλλο τον κρέμασαν από τα αφτιά σε σιδερένιους γάντζους προσδένοντας στα πόδια του ένα βάρος. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου είχαν τόσο παραμορφωθεί, που νόμιζες ότι το στόμα του είχε φθάσει στο μέτωπό του. Είδε να καρφώνουν με ένα εργαλείο βελόνες στις άκρες των δακτύλων κάποιου κρατουμένου, έτσι που οι αιχμές να βγαίνουν πίσω από τα νύχια του. Είδε να ξεβιδώνουν με ειδικό εργαλείο την άρθρωση των καρπών και να τη συστρέφουν, έτσι που το πίσω μέρος του χεριού να παίρνει τη θέση της παλάμης. Είδε να εφαρμόζουν στο μέτωπο Έλληνα κρατούμενου ένα στεφάνι και να το συμπιέζουν βιδώνοντας το σιγά-σιγά πάνω στα μηνίγγια. Στο τέλος, τα μάτια του θύματος έβγαιναν έξω από τις κόγχες. Είδε να εφαρμόζουν στο κεφάλι ενός Έλληνα πυρακτωμένο μεταλλικό φέσι. Είδε να ανάβουν το φούρνο της φυλακής και να σπρώχνουν μέσα τα θύματα ώσπου να καψαλιστούν τα μαλλιά και τα γένεια, και το δέρμα να φουσκαλιάσει και να ξεκολλήσει από το κορμί. Ο Walsh μίλησε και με Έλληνες που έτυχε να επιζήσουν ύστερα από τους φρικαλέους βασανισμούς. Ένας κρατούμενος είχε αλυσοδεθεί στις φυλακές του Μπάνιου με σιδερένιους χαλκάδες στα σφυρά. Του εξάρθρωσαν τους καρπούς με βιδολόγους. Το σώμα του είχε τόσο σακατευτεί, που για να μετακινηθεί χρησιμοποιούσε δεκανίκια. Τον βασάνιζαν για να αποκαλύψει τους πρωταίτιους του ξεσηκωμού. Σελ. 136-7

β’) Ο Άγγλος John Came

Παραβρέθηκε και στην εκτέλεση ενός Έλληνα. «Γονάτισε και δίπλωσε ήρεμα τα χέρια στο στήθος χωρίς καμιά αλλαγή στην έκφρασή του. Την ίδια στιγμή δέχτηκε το χτύπημα. Πέρασα δύο φορές πλάι στο πτώμα του. Οι Τούρκοι είχαν τοποθετήσει, κατά τη συνήθειά τους, το κομμένο κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά του ανάστροφα, έτσι που η φρικαλέα όψη του να συναντά το βλέμμα του διαβάτη. Αργότερα στη Σμύρνη είδα ένα πρωί τα πτώματα εικοσιτριών Ελλήνων, σωρό το ένα πάνω στο άλλο. Σελ.149

Κάπου-κάπου έβλεπες ένα πτώμα να επιπλέει κοντά στην ακτή. Ο Came βρέθηκε μια μέρα ανάμεσα σε κάμποσους Τούρκους που παρατηρούσαν με αγαλλίαση ένα σκοτωμένο Έλληνα. Κάποιος απ’ αυτούς βάλθηκε να πετάξει το πτώμα στη θάλασσα σέρνοντάς το με ένα γάντζο. «Αλλά ένας άλλος τον σταμάτησε για να το γδύσει ολότελα και να πάρει ό,τι φορούσε. Ύστερα το έρριξαν ολόγυμνο στα νερά». Σελ. 150

γ’) Το χρονικό του Γερμανού τεχνίτη Johann Wilhelm August Streit

«Ο οθωμανικός όχλος, σε φοβερή έξαψη, ρίχτηκε στα σπίτια των Ελλήνων αρχόντων και άρχισε τη λεηλασία. Βασάνιζαν τους ενοίκους με θηριωδία, έκοβαν μύτες και αφτιά και τους γκρέμιζαν ύστερα από τα παράθυρα στο δρόμο» σελ. 151

