Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Μα γιατί πάτε εκκλησία,τι κάνετε τόσες ώρες εκεί;

Ρωτάνε μερικοί :"Μα γιατί πάτε εκκλησία, και αυτός είναι ένας χώρος όπως το σπίτι μας, τι καταλαβαινετε,τι κάνετε τόσες ώρες εκει;

Και απαντω: "Tίποτα δεν κάνουμε,όταν είσαι εννιά μήνες στην κοιλιά της μάνας σου τι κάνεις; τίποτα. Περιμένεις να βγεις στον αληθινό κόσμο. Η μάνα σου και ο οργανισμός της προσπαθούν να σε γεννήσουν υγιή. Έτσι και στην εκκλησία, κυοφορεισαι μέσα στο «σώμα »της εκκλησίας, του Θεού και προσπαθείς από εκεί μέσα να σταθείς όρθιος ως τον θάνατο σου για να μπεις στην Βασιλεία του Θεού. Παλεύεις με τον εαυτό σου και τον αντίθετο."
Αυτό είναι η εκκλησία, η μήτρα που μας κυοφορει για να αναγεννηθουμε εν Χριστω και κριμα αλλαματαιοπονούν όσοι νομίζουν ότι κάτι θα πετύχουν εκτός αυτής.Ουδεις μπορεί να γεννηθεί φυσιολογικά εκτός της μήτρας.


π.Γεώργιος ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Ῥωμανίδης: «Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται κανείς γιὰ νὰ ἀποκτήσει νοερὰ προσευχὴ εἶναι νὰ ἔχει Πνευματικὸ Πατέρα μέ νοερὰ προσευχή»

Προκειμένου νὰ ἀποκτήσει κανεὶς τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχή, ποὺ εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ παρουσία Πνευματικοῦ Πατρός, ποὺ γνωρίζει τὰ θέματα αὐτὰ ἐμπειρικῶς καὶ μπορεῖ νὰ καθοδηγήσει πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο.

«Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἀποκτήσει νοερὰ προσευχὴ εἶναι νὰ ἔχει Πνευματικὸ Πατέρα ποὺ ἔχει νοερὰ προσευχή. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ βασικό. Διότι εἶναι ἀδύνατο ἢ τουλάχιστον σχεδὸν ἀδύνατον νὰ μάθει κανεὶς τὴν νοερὰ προσευχή, διαβάζοντας περὶ νοερᾶς προσευχῆς. Μὲ τὴν ἀνάγνωση δὲν βγαίνει τίποτε. Πρέπει νὰ ἔχει Πνευματικὸ Πατέρα. Αὐτὸ εἶναι σαφές».
Ὁ Πνευματικὸς Πατέρας λέγεται Κατηχητής, ποὺ καθοδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο, μὲ τὴν...ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ περάσει ἀπὸ τὴν κάθαρση στὸν φωτισμό, καὶ ἀκόμη λέγεται διδάσκαλος.
Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς Πνευματικὸς καθοδηγὸς ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι Κληρικός. Δὲν πρόκειται, δηλαδή, γιὰ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ γιὰ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση, προκειμένου νὰ φθάσει ὁ ἄνθρωπος στὴν νοερὰ προσευχή.
«Καὶ ὅταν εἶναι κάποιος στὴν φώτιση, εἶναι Πνευματικὸς Πατέρας καὶ ἂς μὴν ἔχει χειροτονηθεῖ. Μπορεῖ νὰ ἔχει σκοτώσει ἀνθρώπους, ἅμα καθαρισθεῖ ὅμως στὴν καρδιά του καὶ φωτισθεῖ, αὐτὸς ὁ φωτισμὸς τὸν κάνει ἴσον μὲ ὅλους τους ἄλλους.
Καὶ τὸ ὅτι εἶναι πνευματικὰ ἴσος, δὲν σημαίνει ὅτι ἐξάπαντος θὰ χειροτονηθεῖ. Μπορεῖ νὰ μὴ χειροτονηθεῖ ποτέ, διότι ἔχει κωλύματα, δὲν μπορεῖ νὰ χειροτονηθεῖ. Παρὰ ταῦτα ὅμως, μπορεῖ νὰ εἶναι μέγας ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι μονοπώλιο τῶν Κληρικῶν αὐτὴ ἡ θεραπεία. Ἡ θεραπεία μπορεῖ νὰ γίνει ἀπὸ τὸν ὁποιονδήποτε ποὺ ἔχει τὴν νοερὰ προσευχή, ἐνῶ ὁ Κληρικὸς εἶναι ὁ ἱερουργὸς τῶν Μυστηρίων. Ἄλλο τὸ ἕνα, ἄλλο τὸ ἄλλο. Γι' αὐτό, πάντα στὴν Ὀρθοδοξία διαχωρίζονταν αὐτὰ τὰ πράγματα. Τελετουργικὰ εἶναι ὁ λειτουργός. Ἀλλὰ Πνευματικὸς Πατέρας θὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφτασε στὸν φωτισμό».
Αὐτὴ εἶναι μία ζωντανὴ παράδοση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πάντοτε ὑπάρχουν ζωντανοὶ πνευματικοὶ ὀργανισμοί, τοὺς ὁποίους ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἐπιδιώκει αὐτὴν τὴν ζωή. Πρέπει νὰ ἀναζητήσει.
«Ἕνας, ὅμως, ποὺ δὲν καταλαβαίνει περὶ φωτισμοῦ καὶ Θεώσεως καὶ ἂς εἶναι ἕνας θεολόγος, καθηγητὴς Πανεπιστημίου, καὶ διαβάζει, θὰ πεῖ: "Τώρα ἄστα, μὲ αὐτὰ ἀσχολεῖσαι, εἶναι δεισιδαιμονίες, μυθιστορήματα" κλπ. Ἂν εἶναι ἔτσι, τότε πάει καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ περίπατο καὶ ὁ Μωυσῆς δὲν ἔχει καμιὰ ἀξία κ.ο.κ.
Ἀλλὰ ἔχουμε τοὺς ἴδιους τούς ζωντανοὺς ὅμοιους ἀνθρώπους. Ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ζωντανοί, μὲ νοερὰ προσευχή, ποὺ φθάνουν στὴν θεοπτία καὶ αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες εἶναι πραγματικότητες. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς ὅτι εἶναι πραγματικότητες, πρέπει νὰ πάει νὰ ψάξει νὰ βρεῖ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ἂν δὲν ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐκλείψει αὐτὴ ἡ παράδοση, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐξέλιπε μία ἐπιστήμη.
Δηλαδή, ἐὰν σήμερα ἐκλείψουν οἱ γιατροὶ καὶ μείνουν μόνο τὰ βιβλία τους καὶ τὰ διαβάζουμε καὶ δὲν ἔχουμε τὴν ζωντανὴ παράδοση τῆς ἰατρικῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστήσουμε πάλι τὴν ἰατρικὴ ὅπως εἶναι σήμερα. Τὸ ἴδιο καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες, ἂν ἐκλείψει ἡ ζωντανὴ παράδοση. Γι' αὐτὸ καὶ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἂν ἐκλείψει ἡ ζωντανὴ παράδοση, θὰ ξεχασθεῖ. Ὅπως στὴν Δύση ἐξέλιπε, ξεχάστηκε».
Τὰ περὶ νοερὸς προσευχῆς περιγράφονται θαυμάσια στὸ βιβλίο «Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ».
«Ἂν θέλετε νὰ ἔχετε ἔτσι μία συνοπτικὴ καὶ πολὺ γρήγορη ἀντίληψη περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ διαβάσετε, μπορῶ νὰ σᾶς τὸ ἐπιβάλω κιόλας, ὡς μέρος τοῦ μαθήματος, ἂν θέλω δηλαδή, ἀπειλώντας ὅτι θὰ σᾶς δώσω κανένα ἐρώτημα, δηλαδή, ἐπάνω στὸ βιβλίο, εἶναι μικρούτσικο βιβλίο καὶ λέγεται: "Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ". Λοιπὸν αὐτὸ τὸ βιβλίο, "Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ", παρακαλῶ, τουλάχιστον τὸ πρῶτο βιβλίο, δὲν ξέρω ἐὰν στὰ Ἑλληνικὰ εἶναι καὶ τὰ δύο, διότι εἶναι δύο βιβλία ποὺ ἔχουν μεταφρασθεῖ καὶ δὲν εἶναι βέβαιο ἐὰν εἶναι ἀπὸ τὸν ἴδιο συγγραφέα. Καὶ ἦταν ἕνας Ρῶσος περιηγητής, ἕνας αὐτὸ ποὺ θὰ λέγαμε σήμερα ἀγροῖκος καὶ ἀγράμματος, σήμερα ἔτσι θὰ λέγαμε ὅτι ἦταν ἀγράμματος, ἐνῶ πολλὲς φορὲς οἱ ἀγράμματοι εἶναι πιὸ γραμματισμένοι ἀπὸ τοὺς ἐγγράμματους. Καὶ βρῆκε αὐτὸς ἕναν Πνευματικὸ Πατέρα καὶ ἔμαθε τὴν νοερὰ προσευχή, καὶ περιγράφει πῶς τὴν ἀπέκτησε».
Αὐτὸς ὁ ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος εἶχε τέτοια παράδοση, ποὺ διάβαζε τὴν «Φιλοκαλία», ἡ ὁποία κυκλοφόρησε πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 στὴν περιοχὴ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ διαδόθηκε καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα «στὰ ἄλλα μέρη τῆς Ρωμηοσύνης, Ἤπειρο, Μακεδονία, Θεσσαλία, Θράκη, Πόντο, Καππαδοκία, Μικρὰ Ἀσία, στὰ νησιά, στὴν Κρήτη, σ' ὅλη τὴν Μέση Ἀνατολή, μέχρι τὸν Δούναβη, μέχρι τὴν Βεσσαραβία τῆς Ρωσίας».
"Καὶ μετὰ ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο βιβλίο, τὸ ὁποῖο δημοσιεύθηκε στὰ Ἑλληνικά, τοῦ πατρὸς Σιλουανοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖο, διότι εἶναι γεμάτο ἀπὸ πατερικὴ θεολογία, εἶναι ὅλο πατερικό, δηλαδή, ἔχει τὰ πιὸ βαθειὰ γνωσιολογικὰ προβλήματα ἐκεῖ μέσα, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ τὸ καταλάβει. Ὁ ἴδιος, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε φιλοσοφία καὶ ἱστορία φιλοσοφίας καὶ ψυχολογία, ψυχιατρικὴ κ.ο.κ. δὲν τὰ ξέρει αὐτὰ τὰ πράγματα, γι' αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀξιολογήσει αὐτὰ ποὺ εἶπε. Ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ λέει καὶ γράφει ἔχουν καταπληκτικὴ σημασία γιὰ τὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς γνωσιολογίας κ.ο.κ. Καταπληκτικὴ σημασία.
Καὶ φοβᾶμαι πολὺ ὅτι ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὅσοι διαβάζουν τὶς "Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ", τὸν π. Σιλουανό, τὰ διαβάζουν εὐσεβιστικὰ καὶ συναισθηματικά. Τὸ μεγαλύτερο λάθος εἶναι αὐτὰ τὰ βιβλία νὰ διαβάζονται συναισθηματικὰ καὶ εὐσεβιστικά, διότι οὔτε γιὰ συναισθήματα εἶναι αὐτὰ τὰ βιβλία οὔτε γιὰ εὐσεβισμό. Οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο. Εἶναι πάρα πολὺ σοβαρὰ βιβλία ἐξ ἐπόψεως ψυχιατρικῆς, ψυχολογίας καὶ φιλοσοφίας κ.ο.κ., πού πρέπει μὲ σοβαρότητα νὰ διαβάζονται καὶ ὄχι νὰ διασκεδάζεται ἡ φαντασία τῶν εὐσεβῶν.
Αὐτὸ γίνεται ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα. Διαβάζουν εὐσεβεῖς καὶ μποροῦν νὰ διαβάσουν καὶ κανένα Κίργκεγκαρ, ἢ κανένα Φραντσέζο, ὕστερα διαβάζουν ἕναν Ἐγγλέζο, διαβάζουν ἕναν Γερμανὸ περὶ προσευχῆς, μπορεῖ νὰ διαβάσουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἑνὸς Ἰταλοῦ καὶ νὰ διαβάζουν καὶ τὶς "Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ" καὶ τὸν π. Σιλουανὸ καὶ νὰ μὴν καταλαβαίνουν ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ καὶ τὰ κάνουν ὅλα ἕνα. Ὅλα τὰ ἀνακατεύουν, Ὅλα μαζί.
Μπορεῖ νὰ πάρουν καὶ ἕνα βιβλίο ποὺ γράφτηκε περὶ εὐσεβείας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο καὶ νὰ μὴν τὸ ἔχουν καταλάβει. Γι' αὐτὸ χρειάζεται πάρα πολλὴ προσοχή, προσοχὴ καὶ πάρα πολλὴ προσευχή. Λοιπόν, ἡ ἀκρίβεια τῆς προσευχῆς ἔχει πάρα πολὺ μεγάλη σημασία».

Λόγος Στ΄: Περί αδηφαγίας (Άγιος Μάξιμος ο Γραικός)



Αιτία αναριθμήτων κακών για τους μοναχούς.

Κοιλιά αδιάντροπη και ποτέ κορεσμένη, εξαιτίας της οποίας εμείς, οι ανόητοι μοναχοί, γινόμαστε παίγνιο των πονηρών δαιμόνων! Αποτελείς την αιτία ακαθάρτων εκροών, ύπνου δίχως μέτρο και άλλων ειδών πνευματικού θανάτου. Από εσένα προέρχεται η απόρριψη των ευαγγελικών εντολών, η ατελείωτη φροντίδα για κέρδος και διάφορες φιλονικίες. Όλα αυτά εξαφανίζουν την μνήμη του θανάτου, την θεία αγάπη και τον φόβο του Θεού από τις ψυχές των μοναχών.

Έτσι η αγνή προσευχή, τα δάκρυα και η συγκίνηση εξαφανίζονται και σταματά η εσωτερική λειτουργία του νου. Στην θέση τους έχουν εισέλθει υπερηφάνεια, κακοήθεια, δόλος, φθόνος, διάφορες ματαιόδοξες επιθυμίες, καθώς και η πηγή του κάθε κακού, η φιλαργυρία [1] και το κυνηγητό της είσπραξης των τόκων, που προκαλούν την τρομερή και απάνθρωπη τοκογλυφία και τα οποία θα επιφέρουν την οργή του Θεού.

Αδιάντροπη κοιλιά, εξαιτίας της οποίας εμείς οι άφρονες μοναχοί πέφτουμε στα απύθμενα βάθη της κόλασης! Μακάριος είναι όποιος σε δάμασε στον νου του και αγάπησε ολόψυχα την ένδεια και τον ανάργυρο βίο. Αυτός μόνο σε κατάλαβε αληθινά, αυτός μόνο είναι ο υπηρέτης του Υψίστου και αυτός μόνο είναι ελεύθερος. Αντιθέτως όλοι εμείς που υποκύπτουμε σε εσένα είμαστε οι κακοί δούλοι των παθών που γεννάς και μοιάζουμε με τα άλογα ζώα, μολονότι δημιουργηθήκαμε εξαρχής από το άγιο χέρι του Θεού κατά την θεική εικόνα Του.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - Παραινετικὸν πρὸς Ὀλυμπιάδα


Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔστειλε σὲ μιὰ πνευματική του θυγατέρα, (τὴν Ὀλυμπιάδα), τὴν κατωτέρω ἐπιστολὴ ὡς «δῶρο» γιὰ τὸν γάμο της, ποὺ μόλις τέλεσε. Ἡ κατωτέρω ἐπιστολὴ ἔχει βάθος Θεολογίας καὶ ψυχολογίας. Καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα δίνει στὴ σύζυγο πολύτιμες συμβουλὲς γιὰ ἕναν πετυχημένο γάμο.

Κόρη μου, στοὺς γάμους σου ἐγὼ ὁ πνευματικός σου πατέρας, ὁ Γρηγόριος, σοῦ κάνω δῶρο τοῦτο τὸ ποίημα. Καὶ εἶναι ὅ,τι καλλίτερο ἡ συμβουλὴ τοῦ πατέρα. Νὰ εἶσαι ἁπλή. Τὸ χρυσάφι, δεμένο σὲ πολύτιμες πέτρες, δὲν στολίζει γυναῖκες σὰν καὶ σένα. Πολὺ περισσότερο τὸ βάψιμο. Δὲν ταιριάζει στὸ πρόσωπό σου, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, νὰ τὴν παραποιῇς καὶ νὰ τὴν ἀλλάζῃς, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀρέσῃς. Ξέρε τὸ ὅτι αὐτὸ εἶναι φιλαρέσκεια καὶ νὰ μένῃς ἁπλὴ στὴν ἐμφάνιση. Τὰ βαρύτιμα καὶ πολυτελῆ φορέματα, ἂς τὰ φοροῦν ἐκεῖνες, ποὺ δὲν ἐπιθυμοῦν ἀνώτερη ζωή, ποὺ δὲν ξέρουν τί θὰ πῇ πνευματικὴ ἀκτινοβολία. Ἐσύ, ὅμως ἔβαλες μεγάλους καὶ ὑψηλοὺς στόχους στὴ ζωή σου. Κι αὐτοὶ οἱ στόχοι σοῦ ζητοῦν ὅλη τὴ φροντίδα κι ὅλη τὴν προσοχή. (...)

Μὲ τὸ γάμο, ἡ στοργὴ καὶ ἡ ἀγάπη σου νὰ εἶναι φλογερὴ καὶ ἀμείωτη γιὰ κεῖνον, ποὺ σοῦ ῾δωσε ὁ Θεός. Γιὰ κεῖνον, πού ῾γινε τὸ μάτι τῆς ζωῆς σου καὶ σοῦ εὐφραίνει τὴν καρδιά. Κι ἂν καταλάβῃς πὼς ὁ ἄνδρας σου σὲ ἀγαπάει περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τὸν ἀγαπᾶς ἐσύ, μὴ κυττάξῃς νὰ τοῦ πάρῃς τὸν ἀέρα, κράτα πάντα τὴ θέση ποὺ σοῦ ὁρίζει τὸ Εὐαγγέλιο.Ἐσὺ νὰ ξέρῃς ὅτι εἶσαι γυναίκα, ἔχεις μεγάλο προορισμό, ἀλλὰ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἡ κεφαλή. Ἄσε τὴν ἀνόητη ἰσότητα τῶν δύο φύλων καὶ προσπάθησε νὰ καταλάβῃς τὰ καθήκοντα τοῦ γάμου. Στὴν ἐφαρμογή τους θὰ δῇς πόση ἀντοχὴ χρειάζεται γιὰ ν᾿ ἀνταποκριθῇς, ὅπως πρέπει, σ᾿ αὐτὰ τὰ καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ πόση δύναμη κρύβεται στὸ ἀσθενὲς φύλο.Θὰ ξέρῃς, πόσο εὔκολα θυμώνουν οἱ ἄνδρες. Εἶναι ἀσυγκράτητοι καὶ μοιάζουν μὲ λιοντάρια. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ γυναίκα πρέπει νὰ εἶναι δυνατότερη καὶ ἀνώτερη. Πρέπει νὰ παίζῃ τὸ ρόλο τοῦ θηριοδαμαστῆ. Τί κάνει ὁ θηριοδαμαστὴς ὅταν βρυχᾶται τὸ θηρίο; Γίνεται περισσότερο ἤρεμος καὶ μὲ τὴν καλωσύνη καταπραΰνει τὴν ὀργή. Τοῦ μιλάει γλυκὰ καὶ μαλακά, τὸ χαϊδεύει, τὸ περιποιεῖται καὶ πάλι τὸ χαϊδεύει κι ἔτσι τὸ καταπραΰνει (...)Ποτὲ μὴ κατηγορήσῃς καὶ ἀποπάρῃς τὸν ἄνδρα σου γιὰ κάτι ποὺ ἔκανε στραβό. Οὔτε πάλι γιὰ τὴν ἀδράνειά του, ἔστω κι ἂν τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἤθελες ἐσύ. Γιατί ὁ διάβολος εἶναι αὐτός, ποὺ μπαίνει ἐμπόδιο στὴν ὁμοψυχία τῶν συζύγων (...)

Νὰ ἔχετε κοινὰ τὰ πάντα καὶ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες. Γιατί ὁ γάμος ὅλα σᾶς τὰ ἔκανε κοινά. Κοινὲς καὶ οἱ φροντίδες, γιατί ἔτσι τὸ σπίτι θὰ στεριώση. Νὰ συμβάλλῃς ἐκφράζοντας τὴ γνώμη σου, ὁ ἄνδρας ὅμως ἂς ἀποφασίζη.

Ὅταν τὸν βλέπῃς λυπημένο, συμμερίσου τὴ λύπη του ἐκείνη τὴν ὥρα. Γιατὶ εἶναι μεγάλη ἀνακούφιση στὴ λύπη, ἡ λύπη τῶν φίλων. Ὅμως ἀμέσως νὰ ξαστεριάζῃ ἡ ὄψη σου καὶ νά ῾σαι ἤρεμη χωρὶς ἀγωνία. Ἡ γυναίκα εἶναι τὸ ἀκύμαντο λιμάνι γιὰ τὸ θαλασσοδαρμένο σύζυγο.

Νὰ ξέρῃς ὅτι ἡ παρουσία σου στὸ σπίτι σου εἶναι ἀναντικατάστατη, γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀγαπήσῃς μ᾿ ὅλες τὶς φροντίδες τοῦ νοικοκυριοῦ. Νὰ τὸ βλέπῃς σὰν βασίλειό σου, καὶ νὰ μὴ συχνοβγαίνῃς ἀπὸ τὸ κατώφλι σου. Ἄφησε τὶς ἔξω δουλειὲς γιὰ τὸν ἄνδρα. Πρόσεχε τὶς συναναστροφές σου. Πρόσεξε τὶς συγκεντρώσεις, ποὺ πηγαίνεις. Μὴ πᾶς σὲ ἄπρεπες συγκεντρώσεις, γιατὶ εἶναι μεγάλος κίνδυνος γιὰ τὴν ἁγνότητά σου. Αὐτὲς οἱ συναναστροφὲς ἀφαιροῦν τὴν ντροπὴ κι ἀπ᾿ τὶς ντροπαλές, σμίγουν μάτια μὲ μάτια, κι ὅταν φύγῃ ἡ ντροπὴ γεννιοῦνται ὅλα τὰ χειρότερα κακὰ («αἰδὼς οἰχομένη, πάντων γενέτειρα κακίστων»).

Τὶς σοβαρὲς ὅμως συγκεντρώσεις μὲ συνετοὺς φίλους νὰ τὶς ἐπιζητῆς, γιὰ νὰ ἐντυπώνεται στὸ νοῦ σου ἕνας καλὸς λόγος, ἢ κάποιο ἐλάττωμα νὰ κόψῃς ἢ νὰ καλλιεργήσῃς τοὺς δεσμούς σου μὲ ἐκλεκτὲς ψυχές. Μὴ ἐμφανίζεσαι ἀνεξέλεγκτα σὲ ὁποιονδήποτε, ἀλλὰ στοὺς σώφρονες συγγενεῖς σου, στοὺς ἱερεῖς καὶ σὲ σοβαροὺς νεώτερους ἢ ἡλικιωμένους. Μὴ συναναστρέφεσαι φαντασμένες γυναῖκες, ποὺ ἔχουν στὸ νοῦ τους στὸ ἔξω, γιὰ ἐπίδειξη. Οὔτε ἀκόμα ἄνδρες εὐσεβεῖς, ποὺ ὁ σύζυγός σου δὲν θέλει στὸ σπίτι, ἂν καὶ σὺ τόσο πολύ τους ἐκτιμᾶς. Ὑπάρχει γιὰ σένα πιὸ ἀκριβὸ πράγμα ἀπὸ τὸν καλό σου σύζυγο, ποὺ τόσο ἀγαπᾶς;

Ἐπαινῶ τὶς γυναῖκες, ποὺ δὲν τὶς ξέρουν οἱ πολλοὶ ἄνδρες. Μὴ τρέχῃς σὲ τραπέζια κοσμικὰ καὶ ἂς εἶναι γιὰ γάμο ἢ γιὰ γενέθλια. Ἐκεῖ ἀνάβουν ἄνομοι πόθοι, μὲ τοὺς χορούς, τοὺς πήδους καὶ τὰ γέλια, τὴν ψεύτικη εὐχαρίστηση, ποὺ παραπλανεύουν ἀκόμη καὶ τοὺς ἁγνοὺς καὶ σώφρονες. Καὶ ἡ ἁγνότητα εἶναι τόσο λεπτὸ πράγμα! Σὰν τὸ κερὶ στὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου! Ἀπόφευγε ἀκόμα καὶ στὸ σπίτι σου τὰ κοσμικὰ τραπέζια. Ἂν μπορούσαμε νὰ περιορίσουμε τὶς ὀρέξεις τῆς κοιλιᾶς, θὰ κυριαρχούσαμε στὰ πάθη μας.

Κράτα τὴν μορφή σου γαλήνια καὶ μὴ τὴν ἀλλοιώνῃς οὔτε μὲ μορφασμούς, ὅταν εἶσαι θυμωμένη. Στολίδια τ᾿ αὐτιὰ νἄχουν ὄχι μαργαριτάρια, ἀλλὰ ν´ ἀκοῦν καλὰ λόγια καὶ νὰ βάζουν γιὰ τὰ ἄσχημα λουκέτο στὸ νοῦ. Ἔτσι, εἴτε κλειστὰ εἶναι, εἴτε ἀνοιχτά, ἡ ἀκοὴ θὰ μένῃ ἁγνή.

Ὅσο γιὰ τὰ μάτια, εἶναι κεῖνα, ποὺ δείχνουν ὅλο τὸ ἐσωτερικὸ τῆς ψυχῆς. Ἂς σταλάζῃ ἁγνὸ κοκκίνισμα ἡ παρθενικὴ ντροπὴ κάτω ἀπὸ τὰ βλέφαρά σου καὶ ἂς προκαλῇ τὴ σεμνότητα καὶ τὴν ἁγνὴ ντροπὴ σὲ ὅσους σὲ βλέπουν καὶ σ᾿ αὐτὸν ἀκόμα τὸ σύζυγό σου. Εἶναι πολλὲς φορὲς προτιμότερο, γιὰ πολλὰ πράγματα, νὰ κρατᾷς κλειστὰ τὰ μάτια, χαμηλώνοντας τὸ βλέμμα.

Καὶ τώρα στὴ γλώσσα. Θἄχῃς πάντα ἐχθρὸ τὸν ἄνδρα σου, ἂν ἔχῃς γλώσσα ἀχαλίνωτη, ἔστω κι ἂν ἔχῃς χίλια ἄλλα χαρίσματα. Γλώσσα ἀνόητη βάζει, πολλὲς φορές, σὲ κίνδυνο καὶ τοὺς ἀθώους. Προτίμα κι ὅταν ἀκόμα ἔχῃς δίκιο, τὴ σιωπή. Εἶναι προτιμότερη γιὰ νὰ μὴ ριχοκινδυνεύσῃς νὰ πῆς ἕνα ἄτοπο λόγο. Κι ἂν ἔχῃς τὴν ἐπιθυμία νὰ λὲς πολλά, τὸ καλλίτερο εἶναι νὰ σωπαίνῃς.

Πρόσεχε ἀκόμα καὶ τὸ βάδισμά σου. Μετράει στὴ σωφροσύνη.

Καὶ τοῦτο πρόσεξε καὶ ἄκουσε: Μὴν ἔχῃς ἀδάμαστη σαρκικὴ ὁρμή. Πεῖσε καὶ τὸν ἄνδρα σου νὰ σέβεται τὶς ἱερὲς ἡμέρες. Γιατὶ οἱ νόμοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

(...)

Ἂν ἀπὸ μένα τὸν γέροντα πῆρες κάποιο λόγο πνευματικό, σοῦ συνιστῶ νὰ τὸν φυλάξῃς στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου. Ἔτσι μὲ ὅτι πῆρες ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἄκουσες καὶ μὲ τὴν ἠθική σου ἀνωτερότητα, θὰ θεραπεύσῃς τὸν ἐξαίρετο σύζυγό σου καὶ περίφημο πολιτικὸ ἄνδρα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια.