Το πλήθος κατέλαβε τις φυλακές του Κατροσάν και άρπαξε τους 186 Έλληνες. Οι Τούρκοι σκότωσαν πολλούς επιτόπου και άλλους «τους έδεσαν με σκοινιά και τους έσερναν στα καλντερίμια, ώσπου οι σάρκες αποκολλήθηκαν από τα οστά και οι δύστυχοι βρήκαν πικρό θάνατο». Έδεναν τα πόδια και τα χέρια των Ελλήνων με σκοινιά και τα τραβούσαν από όλες τις μεριές διαμελίζοντάς τα. Έκοβαν τα κεφάλια τους, τα κάρφωναν στις αιχμές των σπαθιών και τα τριγύριζαν στους δρόμους θριαμβικά. ….Άναβαν φωτιές σε όλους τους δρόμους και εκεί βασάνιζαν τους Έλληνες. «Πύρωναν στη φλόγα τα μεταλλικά τμήματα των όπλων και τα έμπηγαν στα ξεγυμνωμένα κορμιά. Τους έψηναν στα κάρβουνα σιγά-σιγά, πρώτα τα πόδια, ύστερα τα χέρια και ολόκληρο το κορμί ώσπου να ξεψυχήσουν. Περνούσαν πυρακτωμένα σύρματα στη μύτη, έκαιγαν τα βλέφαρα των θυμάτων με πυρωμένα σίδερα. Το άλλο πρωί είδε πολλούς Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, κρεμασμένους ανάποδα από τα παράθυρά τους. «Τα θύματα σπαρταρούσαν και ούρλιαζαν. Στα οπίσθια πολλών είχαν καρφώσει μαχαίρια και σπαθιά. Κάθε τόσο έκοβαν και ένα κομμάτι σάρκα» σελ. 152