Αὐτὸ τώρα τὸ παρὸν δῶρο, κειμήλιό σου προσφέρω. Ἂν θέλῃς πάλι νὰ σοῦ εὐχηθῶ καὶ τὸ καλλίτερο, σοῦ εὔχομαι νὰ γίνῃς ἀμπέλι πολύκαρπο, μὲ τέκνα τέκνων, γιὰ νὰ δοξάζεται ἀπὸ περισσότερους ὁ Θεός, γιὰ τὸν ὁποῖον γεννιόμαστε καὶ πρὸς τὸν Ὁποῖον πρέπει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ ὁδεύουμε».

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος - Συμβουλὲς πρὸς τὸν σύζυγον

Νὰ τῆς λές: ἀπὸ ὅλα τὴ δική σου ἀγάπη προτιμῶ καὶ τίποτε δὲν μοῦ εἶναι τόσο βασανιστικὸ ἡ δυσάρεστο, ὅσο τὸ νὰ βρεθῶ κάποτε σὲ διάσταση μαζί σου. Κι ἂν ὅλα χρειασθεῖ νὰ τὰ χάσω, κι ἂν γίνω φτωχότερος ἀπὸ τὸν Ἴρο, κι ἂν βρεθῶ στοὺς ἐσχάτους κινδύνους, ὁ,τιδήποτε κι ἂν πάθω, ὅλα μοῦ εἶναι ἀνεκτὰ καὶ ὑποφερτά, ὅσο ἐσὺ μοῦ εἶσαι καλά. Καὶ τὰ παιδιὰ τότε θὰ μοῦ εἶναι περιπόθητα, ἐφόσον ἐσὺ μᾶς συμπαθεῖς…

Ἴσως κάποτε σοῦ πεῖ: Ποτὲ ὡς τώρα δὲν ξόδεψα ἀπὸ τὰ δικά σου, ἔχω ἀκόμη τὰ δικά μου, ποὺ μοῦ ἔδωσαν οἱ γονεῖς μου. Τότε πές της: Τί λὲς καλή μου; Ἔχεις ἀκόμη τὰ δικά σου; Ποιὰ λέξη μπορεῖ νά εἶναι χειρότερη ἀπὸ αὐτή; Σῶμα δὲν ἔχεις πιὰ δικό σου κι ἔχεις χρήματα; Δὲν εἴμαστε δύο σώματα μετὰ τὸ γάμο, ἀλλὰ γίναμε ἕνα. Δὲν ἔχουμε δύο περιουσίες, ἀλλὰ μία… Ὅλα δικά σου εἶναι, κι ἐγὼ δικός σου εἶμαι, κορίτσι μου. Αὐτὸ μὲ συμβουλεύει ὁ Παῦλος, λέγοντας ὅτι ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸ σῶμα του, ἀλλὰ ἡ γυναίκα.

Κι ἂν δὲν ἔχω ἐγὼ ἐξουσία στὸ σῶμα μου, ἀλλὰ ἐσύ, πόσο μᾶλλον δικά σου εἶναι τὰ χρήματα… Ποτὲ νὰ μὴν τῆς μιλᾶς μὲ πεζὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ φιλοφροσύνη, μὲ τιμή, μὲ ἀγάπη πολλή. Νὰ τὴν τιμᾶς καὶ δὲν θὰ βρεθεῖ στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήσει ἐπαίνους ἀλλοῦ, ἂν ἔχει τοὺς δικούς σου. Νὰ τὴν προτιμᾶς ἀπὸ ὅλους γιὰ ὅλα, γιὰ τὴν ὀμορφιά, γιὰ τὴ σωφροσύνη της, καὶ νὰ τὴν ἐγκωμιάζεις. Νὰ κάνεις φανερὸ ὅτι σοῦ ἀρέσει ἡ συντροφιά της κι ὅτι προτιμᾶς νὰ μένεις στὸ σπίτι γιὰ νὰ εἶσαι μαζί της, ἀπὸ τὸ νὰ βγαίνεις στὴν ἀγορά. Ἀπὸ ὅλους τοὺς φίλους νὰ τὴν προτιμᾶς, καὶ ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ σοῦ χάρισε, κι αὐτὰ ἐξαιτίας της νὰ τὰ ἀγαπᾶς.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - Ἡ ἰδανικὴ φιλία

Ἡ ἰδανικὴ φιλία ἀνθεῖ σὲ περιβάλλοντα ἀμόλυντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν συναναστροφὴ τῶν κακῶν καὶ τῶν πονηρῶν.

Ἡ γοητεία τοῦ κακοῦ καὶ ἡ φαυλότητα τῆς ζωῆς ἔχουν ἀμαυρώσει ὅλα τὰ καλὰ τοῦ βίου μας. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν καλῶν συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ φιλίες. Κάτω ἀπὸ τὸ γενικὸ ξεπεσμὸ καὶ ἐξευτελισμὸ τῆς ζωῆς χάθηκαν ἢ ἀλλοτριώθηκαν κι αὐτές. Κι ὅμως, ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη μιᾶς γνήσιας, ἀληθινῆς, δυνατῆς καὶ πραγματικῆς φιλίας. Δύσκολα κτίζονται τέτοιες φιλίες. Εὔκολα καταστρέφονται. Κι ὅσοι ἀπέκτησαν τέτοιες ζηλευτὲς φιλίες ἔζησαν εὐτυχισμένοι. Γι᾽ αὐτὸ θὰ σᾶς δώσω τὴν συνταγὴ τῆς ἰδανικῆς φιλίας. Ὄχι ἐγώ. Ἐσεῖς τὸ ξέρετε, ὅτι πάντα ἀφήνω ἐκείνους ποὺ ξέρουν τὰ θέματα τῆς ζωῆς μας καλύτερα ἀπὸ μᾶς νὰ μᾶς ποῦν τὴν σοφὴ συμβουλή τους. Ἔτσι ἀνεκάλυψα στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο τὶς προϋποθέσεις μιᾶς μεγάλης φιλίας, σὰν αὐτή, ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο. Ὁ ἴδιος ἔλεγε, ὅτι «ἐφαίνετο νὰ ἔχωμεν οἱ δύο μας μίαν ψυχὴν ποὺ ἐκατοικοῦσεν εἰς δύο σώματα. Τότε πλέον ἐγίναμεν τὰ πάντα ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον, ὁμόστεγοι, ὁμοτράπεζοι, συμφυεῖς, ἀποβλέποντες εἰς τὸ ἴδιο καὶ πάντοτε αὐξάνοντες ὁ ἕνας τὸν πόθο τοῦ ἄλλου, ὥστε νὰ γίνῃ θερμότερος καὶ μόνιμος».

Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς ἐκτίσθη αὐτὴ ἡ ζηλευτή, εὐλογημένη καὶ πασίγνωστη φιλία τῶν δύο μεγάλων ἀνδρῶν καὶ ἁγίων πατέρων μας. Ἔτσι θὰ διδαχθοῦμε κι ἐμεῖς τὰ μεγάλα μυστικὰ τῆς εὐτυχισμένης ζωῆς.

Ἡ ἀληθινὴ φιλία πρέπει νὰ εἶναι «θεῖος καὶ φρόνιμος ἔρως» ἀπηλλαγμένος ἁμαρτίας. Γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Οἱ σωματικοὶ ἔρωτες, καθὼς ἀφοροῦν τὰ πράγματα ποὺ περνοῦν, περνοῦν κι ἐκεῖνοι ὅπως τὰ ἐαρινὰ λουλούδια. Οὔτε ἡ φλόγα μένει, ὅταν τὰ ξύλα τελειώσουν, ἀλλὰ χάνεται μαζὶ μὲ αὐτὰ ποὺ τὴν τρέφουν, οὔτε ὁ πόθος ὑπάρχει, ὅταν τὸ προσάναμμα σβήση. Οἱ θεῖοι ὅμως καὶ φρόνιμοι ἔρωτες, ἐπειδὴ ἀναφέρονται εἰς κάτι σταθερόν, διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι μονιμώτεροι καὶ ὅσον περισσότερον παρουσιάζεται τὸ κάλλος των τόσον περισσότερον συνδέουν τοὺς ἐραστὲς μὲ αὐτὸ καὶ μεταξύ των. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ ἰδικοῦ μας ἔρωτος».

Μιὰ δυνατὴ φιλία γεννᾶται, ὅταν οἱ φίλοι διεξάγουν κοινὸ ἀγῶνα καὶ ἁμιλλῶνται εἰς τὴν κατάκτησιν τῶν ὑψηλῶν κορυφῶν τῆς ἀρετῆς. Γράφει γι᾽ αὐτὴ τὴν κοινὴ ἐπιδίωξιν τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Κοινὴ ἐπιδίωξις καὶ τῶν δύο ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ συμμόρφωσις τῆς ζωῆς μας πρὸς τὶς μελλοντικὲς ἐλπίδες». Ἐξομολογεῖται διὰ τὸν θεῖον πόθον των: «Τὴν ἐπιδίωξιν αὐτὴν ἔχοντες ἐμπρός μας κατευθήναμεν τὴν ζωήν μας ὁλόκληρον καὶ κάθε ἐνέργειάν μας· μᾶς ὡδηγοῦσεν ἡ ἐντολὴ καὶ ἠκονίζαμεν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον τὴν ἀρετήν μας καὶ εἴμεθα, ἐὰν δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν τοῦτο νὰ εἴπω, ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον κανὼν καὶ μέτρον, μὲ τὰ ὁποῖα διακρίνεται τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ μὴ ὀρθόν».

Ἡ ἰδανικὴ φιλία ἀνθεῖ σὲ περιβάλλοντα ἀμόλυντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν συναναστροφὴ τῶν κακῶν καὶ τῶν πονηρῶν. Προσέξτε ἰδιαίτερα τὶς συνετὲς παρατηρήσεις τοῦ ἁγίου Πατέρα μας Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ἀπὸ τοὺς σπουδαστές μας συναναστρεφόμεθα, ὄχι βέβαια τοὺς πιὸ ἀνήθικους ἀλλὰ τοὺς πιὸ φρόνιμους· οὔτε τοὺς πιὸ ἐριστικοὺς ἀλλὰ τοὺς πιὸ εἰρηνικοὺς καὶ ἐκείνους ποὺ ἡ συναναστροφή των εἶναι ὠφελιμωτέρα. Διότι ἐγνωρίζαμεν ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νὰ λάβῃς τὴν ἀσθένειαν παρὰ νὰ χαρίσῃς τὴν ὑγείαν. Καὶ εἰς τὰ μαθήματα ἐφθάσαμεν νὰ χαιρώμεθα ὄχι μὲ τὰ πιὸ εὐχάριστα ἀλλὰ μὲ τὰ πιὸ ὠφέλιμα. Ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ αὐτὰ οἱ νέοι συμμορφώνονται πρὸς τὴν ἀρετὴν ἢ τὴν κακίαν». Μακάρι ὅλοι μας νὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε αὐτὲς τὶς ἀθάνατες συμβουλὲς κανόνες καὶ νόμους ζωῆς.

Ἡ ἀληθινὴ φιλία στηρίζεται στοὺς ἀποστολικοὺς λόγους καὶ νόμους: «ὅποιος ἀγαπᾶ δὲν ζητεῖ τίποτε διὰ τὸν ἑαυτόν του». Καὶ «Διὰ τῆς φιλαδελφίας νὰ γίνεσθε φιλόστοργοι μεταξύ σας. Νὰ προλαμβάνη ὁ καθένας τοὺς ἄλλους εἰς τὸ νὰ τοὺς ἀποδίδη τιμήν». Αὐτὰ ἐφήρμοζαν οἱ θεϊκοὶ πατέρες, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος σεβαστὸς πατέρας μας Γρηγόριος: «Ἀγωνιζόμεθα καὶ οἱ δυό, ὄχι ποιός νὰ ἔχῃ ὁ ἴδιος τὸ πρωτεῖον, ἀλλὰ πῶς νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς τὸν ἄλλον· τὴν εὐδοκίμησιν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τὴν ἐθεωρούσαμεν ἰδικήν μας… πρέπει νὰ πεισθῆτε ὅτι ἐζούσαμεν ὁ ἕνας μέσα εἰς τὸ εἶναι τοῦ ἄλλου καὶ δίπλα εἰς τὸν ἄλλον». Ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἰς τὸν Μέγα Βασίλειον φαίνεται στὰ πιὸ κάτω λόγια μὲ τὰ ὁποῖα συγκρίνεται ὁ ἴδιος μὲ τὸν φίλο του. Γράφει: «Τὸ ὡραιότερον εἶναι ὅτι ἐσχηματίσθη ἀπὸ ἐμᾶς μία ἀδελφότης ποὺ ἐκεῖνος διεμόρφωνε καὶ κατηύθυνεν ὡς ἀρχηγὸς μὲ κοινὲς ἱκανοποήσεις, μολονότι ἐγὼ ἔτρεχα πεζὸς δίπλα εἰς ἅρμα Λυδικὸν (ταχυδρόμον δηλαδή), ὅπου καὶ ὅπως ἐπήγαινεν ἑκεῖνος».

Τὴν ἀληθινὴ φιλία συνδέει καὶ ὁ κοινὸς σκοπὸς τῆς ζωῆς. Ἔτσι ἄρχισε ἡ φιλία μας, ἀποκαλύπτει ὁ θεῖος πατέρας «καθὼς μὲ τὸ πέρασμα τοῦ καιροῦ ὡμολογήσαμεν τὸν πόθον μας ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιέφερε ἦταν ἡ φιλοσοφία, τότε πλέον ἐγίναμεν τὰ πάντα ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον».

Τὴν γνήσια φιλίαν συνδέουν οἱ κοινὲς ἀρχὲς καὶ οἱ κοινὲς ἀντιλήψεις. Γι᾽ αὐτὸ τὸ θέμα γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Τίποτε, νομίζω δὲν ἀξίζει, ἐὰν δὲν ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ δὲν κάνει καλυτέρους ὅσους ἀσχολοῦνται μὲ αὐτό. Διὰ τοὺς ἄλλους ὑπάρχουν διάφορες ὀνομασίες ἢ ἀπὸ τὸν πατέρα ἢ ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν ἢ ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα καὶ τὶς πράξεις των. Ἐμεῖς ὅμως ἔχομεν τὸ μέγα προσὸν καὶ ὄνομα νὰ εἴμεθα καὶ νὰ λεγώμεθα χριστιανοί. Αὐτὸ ἦτο ἡ μεγαλυτέρα καύχησις γιὰ μᾶς».


Ἡ μεγάλη φιλία ἐκδηλώνεται μὲ τρυφερότηττα, εὐαισθησία, στοργὴ καὶ φιλαδελφία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀναφέρεται εἰς τὸν φίλον του καὶ τὸν ἀποκαλεῖ «ὁ ἐμὸς Βασίλειος». Δηλαδὴ «ὁ δικός μου Βασίλειος». Ἔτσι γίνεται, ὅταν ἡ φιλία εἶναι ἀνιδιοτελής, καθαρὴ καὶ λουσμένη στὸ φῶς τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ ἀρετῆς. Τί λέτε; Πῶς σᾶς φαίνονται αὐτά; Δοκιμάστε τα καὶ θὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ σᾶς βοηθήσουν νὰ δημιουργήσετε γερὲς καὶ ἰσχυρὲς φιλίες, ποὺ θὰ ἀντέξουν στὸν χρόνο καὶ στὴν τρικυμία τῆς ζωῆς σας.

Αὐτὴ ἡ φιλία τῶν ἁγίων ἀνδρῶν διεφημίσθη παντοῦ εἰς τὸν τότε κόσμον καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν ἱστορίαν. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Γράφει: «Αὐτὰ ἔκαμαν νὰ γίνωμεν γνωστοὶ εἰς τοὺς διδασκάλους καὶ τοὺς συναδέλφους μας, γνωστοὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς πιὸ ἐπιφανεῖς Ἕλληνες. Εἴχαμεν πλέον ξεπεράσει τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἔγινε σαφὲς ἀπὸ διηγήσεις πολλῶν. Ἠκούοντο οἱ διδάσκαλοὶ μας εἰς ὅσους ἠκούοντο αἱ Ἀθῆναι, συνακουόμεθα καὶ ἐμεῖς οἱ δύο καὶ συναναστρεφόμεθα εἰς τόσους ἀνθρώπους, εἰς ὅσους καὶ οἱ δάσκαλοί μας καὶ δὲν ἤμεθα ἕνα ζεῦγος ἄσημον καὶ κοντὰ καὶ μακρὰν τῶν διδασκάλων μας».


Ὁ ἴδιος θεοφόρος καὶ ἁγιοπνευματοκίνητος Πατέρας ἔγραψε καὶ τὸ ὡραιότατον ἐγκώμιον τῆς φιλίας:

«Μὲ τίποτε ἀπὸ ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ συγκρίνῃ ἕνα πιστὸν φίλον, καὶ τὸ κάλλος του δὲν ἔχει ὅρια». «Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι ἰσχυρὰ προστασία» (Σοφ. Σολ. ς´ 14-15) καὶ βασίλειον ὀχυρωμένον. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι ἔμψυχος θησαυρός. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι πολυτιμότερος ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἀπὸ πολλοὺς πολυτίμους λίθους. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι κῆπος περιφραγμένος καὶ πηγὴ σφραγισμένη, τὰ ὁποῖα ἀνοίγουν πότε-πότε διὰ νὰ τὰ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ τὰ ἀπολαύσῃ κανείς. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι λιμάνι ἀναψυχῆς. Ἂν δὲ εἶναι καὶ πιὸ συνετός, πόσον καλύτερον εἶναι τοῦτο; Ἐὰν δὲ εἶναι καὶ πολὺ μορφωμένος καὶ διαθέτη παντοειδῆ μόρφωσιν, τὴν ἰδικήν μας λέγω καὶ ἐκείνην ἡ ὁποία ἦτο κάποτε ἰδική μας, πόσον καλύτερον εἶναι αὐτό; Ἐὰν δὲ καὶ υἱὸς τοῦ φωτὸς (Ἰωάν. ιβ´ 36, Ἐφεσ. ε´ 8), ἢ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ (Δ´ Βασιλ. α´ 9), ἢ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος προσεγγίζει τὸν Θεὸν (Ἰεζεκιὴλ μγ´ 19), ἢ ἔχει ἀνωτέρας, πνευματικὰς ἐπιθυμίας (Δαν. θ´ 23), ἢ εἶναι ἄξιος νὰ φέρη ἕνα χαρακτηρισμὸν ἀπὸ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους τιμᾶ ἡ Γραφὴ τοὺς ἐνθέους καὶ ὑψηλούς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς ἀνωτέραν τάξιν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἤδη δῶρον τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι σαφῶς ἀνώτερον ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ἀξίαν».

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2019

Σχόλιο στον βίο του Αγίου νεομάρτυρος Γεωργίου του εξ Ιωαννίνων


Γεννήθηκε στο χωριό Τσούρχλι Γρεβενών το 1808. Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς και έτσι για να επιβιώσει μπαίνει στην υπηρεσία ενός Τούρκου αγά ως ιπποκόμος. Ο συγχρωτισμός με τους Τούρκους έχει ως αποτέλεσμα να του δώσουν το όνομα Χασάν. Όχι και τόσο ασυνήθιστο ακόμη και στις μέρες μας. Σκεφτείτε πώς αποκαλούσαμε και εμείς τους ξένους εργάτες στη χώρα μας, την εποχή που υπήρχαν ακόμη δουλειές. Μέχρις εδώ ο βίος του είναι τυπικός ενός φτωχού παιδιού της εποχής του.

Όμως τα πράγματα αλλάζουν άρδην λίγα χρόνια μετά. Κάποια στιγμή υποπίπτει στην αντίληψη κάποιου Τούρκου ότι ο «Χασάν» είναι Χριστιανός και τον κατηγορεί δημόσια ότι αλλαξοπίστησε. Στην «ανεκτική» Οθωμανική Αυτοκρατορία η αλλαξοπιστία μουσουλμάνου σε χριστιανό επισύρει τη θανατική καταδίκη. Η παρεξήγηση δεν αργεί να λυθεί καθώς οι αρχές κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ο Γεώργιος προσάγεται βιαίως στον κατή, ο οποίος διαπιστώνει ιδίοις όμμασι ότι ο Γεώργιος δεν είναι περιτετμημένος. Ως αποτέλεσμα, η κατηγορία καταπίπτει και αφήνεται ελεύθερος.

Το περιστατικό αυτό στο βίο του Αγίου δεν υπακούει στο γενικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο των βίων των νεομαρτύρων. Η πλειοψηφία των νεομαρτύρων πράγματι είχε αλλαξοπιστήσει και είχε μεταστραφεί στον μωαμεθανισμό, είτε οικειοθελώς είτε μετά από πιέσεις. Ακολούθως, οι μάρτυρες αυτοί μετανιώνουν για την επιλογή τους και επιστρέφουν στον χριστιανισμό. Και ενώ στις περισσότερες των περιπτώσεων η μεταστροφή δεν γίνεται αντιληπτή από τους Οθωμανούς, αυτοί οι ίδιοι επιλέγουν να διατρανώσουν δημόσια την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία, επιδιώκοντας το μαρτύριο.

Η διαφορά στον βίο του Αγίου Γεωργίου είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Η ιστορία μπορεί να τελείωνε εδώ και με τη λήξη της παρεξήγησης να αποτελούσε απλώς μια ψυχωφελή διήγηση στα πλαίσια μιας ρομαντικής αντίληψης περί πολυπολιτισμικότητας της μικρής μας πόλης. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι. Λίγα χρόνια μετά παντρεύεται μια χριστιανή, η οποία του χαρίζει και ένα παιδί. Λίγους μήνες μετά τη γέννα το βαφτίζει και λίγες μέρες μετά κατηγορείται πάλι ως μουσουλμάνος που μεταστράφηκε στον χριστιανισμό. Γιατί συκοφαντείται για δεύτερη φορά; Τι μεσολάβησε; Αυτό ίσως δεν θα το μάθουμε ποτέ. Για καλή του όμως τύχη, θα μπορούσε να πει κάποιος, ο κατής που τον ανακρίνει είναι ο ίδιος που τον ανέκρινε και την πρώτη φορά. Ο Άγιος επιμένει ότι ήταν πάντα χριστιανός και τονίζει στον κατή ότι τον απάλλαξε πριν από μερικά χρόνια, αφού δεν τον βρήκε περιτετμημένο. Παραδόξως, ο κατής τώρα είναι ανένδοτος. Γιατί; Μεγάλη αναταραχή ξεσπάει στο κουρμανιό (αγορά). Οι Τούρκοι της πόλης διαπληκτίζονται με τους χριστιανούς. Η απόφαση όμως έχει παρθεί και είναι τελεσίδικη: O Γεώργιος πρέπει να ομολογήσει δημόσια ότι είναι μουσουλμάνος ή αλλιώς θα θανατωθεί. Γιατί; Τι εξυπηρετεί μια τόσο οφθαλμοφανής διαστρέβλωση της αλήθειας; Θα επιχειρήσουμε μια απόπειρα εξήγησης.

Ποιοί είναι αυτοί οι Τούρκοι που διαπληκτίζονται με τους χριστιανούς στο κουρμανιό; Το συναξάρι δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτούς. Δε χρειάζεται, είναι γνωστό σε όλους ότι Τούρκοι δεν υπήρχαν στην Ήπειρο και ιδιαίτερα στα Γιάννενα, ούτε τότε ούτε πριν. Όλοι οι «Τούρκοι» των Ιωαννίνων είναι Έλληνες εξισλαμισθέντες. Μιλούν ελληνικά και εξισλαμίσθηκαν με μοναδικό σκοπό να διατηρήσουν τα χωράφια τους, τα σπίτια τους και τα υπάρχοντά τους. Είναι οι πρόγονοι αυτών που σήμερα συνηθίζουμε να αποκαλούμε Τουρκογιαννιώτες. Είναι αυτοί που με μαύρο δάκρυ αποχωρίστηκαν τα πάτρια εδάφη και στάλθηκαν πεσκέσι στην Τουρκία με την ανταλλαγή πληθυσμών μετά το 1922. Όχι μόνο οι Τουρκογιαννιώτες, αλλά και οι Τουρκοκονιτσιώτες και οι Τουρκοπαργινοί.

Το συναξάρι του Αγίου σιωπά, δεν αναφέρεται καθόλου σε Τουρκογιαννιώτες παρά μόνο σε Τούρκους. Η ιστορία ήταν άλλωστε σε όλους γνωστή, δεν υπάρχει λόγος να το κάνει. Η μακραίωνη παράδοση της ρωμιοσύνης δεν κάνει φυλετικούς διαχωρισμούς, ούτε αναγνωρίζει την ενότητα με βάση την εθνική καταγωγή ή τη μητρική γλώσσα. Η ενότητα είναι πρωτίστως ενότητα Πίστεως. Στα πλαίσια αυτά έγιναν και οι ανταλλαγές πληθυσμών μετά το 1922. Στην Ελλάδα κατέφτασαν τόσο ελληνόφωνοι της Μ. Ασίας όσο και τουρκόφωνοι. Όλοι τους όμως ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Τουρκόφωνοι και ελληνόφωνοι ορθόδοξοι πρόσφυγες ταύτιζαν τη μοίρα τους με τη μοίρα της ρωμιοσύνης και δεν είχαν καμία αμφιβολία για το πού ανήκουν. Η αμφιβολία ένταξης είναι πρόβλημα για τους ελληνόφωνους εξισλαμισθέντες.Και το πρόβλημα ξεκινάει από τη στιγμή που εξισλαμίσθηκαν. Εξισλαμίσθηκαν γιατί μελέτησαν το κοράνι και φωτίσθηκαν; Εξισλαμίσθηκαν γιατί στη νέα θρησκεία αναγνώρισαν τη δυνατότητα σωτηρίας της ψυχής τους; Όχι βέβαια.


Οι εξισλαμισμοί έγιναν από φόβο για τη ζωή τους, από συμφέρον ή και από τα δύο. Το 1430 η πόλη των Ιωαννίνων παραδίδεται αμαχητί και σε αντάλλαγμα οι χριστιανοί της πόλης, άρχοντες και λαός, διατηρούν τα υπάρχοντά τους και την πίστη τους. Μόνο μια μικρή ομάδα Τούρκων εγκαθίσταται έξω από τα τείχη της πόλης. Ήταν όλοι άντρες και, σύμφωνα με τις πηγές λιγότεροι από είκοσι. Αυτοί κάποια στιγμή άρπαξαν Γιαννιωτοπούλες για γυναίκες. Ξέσπασε ταραχή που γρήγορα κατευνάσθηκε, μιας και οι γονείς των κοριτσιών έδωσαν την ευχή τους (τελικά) και βεβαίως την προβλεπόμενη προίκα. Έτσι απλά και καθαρά διατηρήθηκαν τα προνόμια των χριστιανών στην πόλη. Η ζωή στη μικρή χριστιανική μας πόλη κυλούσε ήρεμα, χωρίς να ταράζει τα νερά της μεγάλης πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βέβαια, από καιρού εις καιρόν όλο και κάτι συνέβαινε, αλλά οι κλυδωνισμοί δεν ήταν μεγάλοι, μέχρις ότου το 1611 εκείνος ο τρισκατάρατος Σκυλόσοφος (που ήθελε να τον φωνάζουν και φιλόσοφο) επέδραμε στην περιοχή σφάζοντας Τούρκους και ρημάζοντας τουρκοχώρια, από την Παραμυθιά μέχρι τα Γιάννενα.
Ο τρισκατάρατος απέτυχε και συνελήφθη λίγο έξω από τα Γιάννενα. Ακολούθησε σφαγή χριστιανών στην περιοχή, αλλά η λύση βρέθηκε πάλι. Πολλοί εξισλαμίσθηκαν γλιτώνοντας όχι μόνο τη ζωή τους, αλλά και τις περιουσίες τους. Για τους άλλους ούτε λόγος. Είναι τότε που για πρώτη φορά το κάστρο «τουρκεύει» και είναι τότε που οι Τουρκογιαννιώτες εμφανίζονται στην ιστορία.

Ο φόβος και το συμφέρον λοιπόν οδηγούν στους εξισλαμισμούς και όχι η θεία φώτιση. Συνεπώς, πολλοί από αυτούς, όπως είναι λογικό, μπορεί να παραμένουν κρυπτοχριστιανοί, κάποιοι θρησκευτικά αδιάφοροι, πάντως σίγουρα φοβισμένοι και συμφεροντολόγοι. Αυτοί κάνουν κουμάντο στην πόλη μέχρι την απελευθέρωσή της το 1913. Και είναι αυτοί που το ελληνικό κράτος τους ανταλλάσει χωρίς ενδοιασμό ακόμη και με τουρκόφωνους ορθοδόξους (οι οποίοι έχασαν μεν τη γλώσσα τους, αλλά διατήρησαν τη σπίθα της ρωμιοσύνης, την ορθόδοξη πίστη τους) το 1922. Η Ιστορία κάποιες φορές αποδίδει δικαιοσύνη ακόμη και μετά από μεγάλη καταστροφή.