«Εκείνο το πρωινό γύρω στα 4.000 πτώματα και των δύο φύλων, κεφάλια, πόδια, κείτονταν στους δρόμους της Πόλης. Χωρίς να λογαριάσουμε όσους σκοτώθηκαν στα σπίτια τους ή κρεμάστηκαν από τα παράθυρα». Ο νεαρός Streit παρακολούθησε τη φοβερή σφαγή από το εργαστήριο του αφεντικού του, που βρισκόταν στην πλατεία του Μουφτή. «Μόνο σ’ αυτή την πλατεία μέτρησα γύρω στα 300 πτώματα. Βραβεία ορίζονταν για την επινόηση των πιο φριχτών βασανιστηρίων». Κάτι μεθυσμένοι Τούρκοι είδαν τον Streit και δύο παραγιούς που κοιτούσαν από το παράθυρο και τους κάλεσαν να πάρουν μέρος στη σφαγή. Τους όπλισαν και τους ανάγκασαν να ενταχθούν σε μια συμμορία. Μπήκαν στο σπίτι ενός πλούσιου Έλληνα κοσμηματοπώλη –το μαγαζί του, που βρισκόταν στο ισόγειο, ήταν κιόλας καταστραμμένο. Αφού καταλεηλάτησαν το σπίτι ανακάλυψαν στο ανώγειο την οικογένεια: πατέρα, μητέρα, δύο θυγατέρες και μια υπηρέτρια. «Η μια κόρη, ένα λεπτό και όμορφο κορίτσι, όταν ένας Τούρκος θέλησε να της επιτεθεί, πήδηξε από το παράθυρο στο κενό. Κατέβασαν την οικογένεια στην πλατεία. Εκεί ξεγύμνωσαν την άλλη κόρη και την υπηρέτρια και έκοψαν πρώτα τους μαστούς και ύστερα τη μύτη τους. Ο γιος, ένας εύρωστος νέος 24 χρόνων, χύμηξε πάνω στον Τούρκο, τον γρονθοκόπησε στον κρόταφο, άρπαξε το ματωμένο γιαταγάνι από το χέρι του, και με ένα χτύπημα από πάνω προς τα κάτω του έκοψε τη μύτη έτσι που έμεινε κρεμασμένη από τα χείλια του. Μέσα σ’ ένα λεπτό τον είχαν κιόλας κατακομματιάσει εκατό σπαθιά». Στο μεταξύ άλλοι Τούρκοι στερέωναν στο χώμα πολλές σιδερένιες σούβλες. Εκεί θα κάθιζαν τα θύματά τους για να παραδώσουν το πνεύμα σφαδάζοντας. Το επεισόδιο με τον Έλληνα, είχε προκαλέσει γενικό ερεθισμό. Οι σούβλες ήταν ογδόντα περίπου. Γύμνωσαν τους Έλληνες – γύρω στους 65 νέοι, γέροι, γυναίκες – και τους κύκλωσαν με ξεθηκαρωμένα σπαθιά, μπροστά στις σούβλες. Αλλά ήρθε η νύχτα. Η βασανιστική εκτέλεση αναβαλλόταν. Έστησαν καζάνια πάνω στις φωτιές και ετοίμασαν πόντσι. Μεθούσαν και αλάλαζαν. Κατά τα μεσάνυχτα έφεραν και άλλους Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, ανάμεσά τους και τρία μικρά παιδιά. Τα σούβλισαν με τα σπαθιά και τα έρριξαν ζωντανά στη φωτιά. Κάθε τόσο τραβούσαν έναν Έλληνα κοντά στις πυρές και τον βασάνιζαν. Κάρφωναν τα αφτιά του πάνω σε πάγκους, άδειαζαν με το φτυάρι κάρβουνα στο στόμα τους, που το άνοιγαν με ρόπαλα, ξεκολλούσαν με πυρωμένες τανάλιες κομμάτια από τις σάρκες τους. Το πρωί…Δυο κακούργοι άρπαζαν έναν Έλληνα ή μια Ελληνίδα τους ανασήκωναν ψηλά τους κάθιζαν με δύναμη πάνω στο κοφτερό και μυτερό σιδεροπάλουκο, έτσι που η αιχμή περνώντας από τα σπλάχνα έφτανε στο στήθος. Παλούκωσαν σαραντατέσσερες. Έτσι καρφωμένοι σπαρταρούσαν σαν τα σκαθάρια που τα παιδιά διατρυπούν με βελόνα για να διασκεδάσουν. Ένα ουρλιαχτό θανατερής αγωνίας υψωνόταν ώς τον ουρανό. Κρατούσε μια περίπου ώρα, έσβηνε και τα κεφάλια έγερναν στο πλάι». Ακόμα και οι Τουρκάλες συναγωνίζονταν αυτούς τους φονιάδες σε αγριότητα και απανθρωπία, γράφει ο Steit. «Δεν είδα ούτε ένα Τούρκο που το πρόσωπό του να δείχνει συμπόνια. Ακόμη και παιδιά έξη χρόνων ξεθύμαιναν το μίσος τους πάνω στους νεκρούς. Τρυπούσαν με μαχαίρια τους σκοτωμένους Έλληνες». Ύστερα άρχισαν να καθαρίζουν τους δρόμους από τα αναρίθμητα πτώματα. «Πολλά ρίχτηκαν σε μεγάλους λάκκους έξω από την πόλη και σκεπάστηκαν με ασβέστη και χώματα, άλλα κάηκαν ή πετάχτηκαν στη θάλασσα». Στο μεταξύ συνεχίζονταν οι συλλήψεις. Κάθε πρωί ώς εκατό Έλληνες μεταφέρονταν στον τόπο των βασανιστηρίων και των εκτελέσεων, έξω από την Κωνσταντινούπολη. «Πολλοί σταυρώνονταν πάνω σε δέντρα. Καρφώνονταν τα χέρια και τα πόδια τους κι εκεί πέθαιναν από την αιμορραγία και τους φριχτούς πόνους. Άλλους θανάτωναν χτυπώντας τους με βούρδουλα. Σε πολλούς έκοβαν πόδια και χέρια με πριόνι. Διατρυπούσαν τα παιδιά με τη λόγχη και τα τριγύριζαν στους δρόμους, έτσι καθώς σπαρταρούσαν καρφωμένα, ώσπου να ξεψυχήσουν» σελ. 153-154