 Έχοντας υπόψη αυτά, μπορούμε να επιστρέψουμε στη μελέτη του μαρτυρίου του Αγίου. Το μαρτύριο τοποθετείται χρονικά στις 17 Ιανουαρίου του 1838, ανήμερα του Αγίου Αντωνίου. Έχει κάτι ιδιαίτερο η χρονολογία του μαρτυρίου;
Το 1838, η Eπανάσταση έχει εδραιωθεί στη νότια Ελλάδα, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος έχει αναγνωρισθεί από το 1830 και τα σύνορα που του αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη του Λονδίνου ακολουθούν τη γραμμή Σπερχειού-Αχελώου. Το 1832 τα σύνορα διευρύνονται και στην Ελλάδα παραχωρούνται εδάφη βορειότερα. Η νέα συνοριακή γραμμή ορίζεται νοτίως της γραμμής Αμβρακικού-Παγασητικού κόλπου. Το ελληνικό κράτος φτάνει μια ανάσα από την Ήπειρο. Οι τουρκεμένοι πλησίον της συνοριακής γραμμής θορυβούνται. Περιμένουν τη σειρά τους, πιστεύοντας πως δεν αργεί. Οι Τουρκεμένοι που βρέθηκαν εντός του ελλαδικού κρατιδίου θρηνούν και οδύρονται για την κακή τους τύχη σε άπταιστα ελληνικά:


Κατακαημένη Κάρυστο με τα κρύα τα νερά σου,
φύγαν τα παλληκάρια σου τσε καίγεται η καρδιά σου
κατακαημένη Κάρυστο, πούσουν μισό Μισίρι
τσε τώρα εκατάντησες να γίνεις Ρωμηοσύνη.
(Δημώδες των Τουρκοκαρυστινών Ευβοίας).



Φοβισμένοι και συμφεροντολόγοι καθώς ήταν, μόνο από φόβο και από συμφέρον μπορούσαν να κινηθούν. Και ενώ το κίνητρο του συμφέροντος οδηγεί σε προβλέψιμη συμπεριφορά, ο φόβος πολλές φορές τυφλώνει. Ο φόβος μπορεί να οδηγήσει στην ηττοπάθεια, μπορεί όμως να εκδηλωθεί επιθετικά. Στην περίπτωσή τους ισχύει το δεύτερο. Η απόφαση για τον Γιώργη τον φουστανελά είχε παρθεί. Δημόσια ομολογία ότι είναι μουσουλμάνος ή θάνατος. Πώς αλλιώς; Έτσι δεν είναι το έθος των μουσουλμάνων;
Ποιος είναι αυτός που δεν υπολογίζει τη ζωή του; Είναι μήπως καλύτερος από αυτούς που από φόβο αλλαξοπίστησαν; Τι θέλει να τους πει ο φτωχο-Γιώργης, ότι αυτοί αλλαξοπίστησαν μόνο και μόνο για να κρατήσουν την περιουσία τους; Τους τονίζει πόσο συμφεροντολόγοι είναι; Και ποιος είναι αυτός που συνεχώς επαναλαμβάνει ότι είναι χριστιανός όπως ήταν πάντα; Αυτό το δεύτερο τι το θέλει; Ήταν πάντα και θα είναι πάντα χριστιανός. Δεν καταλαβαίνει ότι τους πατάει τον κάλο; 

Ομολόγησε Γιώργη, να σωθείς εσύ να ησυχάσουμε και μεις. Σώσε τώρα τη δική σου ζωή και πήγαινε στη γυναίκα σου και στο παιδί σου και άσε μας εμάς, θα βρούμε τον τρόπο μας. Αν, ο μη γένοιτο, έρθει το ρωμαίικο θα βρούμε τον τρόπο μας-παλιά μας τέχνη κόσκινο. Βέβαια καλύτερα να μην έρθει. Ό,τι όμως και να γίνει, εμείς θα παραμείνουμε ενωμένοι. Κανείς μας δεν θα επιστρέψει στην πίστη των πατέρων μας. Μη μας ανακατεύεις και μας αναστατώνεις. Φαντάζεσαι να αρχίσουν κάποιοι δικοί μας να το γυρίζουν;
Τι δηλαδή, αυτοί είναι πιο έξυπνοι από εμάς ή μήπως δεν καταλαβαίνουμε γιατί το κάνουν. Εσύ, Γιώργη, με το θάνατό σου θα τους παραδειγματίσεις. Καταλαβαίνεις πως, ό,τι και να αποφασίσεις, εμείς κερδισμένοι θα βγούμε; Αν ομολογήσεις και σωθείς, σημαίνει ότι η δική μας στάση είναι ανώτερη από τη δική σου. Αν θελήσεις να πεθάνεις, θα τρομάξουν τόσο πολύ αυτοί που σκέπτονται να το γυρίσουν, ώστε δεν θα βγάλουν κιχ στον αιώνα τον άπαντα!!!


Αλλά ο Άγιος δεν ποντάρει σε αυτούς που κυριαρχούνται από τον φόβο. Ποντάρει μόνο στη βασιλεία των Oυρανών γνωρίζοντας ότι: ‘’από δε των ημερών Ιωάννου του βαπτιστού έως άρτι η βασιλεία των Oυρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν’’ (Ματθ. 11:12). Έτσι, αρπάζοντας την ευκαιρία και χωρίς δεύτερη σκέψη οδηγείται εκουσίως στο μαρτύριο. Σύμφωνα με το συναξάρι, την ημέρα που επρόκειτο να συλληφθεί, ξύπνησε πρωί- πρωί και ντύθηκε με τα καλά του ρούχα. Χαιρέτησε παιδί και γυναίκα και ξεκίνησε για την αγορά.

Προείδε το μέλλον του; Το συναξάρι αυτό υπονοεί. Ό,τι και αν συνέβη, δεν ζώστηκε τα φυσεκλίκια, δεν πήρε τα βουνά σαν κλέφτης, δεν ανατινάχτηκε μετά των αλλοθρήσκων και όποιον πάρει ο χάρος. Πήγε εκεί στην αγορά να δηλώσει δημόσια την πίστη του, γνωρίζοντας τις συνέπειες. Αφού γνώριζε τι θα συμβεί γιατί δεν διάλεξε το δρόμο της αντίστασης στον Τούρκο; Γιατί δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Παπαφλέσσα ή του Διάκου;

Μα ο Γεώργιος δεν είναι εθνικός ήρωας, ούτε εθνικός ήρωας ήθελε να γίνει. Ο Γεώργιος την αγιότητα επιζητούσε, την αγιότητα κέρδισε. Με τη θυσία του τονίζει την ετερότητα του χριστιανού έναντι της θρησκείας του Μωάμεθ. Διασώζει δηλαδή τον βαθύτερο πυρήνα της πίστης μας, την Aγάπη. Την Aγάπη απέναντι σε όλους. Τι δηλαδή, ο δρόμος του Παπαφλέσσα, ή του Διάκου, είναι κατακριτέος; Όχι, κατακριτέος δεν είναι, είναι όμως διαφορετικός. Ο Γεώργιος είναι η ΟΥΣΙΑ του Γένους. Οι ήρωες είναι τα μέσα που διασώζουν το Γένος, ώστε να μείνει η ΟΥΣΙΑ που αυτό το Γένος κουβαλά. Αν πάψουν να υπάρχουν Άι Γιώργηδες, τότε δεν χρειάζονται και ήρωες.

Γέροντος Σωφρονίου: Ἡ θεμελιακὴ διαφορὰ μεταξὺ πατερικῆς καὶ μεταπατερικῆς θεολογίας

Γέροντος Σωφρονίου (Σαχάρωφ)

Οἱ ψυχολόγοι ἐρευνοῦν τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ μὲ ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ἀλλὰ ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὴν ἐσωτερική τους ἀκαθαρσία, ἀπελπίζονται. Ἀντίθετα, ὅταν βλέπουμε τὴν ἐσωτερική μας ἀκαθαρσία μέσα στὸ πνεῦμα τῆς κατανύξεως εἶναι διαφορετικά, γιατὶ δημιουργεῖται προσευχὴ μὲ ἐλπίδα στὸν Χριστό.
Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογίας καὶ ἐν Χριστῷ ζωῆς. Η ψυχολογία ἐπιδιώκει νὰ ἀπαλλάξη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ συμπλέγματα ἐνοχῆς, ἐνῶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ βιώνουμε τὴν ὀδύνη, τὸν πόνο λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως απὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν σταματοῦμε τὴν μετάνοια ἕως ὅτου μεταμορφωθῆ αὐτὴ ἡ ὀδύνη.
Λυπᾶμαι γιὰ τοὺς Πνευματικοὺς Πατέρες ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ ψυχολογία.
Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογικοῦ καὶ πνευματικοῦ γεγονότος εἶναι διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρωπίνου καὶ θείου. Τὰ πάντα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι καρπὸς ἀνθρωπίνης συνεργείας καὶ θείας Χάριτος.
Ἡ μέθοδος θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου


Σωφρόνιος Σαχάρωφ (Ἀρχιμανδρίτης)

Οἱ παρατηρήσεις τῆς ψυχολογίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀξιόλογες, διότι περιγράφουν ὅτι πέρα απὸ τὴν λογικὴ ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο βαθύτερο. Ὅμως, οἱ ψυχολογικὲς ἀναλύσεις εἶναι παιδικὲς σὲ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Καίτοι οἱ παρατηρήσεις τῆς ψυχολογίας εἶναι ἀξιόλογες, ἐν τούτοις ἡ μέθοδος θεραπείας ποὺ προσφέρει εἶναι πολὺ...
ἄσχημη. Ἡ ψυχανάλυση δὲν θεραπεύει τὸν ἄνθρωπο, μᾶλλον τὸν συγχύζει περισσότερο.
Πρέπει νὰ κάνουμε διάκριση μεταξὺ νευρολογίας καὶ ψυχολογίας. Οἱ νευρολόγοι προσφέρουν πολλὰ στὴν ὑγεία τοῦ σώματος, διότι δίνουν μερικὰ φάρμακα καὶ ἰσορροποῦν κοινωνικὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ καὶ αυτοὶ δὲν θεραπεύουν, ἁπλῶς κατευνάζουν τὴν ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν θεραπεία τῶν λογισμῶν. Ἀπὸ τὴν θεραπεία τῶν λογισμῶν γίνεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ σώματος. Ἔτσι, ναὶ μὲν οἱ νευρολόγοι μὲ τὰ φάρμακα ἰσορροποῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ δὲν τὸν θεραπεύουν.
Τόσα χρόνια στὸ Μοναστήρι μας ἐδῶ στὴν Ἀγγλία δὲν συνάντησα κάποιον ποὺ νὰ θεραπεύθηκε μὲ τὴν ψυχανάλυση, καίτοι εἶναι ἀνεπτυγμένη στις δυτικὲς κοινωνίες. Ὅμως, πρέπει νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ὅτι δηλαδὴ οἱ νευρολόγοι -ἰατροί, ποὺ δίνουν φάρμακα στοὺς ἀσθενεῖς, εἶναι πιὸ ταπεινοὶ ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτὲς καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἰσορροπήσουν κοινωνικά. Ἐπίσης, βοηθοῦν καὶ τοὺς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ὑπάρχουν προβλήματα νευρολογικῆς φύσεως, ἀπὸ διαφόρους λόγους.
Τὸ πνευματικὸ πρόβλημα, δηλαδὴ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχει συνέπειες καὶ στὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εὔκολα προσανατολίζεται πρὸς τὴν νέα κατεύθυνση μὲ τὴν μετάνοια, τὸ σῶμα ὅμως, ὅταν ἔχη βλαφθῆ, ἀργεῖ νὰ συντονισθῆ στὴν νέα κατάσταση. Ἐδῶ ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής». Σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, τὸ σῶμα, ποὺ ἔχει ταλαιπωρηθῆ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, μπορεῖ νὰ βοηθηθῆ μὲ τὰ φάρμακα, ἀλλὰ ἡ τελικὴ θεραπεία θὰ προέλθη ἀπὸ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Δυστυχῶς, αὐτοὶ ποὺ συγχέουν τὴν πνευματικὴ ζωὴ μὲ τὴν ψυχανάλυση ἔχουν θέσεις μέσα στὴν κοινωνία καὶ ἡ γνώμη τους ἀκούγεται περισσότερο.
Στὸν ψυχολογικὰ ἄρρωστο ἄνθρωπο δὲν ἀσθενεῖ ἀπλῶς τὸ λεγόμενο ὑποσυνείδητο, ἀλλὰ ὁ νοῦς, ποὺ εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς.

Ὅταν ἀκολουθοῦμε τὴν πνευματικὴ ζωή, δὲν μᾶς χρειάζεται ἡ ψυχανάλυση. Σὲ κληρονομικὰ προβλήματα βοηθᾶ ἡ νευρολογία.

Ἡ ψυχολογία τῶν ψυχιάτρων ἔχει μιὰ ἄλλη αἴσθηση, σαφῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δηλαδὴ ἡ ἀνθρωπολογία τους εἶναι διαφορετική.

Οἱ ψυχολόγοι ἐρευνοῦν τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ μὲ ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ἀλλὰ ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὴν ἐσωτερική τους ἀκαθαρσία, ἀπελπίζονται. Ἀντίθετα, ὅταν βλέπουμε τὴν ἐσωτερική μας ἀκαθαρσία μέσα στὸ πνεῦμα τῆς κατανύξεως εἶναι διαφορετικά, γιατὶ δημιουργεῖται προσευχὴ μὲ ἐλπίδα στὸν Χριστό.

Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογίας καὶ ἐν Χριστῷ ζωῆς. Η ψυχολογία ἐπιδιώκει νὰ ἀπαλλάξη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ συμπλέγματα ἐνοχῆς, ἐνῶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ βιώνουμε τὴν ὀδύνη, τὸν πόνο λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως απὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν σταματοῦμε τὴν μετάνοια ἕως ὅτου μεταμορφωθῆ αὐτὴ ἡ ὀδύνη.

Λυπᾶμαι γιὰ τοὺς Πνευματικοὺς Πατέρες ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ ψυχολογία.

Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογικοῦ καὶ πνευματικοῦ γεγονότος εἶναι διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρωπίνου καὶ θείου. Τὰ πάντα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι καρπὸς ἀνθρωπίνης συνεργείας καὶ θείας Χάριτος.


 Τὰ ἀποφθέγματα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου περιέχονται στὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου, Ἱεροθέου «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ» καὶ σταχυολογήθηκαν ἀπὸ τὸν Μοναχὸ Λεόντιο (Ἱ.Μ. Διονυσίου) τὴ Μεγάλη Τρίτη (17) 30-3-2010 καὶ ἀναρτήθηκαν ὑπὸ τὸν τίτλο: Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ τοῦ Ἁγιορείτου, καὶ κτήτορος Μονῆς στὸ Essex τῆς Ἀγγλίας «Διδακτικὰ καὶ ἐσχατολογικὰ ἀποφθέγματα».

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Οι λίγοι καθυστερημένοι ανάμεσα στους σημερινούς ανθρώπους (Φώτης Κόντογλου)


Φαγώθηκε ο άνθρωπος με την καινούρια θρησκεία του, τη μηχανική επιστήμη, και τώρα απολαμβάνει τα καλά της, κι από μέσα του κι απ’ έξω του. Με τα αεροπλάνα τα λεγόμενα αεριωθούμενα, που κάνουν σαν διαβόλοι, και λιανίζουν την ατμόσφαιρα και την κάνουνε κιμά, με τους ασύρματους, με τα ραντάρ, με τους πύραυλους, και με τ’ άλλα τα διάφορα σατανικά εφευρήματα, γίνηκε κόλαση ο κόσμος, μ’ όλο που έλεγε η περηφάνεια μας πως αυτό θα κάνει τη γη έναν παράδεισο. Να, λοιπόν, που την έκανε παράδεισο, αλλά έναν παράδεισο δίχως φως, δίχως χαρά, δίχως ειρήνη, δίχως αγάπη, δίχως ελπίδα, δίχως εμορφιά. Στον φυσικά κόσμο εξώντωσε τον ήλιο, με τα βρωμομανιτάρια που βγαίνουνε από τις ατομικές μπόμπες και που ανεβαίνουνε στον ουρανό και τον καπλαντίζουνε με φαρμακερούς ατμούς κι αντάρες. Φαρμάκωσε όλες τις θροφές τ’ ανθρώπου με την επιστήμη του σατανά, τη χημεία, φαρμάκωσε τα λάχανα, τα χόρτα, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τα ψάρια, έτσι που το κρέας τους να είναι άρρωστο και να σαπίζει σε μία μέρα και να είναι άνοστο σαν κανένα λάστιχο. Κι ο άνθρωπος που τρώγει αυτά τα κατασκευάσματα, πώς μπορεί να έχει υγεία, πως να μη σαπίσει από τις αρρώστειες, πως να μην εκφυλιστεί; Τ’ αποτελέσματα αυτής της φοβερής παραμόρφωσης που έχει πάθει ο φυσικός κόσμος, είναι η παραμόρφωση που έρχεται στο πνεύμα και στην ψυχή και που αποκορυφώνεται με την τρέλλα που φανερώνεται στις αμέτρητες θεωρίες και στα λαμπρά έργα της τέχνης.

Κυττάξετε γύρω μας, τι κάνουνε οι σημερινοί άνθρωποι στις τέχνες, που άλλη φορά χαροποιούσανε και ξεκουράζανε τον άνθρωπο, γι’ αυτό κι οι Έλληνες λέγανε «τέχνη εστί τέρψις» και «ατυχήσασι τέχνη παρηγορία». Σ’ αυτό το χάος της απελπισίας που κατάφερε να κάνει ο άνθρωπος δεν απόμεινε τίποτα που να μην έχει απάνω του τη φριχτή σφραγίδα της τρέλλας και της φρίκης. Η πολιτική κατάσταση είναι μαύρη και σκοτεινή, η γνώση, η επιστήμη κι οι διάφορες θεωρίες τους είναι κι αυτές σαν βραχνάδες, το ίδιο και χειρότερο είναι και η τέχνη, που ήτανε η τελευταία ελπίδα και παρηγοριά για τον άνθρωπο. Καμαρώσετε τι «έργα» παρουσιάζουν οι «τέχνες» σήμερα. Είναι να φράζει κανένας τα μάτια του. Όλα αυτά τα πασαλείμματα απάνω στους μουσαμάδες, που λέγουνται «έργα ζωγραφικής», όλα αυτά τα παλιοσίδερα ή τα νταμαροκοτρώνια που παρουσιάζουνται για «έργα γλυπτικής» σε κάνουν όχι μονάχα να αηδιάσεις για το κατάντημά μας, αλλά και να θυμώσεις για την αδιαντροπιά που φανερώνουν αυτά τα τερατουργήματα. Γιατί, ένα χαρακτηριστικό του καιρού μας, που υπάρχει μέσα σε όλα, είναι η αδιαντροπιά. Μπορεί κανένας πολύ σωστά να πει για την εποχή μας πως είναι η εποχή της τρέλλας και της αδιαντροπιάς. Γιατί, αν δεν είναι κανένας αδιάντροπος, πως θα κάνει τέτοια «έργα», σαν κι αυτά που είπαμε παραπάνω;

Αλλά και τι άλλο από αδιαντροπιά φανερώνουν και τα ματς με τη θεά μπάλλα, που την κλωτσάνε ένα σωρό χασομέρηδες, για να διασκεδάσουνε τις μυριάδες «φίλαθλους», που δεν ευρήκαν άλλο τίποτα για να νοιώσουν αγωνία και χτυποκάρδι, αλλά μόνο τη «μπάλλα»; Και γίνουνται σοβαρά συνέδρια για τη μπαλλα, με αντιπροσωπείες, με συζητήσεις, με ανακοινωθέντα, με δημοσιογράφους. Σε τέτοιο δυσθεώρητο ύψος δεν έφταξε ποτέ η ανοησία.

Οι άνθρωποι καταντήσανε σαν άδεια κανάτια, και προσπαθούν να γεμίσουν τον εαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ένα σωρό σκουπίδια, μπάλλες, εκθέσεις με τερατουργήματα, ομιλίες και αερολογίες, καλλιστεία, που μετριέται η εμορφιά με τη μεζούρα, καρνάβαλους ηλίθιους, συλλόγους λογής – λογής με γεύματα και με σοβαρές συζητήσεις για τον ίσκιο του γαϊδάρου, συνδέσμους αφιερωμένους στους αποθεωμένους άνδρας της Ευρώπης κι ένα σωρό αλλά τέτοια. Αυτή, με μια ματιά, είναι η εικόνα της ανθρωπότητας σήμερα, που να μην αβασκαθεί! Πού να βρει κανένας καταφύγιο;



Εκείνους τους λίγους που δεν είναι ενθουσιασμένοι από «τα θαύματα της εποχής μας», οι άλλοι, αυτή η μερμηγκιά που έκανε αυτόν τον παράδεισο και που τον χαίρεται, τους λέγει τρελλούς, όπως θα λέγανε παλαβούς κάποιους ανθρώπους με σωστά μυαλά οι άρρωστοι του φρενοκομείου, βλέποντάς τους ανάμεσά τους. Δόξα στον Θεό, που υπάρχει ακόμα κάποιο καταφύγιο για μας που δεν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε «το μεγαλείο της εποχής μας». Δόξα στον Θεό που υπάρχουν ακόμα βουνά, χωράφια και κάποιοι τόποι που δεν τους εξήρανε αυτή η φυλλοξήρα που λέγεται πολιτισμός. Τράβα, λοιπόν, μακρυά από τις σφηγκοφωλιές που τις λένε πολιτείες, για να γλυτώσεις από το μαράζι, για να νοιώσεις απάνω σου τη ζωογόνα πνοή του Θεού. Αλλά, αυτό δεν φτάνει. Πρέπει να έχεις μάτια αγνά για να βλέπεις, αυτιά αγνά για ν’ ακούς, καρδιά αγνή για να αισθάνεσαι, κι όχι χαλασμένη. Γιατί από τις πολιτείες τρέχουνε για να φύγουνε, όποτε μπορέσουνε, κι εκείνοι που καυχιούνται πως η εποχή μας είναι θαυμάσια, μα, φεύγοντας από τις σφηγκοφωλιές, κουβαλάνε μαζί τους και την παραμορφωμένη ψυχή τους. Γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να νοιώθουνε την εμορφιά ενός βουνού, παρά μόνο σαν ορειβάτες, μ’ άλλα λόγια δεν νοιώθουνε τίποτα, μήτε ένα δέντρο είναι σε θέση να χαρούνε, μήτε το μυστήριο που έχει το κύμα, μήτε το θρησκευτικό πανηγύρι των λουλουδιών. Κι αυτή είναι η αιτία που τρέχουνε σαν τρελλοί με τ’ αυτοκίνητα για να μη δούνε τίποτα, να μην αισθανθούνε τίποτα, να μην αγαπήσουνε τίποτα. Αυτό το λένε «φυσιολατρία»! Όπως καταντήσανε τα πάντα, οι ιδέες, οι τέχνες, οι θρησκείες, έτσι κατάντησε κι η φυσιολατρία.

Εμείς όμως «οι καθυστερημένοι», περπατάμε και χαιρόμαστε σαν βλέπουμε ένα κομμάτι γαλανόν ουρανό, ανάμεσα στα σύννεφα, και κανένα χελιδόνι που πετά από πάνω μας και που θαρρείς πως θα τρυπώσει μέσα στο γαλάζιο εκείνο παραθύρι. Νοιώθουμε τη μυρουδιά που βγάζουνε τ’ αγριολούλουδα και τ’ αγιασμένα χορτάρια, καθώς και το χώμα της βλογημένης γης μας. Αναστηνόμαστε από τ’ αγεράκι που φυσά, σαν νάμαστε βαρυποινίτες που δραπετέψαμε από τη φυλακή, και δοξάζουμε τον Κύριο που δεν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε την εξαίσια εποχή μας και τα καλά της.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη, Εκδόσεις: Αστήρ – Παπαδημητρίου)

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

Η πείρα δεν αγοράζεται (Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής)

Λέγεις διὰ τὸν Γέροντα ὅτι θέλει νὰ ἔλθη νὰ προσκυνήση εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος. Καλὸν καὶ ἅγιον ἔργον θὰ κάμη. Πλὴν ἐμένα μόνον ἂς μὴν λάβη ὑπ’ ὄψιν του ὅτι γνωρίζει ἢ ὅτι ὑπάρχω εἰς αὐτὴν τὴν ζωήν. Καθότι ζῶ εἰς ἀπόλυτον ἡσυχίαν· μὲ τάξιν ἑτέραν τῆς συνηθισμένης, ὅπου δύσκολον νὰ μὲ συναντήση. Καθότι ἡ θύρα εἶναι κλειστὴ καὶ ὡρισμένες μόνον ὧρες ἀνοίγει.

Ὅ,τι μὲν θέλει, συνεργείᾳ τῶν ἀδελφῶν, δύναμαι νὰ τὸν βοηθήσω. Τὸ δὲ πέραν τῆς τάξεως ὅπου ἔχω, νὰ ἀνοίξω τὴν θύραν, νὰ ὁμιλήσω, νὰ χάσω τὴν προσευχήν μου καὶ ἡσυχίαν, αὐτὸ οὐδαμῶς. Ἐκτὸς ἐξ ἀνάγκης τὴν ὥραν ποὺ ὁρίζω ἐγώ. Διότι αἱ ὧρες μου εἶναι μὲ μέτρον. Καὶ πρέπει νὰ παραδράμω ὀλίγον, νὰ χάσω, διὰ νὰ ὁμιλήσω τὴν νύκτα μίαν ὥραν ἢ δύο.

Καὶ ταῦτα γράφω διὰ νὰ ἐξηγηθῶ, προτοῦ παρεξηγηθῶ. Ἐγὼ εἰς ὅλες μου τὲς ἐνέργειες ἔτσι συνηθίζω νὰ λέγω καὶ νὰ πράττω ὅλα καθαρὰ «σὰν καθρέπτης» λόγῳ καὶ ἔργῳ, εἴτε κατὰ διάνοιαν, νὰ μὴ δίδω ὑπόνοιαν σὲ κανένα.


Διότι ἦλθον πολλοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη, χωρὶς νὰ ζητήσουν νὰ μάθουν τὴν τάξιν ποὺ ἔχομεν. Καί, ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἐδέχθην, ἐσκανδαλίσθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὅλοι οἱ γείτονες ἐναντίον μου ἔχουν, διότι δὲν τοὺς ἀνοίγω. Πλὴν ἐγὼδὲν κλείνω διὰ νὰ σκανδαλιστοῦν οἱ Πατέρες. Ἀλλά, γυμνασθεὶς τόσα ἔτη καὶ ἰδὼν ὅτι δὲν ὠφελοῦμαι ἀπὸ αὐτὲς τὲς «ἀγάπες» –μόνον τὴν ψυχήν μου χαλῶ χωρὶς νὰ ὠφελοῦμαι- δι' αὐτὸ ἔκλεισα ὅλους διαπαντὸς καὶ ἡσύχασα. Τώρα δὲν ἀνοίγω κανένα. Μήτε ἔχω δωμάτιον περισσὸν διὰ ἕναν ἀπ’ ἔξω. Καί, ἂν ἔλθη κανεὶς μακρυνός, πρέπει νὰ ἔλθη τὴν ὥραν ποὺ ἐργάζονται οἱ Πατέρες, πρωΐ. Καί, ἂν εἶναι ἀνάγκη, στέκει εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Παπᾶ μου. Διότι εἰς ὅλα τὰ Σάββατα, Κυριακάς, καὶ ἑορτὰς ἔχομεν Λειτουργίαν. Ἔρχεται ἐδικός μας Παπὰς καὶ μᾶς λειτουργεῖ καὶμεταλαμβάνομεν.