δ’) ο Γάλλος γεωλόγος V. Fontanier

Πηγαίνοντας ο Fontanier στο μέγαρο της πρεσβείας πέρασε από ένα βρώμικο σοκάκι γεμάτο σκύλους. Εκεί είδε «ανθρώπινα κορμιά αποκεφαλισμένα πλάι σε ένα χασάπικο όπου κρέμονταν μοσχάρια και αρνιά» σελ. 158

Ο F. παρατήρησε ότι οι Ευρωπαίοι δεν έκρυβαν διόλου τον φιλοτουρκισμό τους. «Όλοι εγκωμίαζαν τα ανθρωπιστικά αισθήματα των Οθωμανών, τη μεγαλοψυχία, τη μετριοπάθειά τους. Οι δύστυχοι Έλληνες, που τα πτώματά τους φαίνονταν σκορπισμένα εδώ και κει, «είχαν εγκάρδια μεταχείριση». Σελ. 158

Επιστρέφοντας ο Fontanier στην κατοικία του δέχτηκε επίθεση από ένα κοπάδι αγριόσκυλα και άγριο πετροβολητό από ένα τσούρμο τουρκόπουλα. Εκεί πλάι είδε έναν αποκεφαλισμένο Ρωμιό, πεσμένο μπρούμυτα. Το κεφάλι ήταν απιθωμένο στα οπίσθια του πτώματος. Γύρω-γύρω στέκονταν Τούρκοι που χασκογελούσαν και το έσπρωχναν με τα ραβδιά τους. Σελ. 158

ε’) ο Ρώσσος διπλωμάτης Σεργκέι Ιβάνοβιτς Τουργκένιεφ

Μέσα σε μια μόνο μέρα συνέλαβαν 300 Μωραΐτες μικρέμπορους και τους εκτόπισαν στα μεταλλεία της Ασίας. Ο τουρκικός όχλος έσφαζε. Στο Πέραν και στον Γαλατά λεηλατούσαν τα σπίτια και δολοφονούσαν Χριστιανούς. «Τα αστραφτερά νερά του Βοσπόρου γέμισαν, από τη μια ακτή ώς την άλλη, ακρωτηριασμένα πτώματα Ελλήνων». Όλα τα χριστιανικά χωριά γύρω από την πρωτεύουσα ήταν έρημα. «Δεν έβλεπες παρά μόνο αποκεφαλισμένα κορμιά Χριστιανών ή Τούρκους που έμπαιναν στα κατάκλειστα και ακατοίκητα σπίτια – οι νοικοκυραίοι τους είχαν φύγει ή είχαν θανατωθεί – για να αρπάξουν ό,τι είχαν περιφρονήσει οι πρώτοι λαφυραγωγοί, πράγματα βαμμένα στο αίμα ή ποτισμένα με δάκρυα». Σελ. 181

Κ. Σιμόπουλου, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21, Αθήνα 1979.



Σκέφτεσαι, μ’ ὅλα αὐτά, πὼς τὸ ’21 τὴ γλίτωσαν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ σήμερα ἐξυμνοῦν τοὺς Ὀθωμανούς, καὶ σφάχτηκαν ὅσοι τοὺς ἔβλεπαν ὡς καταπιεστές. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ὑποθέσει κάποιος τὶς δυσάρεστες αἰτίες γι’ αὐτὸ τὸ γεγονός.