Ἰδοὺ λοιπὸν εἶπον, ἵνα μὴ γένηται σκάνδαλον. Διὰ Θεὸν τρέχω· οὐ μέλλει μοι διὰ τοὺς ἀνθρώπους. Κἄν ὑβρίσουν, κἄν ὀνειδίσουν, κἄν συκοφαντήσουν, κἄν τὸ ὄνομά μου ἀτιμάσουν, κἄν ὅλη ἡ κτίσις ἀσχοληθῆ νὰ λέγη ἐναντίον μου.

Εἶδον γὰρ καὶ πολυειδῶς ἐδοκίμασα ὅτι, ἂν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν φωτίση τὸν ἄνθρωπον, τὰ λόγια ὅσα καὶ ἂν ὁμιλήσης δὲν 'βγάνεις ὠφέλειαν. Πρὸς στιγμὴν τὰ ἀκούει καὶ τὴν ἄλλην στρέφει πάλιν αἰχμάλωτος εἰς τὰ ἴδια. Ἐὰν ὅμως εὐθὺς μὲ τὸν λόγον ἐνεργήση ἡ χάρις, τότε γίνεται κατ’ ἐκείνην τὴν ὥρα ἀλλοίωσις μὲ τὴν ἀγαθὴν τοῦἀνθρώπου προαίρεσιν. Καὶ ἀλλάσσει θαυμαστῶς ἡ ζωὴ του ἐκ τῆς ὥρας ἐκείνης. Ὅμως αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅσους δὲν ἐσκλήρυναν ἀπὸ μέσα τους ἀκοὴν καὶ συνείδησιν. Εἰς δὲ τοὺς ἀκούοντας καὶ ἐν παρακοῆ παραμένοντας εἰς τὰ κακά των θελήματα· εἰς αὐτοὺς κἄν ἡμερονύκτια ὁμιλῆς, κἄν τὴν σοφίαν τῶν Πατέρων εἰς τὰς ἀκοάς των κενώσης, κἄν θαύματα πρὸ ὀφθαλμῶν των ποιήσης, κἄν τὸ ρεῦμα τοῦ Νείλου ἐπάνω των γυρίσης, αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν μήτε ρανίδα ὠφέλειαν. Μόνον θέλουν νὰ ἔρχωνται, νὰ ὁμιλοῦν, νὰ περάσει ἡ ὥρα των, χάριν τῆς ἀκηδίας. Δι' αὐτὸ λοιπὸν κλείω καὶ ἐγὼ τὴν θύραν καὶ ὠφελοῦμαι τουλάχιστον ἐγὼ διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἡσυχίας. Καθότι τὴν εὐχὴν ὑπὲρ πάντων ὁ Θεὸς πάντοτε τὴν ἀκούει, ἐνῶ τὴν ἀργολογίαν πάντοτε ἀποστρέφεται, ἂς φαίνεται καὶ πνευματικὴ ὅτι εἶναι. Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς Πατέρας, ἀργολογία εἶναι κυρίως νὰ περνᾶς τὸν καιρόν σου μὲ λόγια, χωρὶς νὰ κάμης τοὺς λόγους σου πράξεις.

Λοιπὸν μὴν ἀκοῦτε τί λέγουν, ὅταν ἄνθρωποι ἄγευστοι ὁμιλοῦν τὰ τοιαῦτα.

Ὅποιος δὲν ἐδοκίμασε, ἀνάγκη εἶναι νὰ δοκιμάση· καὶ μὲ τὴν πείραν θὰ μάθη καὶ θὰ βρῆ ὅ,τι τοῦ λείπει. Ἡπείρα δὲν ἀγοράζεται. Εἶναι ἑκάστου ἀπόκτημα, κατὰ τὸν κόπον του καὶ τὸ αἷμα του ποὺ θὰ δώση μόνος του νὰ τὴν ἀποκτήση.

Πιστεύσατε, Ἀδελφές μου, ὅτι κόπος πολὺς εἶναι εἰς τὴν Μοναχικὴν πολιτείαν. Δὲν ἔπαυσα καὶ δὲν παύω ἡμέρα καὶ νύκτα φωνάζων, ζητῶν τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου· καὶ εἰς ἀπόγνωσιν προσεγγίζω, ὡς μηδὲν ἐργαζόμενος, ὡς μηδέποτε «ποιήσας ἀρχήν». Ἀλλά, τὸ καθ’ ἡμέραν ποιῶν τὴν ἀρχήν, εὑρίσκομαι ψεύστης καὶ ἁμαρτάνων. Ὅμως ἐσεῖς μιμεῖσθε τὰς φρονίμους παρθένους καὶ ἀγρυπνοῦσαι φωνάζετε γοερῶς, τὸ θεῖον ἐπικαλούμεναι ἔλεος. Ὅτι ἦλθε δι' ἡμᾶς τὸτέλος. Ἴσως ἐτελείωσεν ἡ εἰρήνη. Λοιπὸν μὲ τοὺς ἀποθαμένους εἴμεθα καὶ ἡμεῖς. Ὅθεν βιασθῆτε.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Θρήνος για την Ευρώπη!... Αποσπάσματα από κείμενα του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, αιχμάλωτου στο Νταχάου.

Θα επιλέξουμε τον πολιτισμό των Ευρωπαίων ή τον Θεό;

Άνθρωπε, υπερηφανεύεσαι και κομπάζεις χωρίς λόγο. Καμαρώνει κανείς για κάτι που του ανήκει και όχι για το δανεικό. Καυχιέσαι, λοιπόν, αλλά για ποιο λόγο; Δεν έχεις τίποτε δικό σου. Κάθε τί που νομίζεις πως είναι δικό σου, στην πραγματικότητα είναι δανεικό και πρέπει να το επιστρέψεις στον δανειστή σου.


Καμαρώνεις για την εξωτερική σου ομορφιά; Πήγαινε στο νεκροταφείο, έξω από την πόλη, να δεις πού είναι πεταμένη η εξωτερική ομορφιά. Καμαρώνεις για τα ωραία σου μάτια και για τα ωραία σου χείλη; Ποιος ξέρει άραγε πόσες φορές καθάρισες τη λάσπη από τα παπούτσια σου βαριεστημένα και μονότονα χωρίς να σκεφτείς ότι αυτή η λάσπη είναι τα μάτια και τα χείλη ανθρώπων που διάβηκαν τον δρόμο που εσύ περπατάς;
Καυχιέσαι για τα πλούτη σου; Σκέψου, για να αποκτήσεις αυτά τα πλούτη τί έπραξες; Σκέψου, πως θα σου είναι άχρηστα αυτά τα πλούτη σαν πεθάνεις. Καμαρώνεις για τα κοσμήματα σου;

Για τα διαμάντια, τα μπριλάντια, τα ρουμπίνια, τα σμαράγδια και τα μαργαριτάρια; Όταν πεθαμένο θα σε ξαπλώσουν στο φέρετρο δεν θα έχει καμία διαφορά για σένα, αν θα σου κρεμάσουν στο λαιμό σου περιδέραιο από μαργαριτάρια ή από βαλανίδια. Πεθαμένος δεν θα καταλάβεις διαφορά, αν θα βάλλουν στις τσέπες σου διαμάντια ή αν θα σου βάλλουν στάχτη. Το ίδιο θα είναι για σένα, αν σκεπάσουν την σορό σου με βελούδινο ύφασμα ή με καλαμένια ψάθα. Όλα όσα πήρες δανεικά από το χώμα, στο χώμα θα επιστρέψουν, είτε το θέλεις είτε όχι. Για ποιό λόγο λοιπόν καυχιέσαι; Υπερηφανεύεσαι λοιπόν για τα δανεικά;

Μήπως κομπάζεις για τη δόξα και τη δύναμη που απέκτησες; Τώρα με ένα σου λόγο ολόκληροι στρατοί κινούνται, άλλοτε προς δεξιά και άλλοτε προς αριστερά, όπου εσύ τους διατάζεις. Τώρα με ένα σου λόγο χτίζονται πόλεις, σκάβονται τούνελ, φτιάχνονται δρόμοι. Τώρα χιλιάδες άνθρωποι περνάνε κάτω από το παράθυρο σου προσπαθώντας να σε δουν, θέλοντας μετά να παινευτούν και να πουν πως σε είδαν με τα ίδια τους τα μάτια.

Αύριο όμως σαρανταποδαρούσες και σαύρες θα έρπουν πάνω από το κρύο μέτωπό σου και εσύ δεν θα μπορείς να κουνήσεις το χέρι σου για να τις διώξεις.

Υπερηφανεύεσαι για την μόρφωση σου ή κομπάζεις για τα έργα σου; Πρόσεχε μη χάσεις τα λογικά σου, όπως ο αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ.
Άκουσε αυτή την ιστορία και πες την στα παιδιά σου και σε αυτούς που αγαπάς και τους εύχεσαι καθετί καλό. Κάποτε ο αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ έχτισε μία μεγάλη πόλη, την Βαβυλώνα. Αυτή την πόλη την διακόσμησε με πολλούς κρεμαστούς κήπους και με πανύψηλους πύργους. Έκανε αυτή την πόλη πρωτεύουσα του κράτους του. Η πόλη αυτή ήταν τόσο όμορφη πού καμία άλλη πόλη στον κόσμο δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί της.
Μια μέρα καθώς έκανε την βόλτα του ο αυτοκράτορας, ο Ναβουχοδονόσωρ, σε έναν από τούς πύργους του, κοίταξε από ψηλά την Βαβυλώνα και γεμάτος περηφάνια φώναξε: Δεν είναι αυτή η Βαβυλώνα, η μεγάλη, την οποία εγώ έχτισα με τη μεγάλη δύναμή μου για να γίνει ό θρόνος της αυτοκρατορίας μου, η δόξα της μεγαλειότητάς μου; (Δανιήλ 4, 29). Αυτά τα λόγια είπε ο αυτοκράτορας και εκείνη την ώρα δεν θυμήθηκε τον Θεό, τον Δημιουργό. Λησμόνησε να τον ευχαριστήσει για την βοήθειά του. Δεν ταπείνωσε τον εαυτό του μπροστά στο Θεό -καθήκον όλων των κυβερνητών- αντίθετα ανύψωσε τόσο τον εαυτό του σαν να ήταν ο ίδιος Θεός, σαν να ήταν ο αυτοκράτορας των αυτοκρατόρων.

Αδελφοί μου, τί συνέβη στην συνέχεια; Αφού το στόμα του αυτοκράτορα ξεστόμισε αυτά τα περήφανα λόγια, ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να λέει: Αυτοκράτορα Ναβουχοδονόσωρ, σε σένα μιλάω, μάθε πως από τώρα και στο έξης θα χάσεις την αυτοκρατορία σου. Από εδώ και πέρα θα ζεις μόνος σου και αποδιωγμένος. Θα ζεις παρέα με τα άγρια θηρία και θα τρέφεσαι όπως το βόδι με φυτά. Η τιμωρία σου θα κρατήσει επτά χρόνια. Έτσι θα καταλάβεις πως ο Θεός είναι ο μόνος κυβερνήτης των ανθρώπων, Αυτός κυβερνάει την αυτοκρατορία των ανθρώπων και Αυτός αποφασίζει σε ποιόν θα δώσει εξουσία να κυβερνήσει.
Εκείνο που έγινε στη συνέχεια είναι πραγματικά δύσκολο να ειπωθεί. Ό περήφανος αυτοκράτορας έχασε τα λογικά του και έφυγε τρέχοντας στα βουνά. Εκεί έζησε σαν θηρίο, παρέα με τα άγρια ζώα. Για επτά χρόνια τρεφόταν όπως το βόδι με φυτά. Όλο του το σώμα καλύφθηκε με τρίχωμα και στα δάκτυλα του φύτρωσαν νύχια, σαν τα νύχια των πουλιών.
Μόνο, όταν πέρασαν επτά χρόνια, ήλθε στα λογικά του και αλλαγμένος πια προσκύνησε το Θεό και την μεγαλοσύνη Του. Από τότε και μέχρι το θάνατό του κυβέρνησε μετανοιωμένος πλέον, σαν αληθινός δούλος του Θεού.
Πιθανόν να πείτε πως αυτή η ιστορία είναι πολύ παλιά και πως δεν έχει καμία σχέση με σας. Αναρωτιέστε πώς μπορεί αυτή η ιστορία, που έχει συμβεί πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια, να σας άφορα;
Αδελφοί μου, όλοι μας κάποτε θα πεθάνουμε και εγώ πρέπει να σας πω την αλήθεια.
Έχετε δίκιο, αυτή η ιστορία συνέβη πολύ παλιά, πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, στην μακρινή χώρα της Βαβυλωνίας. Αυτή η ιστορία όμως επαναλαμβάνεται και σήμερα στην Ευρώπη, στην βαπτισμένη στο όνομα του Χριστού Ευρώπη! Είναι πραγματικά θλιβερό!

Οι άνθρωποι σήμερα απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Περηφανεύονται για τα έργα που έχτισαν με τα χέρια τους. Είναι περήφανοι για τις πόλεις τους, για τους δρόμους τους, για τα τρένα τους, για τα πλοία τους, για τα οχήματα τους, για τις ηλεκτρικές τους μηχανές. Τοποθέτησαν όμως τον εαυτό τους πάνω από τον Ύψιστο Θεό και άρχισαν, αντί του Θεού, να λατρεύουν τον εαυτό τους και την κουλτούρα τους.

Αδελφοί μου, οι νέοι Ναβουχοδονόσοροι έβγαλαν τον Θεό από τον θρόνο Του. Η τιμωρία τους όμως είναι ίδια με την τιμωρία του Ναβουχοδονόσορα.

Ο Θεός τούς έκανε να χάσουν τα λογικά τους και να τρελαθούν.

Χωρίστηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα και στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου. Έχυσαν άφθονο αίμα και διέπραξαν αναρίθμητες αμαρτίες. Ο Θεός τους τιμώρησε να ζουν σε σκοτεινή ζούγκλα παρέα με τα θηρία, αφού αυτοί έπαψαν να τον θεωρούν Δημιουργό τους, αφού αυτοί ισχυρίστηκαν πως προέρχονταν από το γένος των ζώων, των μαϊμούδων. ["Ν": για το θέμα της θεωρίας του Δαρβίνου σε σχέση με την Εκκλησία, δείτε το σχετικό post μας].

Μέχρι πότε, Κύριε, θα τούς τιμωρείς;

Μέχρι να ταπεινώσουν τον εαυτό τους και μέχρι να καταλάβουνε, όπως ο αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ, πως ο Θεός είναι ο μόνος κυβερνήτης των ανθρώπων, και Αυτός αποφασίζει σε ποιόν θα δώσει εξουσία να κυβερνήσει. Αδελφοί μου, αυτοί οι νέοι κάτοικοι της Βαβυλώνας αποτρέλαναν και εμάς τούς Σέρβους και μας οδήγησαν μακριά από τον Χριστό.

Το ερώτημα για μας είναι: Θα ακολουθήσουμε τον δρόμο του Χριστού ή θα κάνουμε ότι κάνουν οι νέοι Βαβυλώνιοι; Θα επιλέξουμε τον πολιτισμό των Ευρωπαίων ή τον Θεό;
Να επιλέξουμε με προσοχή και ας σκεφτούμε τί μας έχει συμβεί έως τώρα. Ας μην κάνουμε τα ίδια λάθη.
Δόξα ανήκει στο Θεό εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Γι’ αυτό και αυθόρμητα εξομολογούμαι μαζί με τον απόστολο:

«Εσωτερικά συμφωνώ και χαίρομαι με όσα λέει ο νόμος του Θεού. Διαπιστώνω, όμως, πως η πράξη μου ακολουθεί έναν άλλο νόμο, που αντιστρατεύεται τον νόμο με τον οποίο συμφωνεί η συνείδησή μου: Είναι ο νόμος της αμαρτίας, που κυριαρχεί στην ύπαρξή μου και με κάνει αιχμάλωτο της. Τι δυστυχισμένος, αληθινά, που είμαι! Ποιος μπορεί να με λυτρώσει από την ύπαρξη αυτή, που έχει υποταχθεί στον θάνατο;». Από τη διαπίστωση αυτή, στην ψυχή του χριστιανού αρχίζει να γεννιέται η μακάρια πτωχεία του πνεύματος, να εμφανίζεται το κατά Θεόν πένθος, να διαπλάθεται καρδιά γεμάτη συντριβή και ταπείνωση, καρδιά την οποία «ο Θεός δεν θα περιφρονήσει».

Ο σημερινός κόσμος. Το μέγα φρενοκομείο (Φώτης Κόντογλου)

Να δούμε ακόμα που θα φτάξουμε!
Δεν αφήσαμε βρωμιά, δεν αφήσαμε σιχαμένη πράξη, που να μην την κάνουμε, δεν αφήσαμε πονηρό διαλογισμό που να μην τον πούμε ή να μην τον γράψουμε με τη μεγαλύτερη αδιαντροπιά. Ξεχαλινωθήκαμε πια ολότελα. Γινήκαμε ένα τρελλό κοπάδι, που μας σαλαγά ο διάβολος με μια βουκέντρα, κι εμείς τρέχουμε λαχανιασμένοι. Η ελευθερία που δώσαμε στον εαυτό μας, με τη διαστρεμμένη γνώμη μας, γίνηκε τυραννία και μας κάνει ό,τι θέλει. Μεταμορφώθη­κε σε μια μάγισσα Κίρκη, και μας μεταμόρφωσε κι εμάς σε χοί­ρους, και γρούζουμε ευτυχισμένοι, τσαλαβουτώντας μέσα στις κο­πριές και στις σάπιες ακαθαρσίες. Καταντήσαμε ακόμα να τρώμε τις δικές μας τις ακαθαρσίες και τα εμπυασμένα κρέατά μας. Πο­τέ ο άνθρωπος δεν είχε φτάξει ούτε στη μισή αναισθησία και σιχαμένη παραμόρφωση, απ’ όσο έφταξε σήμερα. Και με τα λόγια και με την πράξη καλλιεργούμε αυτό το κα­ταραμένο χωράφι που ανοίξαμε μέσα μας και που φυτρώνει βρωμόχορτα και βρωμομανιτάρια. Μη νομίσει κανένας πως με τα λό­για δεν έρχεται η διαστροφή της ψυχής! Ίσια – ίσια, με τα λό­για βρωμίζεται κανένας περισσότερο απ’ όσο βρωμίζεται κι από την ίδια τη βρώμικη πράξη. Οι μανάδες μας κάνανε τα συζυγικά χρέη τους, ακολουθώντας με φυσικόν τρόπο τον δρόμο που πρέπει να α­κολουθήσει ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο, για να γεννηθούν κι άλ­λοι, καινούριοι άνθρωποι. Ωστόσο, ποτέ δεν έβγαινε από το στό­μα τους άπρεπος λόγος, λόγος αδιάντροπος. Και δεν γινότανε αυ­τό από υποκρισία, αλλά από το αίσθημα της φρονιμάδας και της σεμνότητας.Η μητέρα της Παναγίας, του Προδρόμου και των αγίων, που ήτανε αγιασμένες από την κούνια, πώς ήτανε δυνατό να ξεστομίσουνε ποτέ αισχρολογίες; Αυτή είναι, ω σημερινοί αδιάντροποι κι αδιάντροπες, η εμορφιά κι η υψηλή μεγαλοπρέπεια της ψυχής, που τη χάσατε, αλλοίμονο! και γινήκατε σαν και κείνα τα αναίσθητα σκυλιά που γλείφουνε τον πισινό τους μπροστά στον κόσμο.

Λοιπόν, επί τόσες χιλιάδες χρόνια δεν μπορέσανε οι άνθρωποι που ζήσανε πριν από εμάς, να ανακαλύψουνε αυτά τα σπουδαία μυστικά που ανακαλύψατε εσείς, δηλαδή να μην ντρέπεσαι να λες αισχρολογίες, μάλιστα να το κάνεις σκοπό της ζωής σου, και να επιδείχνεις, φανερά και χωρίς ντροπή, κάποια πράγματα που ο άνθρωπος τα είχε σφραγισμένα με μια μυστική σφραγίδα, οπού έγραφε απάνω πως «ο άνθρωπος δεν είναι κτήνος».

Το να γυρίσει ο άνθρωπος στο κτήνος, είναι το πιο εύκολο πράγμα. Κατρακυλά γλήγορα σ’ αυτό, επειδή κατά κει είναι ο κα­τήφορος, και κατά δω ο ανήφορος. Ο άνθρωπος ανηφόρισε επί χιλιάδες χρόνια για ν’ ανέβει εκεί που βρίσκεται, με αγώνα, με βάσανα, με ιδρώτες. Η αλήθεια είναι πως κάθε τόσο κατρακυλού­σε κατά πίσω, κατά το ζώο, αλλά το κατρακύλισμά του ήτανε προ­σωρινό και περιορισμένο, και γι’ αυτό το κατρακύλισμα έλεγεν ο Δαυίδ: «Ανθρωπος εν τιμή ων ου συνήκεν. Κατελογίσθη τοις κτήνεσι τοις αλόγοις και ωμοιώθη αυτοίς». Σήμερα όμως το κατρακύ­λισμα είναι θανατερό, γιατί δεν κατρακυλίσαμε κατά τον βούρκο επειδή γλιστρήσαμε, κρατώντας το πρόσωπο γυρισμένο προς τ’ α­πάνω, αλλά πήραμε θεληματικά μας τον κατήφορο, και τρέχουμε σαν τρελλοί, για να προφτάξουμε να βουλιάξουμε μέσα στον βόθρο.

Η αμαρτία πάντα τραβούσε τον άνθρωπο, αλλά, λίγο ως πο­λύ, αντιστεκότανε ο άνθρωπος στα πονηρά χάδια της, γιατί ο απομέσα άνθρωπος δεν έστρεγε στην αμαρτία, που αφήνει πάντα ένα πικρό κατακάθι στο ποτήρι που κερνιέται. Τώρα όμως η αν­θρωπότητα έπαθε πώρωση και δεν καταλαβαίνει τι κάνει. Χοντροπέτσιασε, σαν τον λεπρό που το πετσί του είναι πεθαμένο, και δεν νοιώθει πια τίποτα.
Αφορμή για τέτοιες σκέψεις δίνεται σε όποιον έχει ακόμα μέσα του κάποια ανθρωπιά, κάθε μέρα. Τί λέγω; Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, βλέποντας, ακούγοντας και διαβάζοντας χίλιες δυο φρι­χτές ασκήμιες που γίνουνται στον κόσμο, προπάντων στα λεγόμε­να «εξευγενισμένα έθνη», και που διαφημίζουνται σαν να είναι κά­ποια κατορθώματα πιο μεγάλα από όσα έκανε ο Μεγαλέξαντρος, ο Κολόμπος ή κανένας άλλος στα περασμένα, η κάποια έργα πιο σπουδαία από του Φειδία, του Πραξιτέλη, του Ανθεμίου, και των άλλων που σταθήκανε φημισμένοι τεχνίτες.

Σήμερα μου έστειλε κάποιος μια εφημερίδα για να διαβάσω: «Το χορόδραμα του προπατορικού αμαρτήματος μέσα σε μια εκ­κλησία του Λονδίνου». Μ’ όλο που είμαι έτοιμος να ακούσω στον καιρό μας και τις πιο ξωφρενικές ατιμίες και ανοησίες να γίνουνται στ’ όνομα της «Τέχνης», η αλήθεια είναι πως ανατρίχιασα α­πό το καινούριο φρούτο «της πολιτισμένης και ελεύθερης εποχής μας», δηλαδή του «Παγκόσμιου Φρενοκομείου». «Η παράσταση, γράφει η εφημερίδα, εδόθη στην εκκλησία του αγίου Φιλίππου στο Λονδίνο και εσημείωσε επιτυχία». Μπορούν οι βρωμόμυγες να μην τρέξουν στο ψοφήμι; Πώς να μη σημειώσει επιτυχία το χορόδρα­μα, αφού είμαστε όλοι άρρωστοι, υστερικοί, δηλητηριασμένοι από το φαρμάκι που μας ποτίζουνε λίγο – λίγο από πολλά χρόνια; Πρώ­τα – πρώτα έχουμε μεγάλη μανία σήμερα για τα θεάματα, όπως τον καιρό των Ρωμαίων, που φώναζε ο όχλος: «θέλουμε ψωμί και θεάματα!». «Panem et circenses!». Αυτή η μανία ολοένα, και με­γαλώνει, κι έχουμε καταντήσει πλάσματα υστερικά, παλαβά, που σκοτωνόμαστε για να δούμε έναν «αστέρα» του κινηματογράφου και να πάρουμε από αυτόν ένα «αυτόγραφο», δηλαδή ένα παλιόχαρτο που θα πεταχτεί κάποια μέρα στα σκουπίδια.
Παρακάτω γράφει η εφημερίδα: «Οι Αγγλοι κριτικοί ήταν ενθουσιασμένοι». Βλέπεις πόσο σοβαρό είναι το πράγμα; Ενθουσιάσθηκε κι η γρηά – Κριτική! Ξύλο που θέλουμε!
Αλλά το περισσότερο ξύλο πρέπει να πέσει στη ράχη του α­γίου επισκόπου Ριχάρδου Αγκαρ, που έδωσε την άδεια για το θεάρεστο αυτό έργο, και μάλιστα «έχει διαρρυθμίσει τον χώρο κατάλ­ληλα για να δίδωνται παραστάσεις στην εκκλησία»! Χριστέ μου, πάρε πάλι το κουρμπάτσι και κάνε μελανόν αυτόν τον άξιο υπηρέτη σου, που ρεζίλεψε τη θρησκεία σου όσο κανένας άθεος! Πάντα από τους παπάδες χάλασε η θρησκεία, αλλά τουλάχιστον σε άλλους και­ρούς, είχανε ένα χαλινάρι. Τούτος είναι αδιάντροπος, γιατί είναι σημερινός μαθητής του διαβόλου, που σκέπασε με τα φτερά του την οικουμένη.
Και είδες; Πάλι η «Τέχνη» τα σκέπασε: Ο όσιος πατήρ Ρίτσαρντ είπε ότι «το μπαλλέτο είναι πολύ σοβαρό και ότι εξυπηρετεί το πνεύμα της Τέχνης». Με την τέχνη κρύβουμε τις μπομπές μας. Η τέχνη κατάντησε πορνολογία για παραδολογία. Σαν τεχνίτης που είμαι, ντρέπουμαι. Τέτοιον παπά ή επίσκοπο νάχεις να σε διδάχνει, τί ανάγκη έχεις;

Σήμερα καταγίνουνται όλοι με το «σεξ». Μα δεν υπάρχει, τέ­λος πάντων, τίποτ’ άλλο απ’ αυτό το «σεξ», απ’ αυτή τη γενετήσια ορμή; Οι γεροί άνθρωποι που ζήσανε σε άλλα χρόνια, εκείνοι οι δράκοι που ήτανε γεμάτοι ζωή, δεν είχανε «σεξ», και έχουμε εμείς τα ψοφήμια, και πρώτες απ’ όλους οι ξανθόψειρες με το κρύο αίμα, που λυσσάξανε στη Σουηδία, στην Αγγλία, και σε όλα τα παγω­μένα μέρη της σφαίρας;

Μ’ όλο που κάνουνε τον χαρούμενο οι σκλάβοι της αμαρτίας, στο βάθος είναι δυστυχισμένοι. Ζούνε στον ίσκιο του θανάτου, για­τί: «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Για τούτο κι αυτοκτονούν. Αιτία για όλα αυτά είναι η απιστία και το ότι λείπει ο φόβος του Θεού από τον άνθρωπο. Ένας άγιος λέγει: «Φόβου χρεία τη αν­θρωπίνη φύσει», «Η ανθρωπίνη φύση έχει ανάγκη από φόβο». Α­μα λείψει ο φόβος του Θεού, κι η συνείδηση βουβαθεί, ο άνθρωπος κατρακυλά στο χάος. Μπορεί αυτός ο λεγόμενος επίσκοπος Ρίτσαρντ να πιστεύει σε Θεό και να κάνει αυτά που κάνει;
Μα, τέλος πάντων, δεν υπάρχει πια τίποτ’ άλλο από το μασκαραλίκι; Συνεργεί σ’ αυτή την κατάσταση κι η ανοησία, η επιπολαι­ότητα, η βλακεία κι η περιωρισμένη αντίληψη, που κάνει τον άν­θρωπο να ζήτα να θραφεί με σκουπίδια και με κοπριές, κι ας φαίνουνται απ’ έξω κάποιοι απ’ αυτούς τους ανήθικους πως είναι σπου­δαίοι στο μυαλό και στην επιστήμη. Υπάρχει κάποια άλλη εξυ­πνάδα μέσα στον άνθρωπο, που τον κάνει να είναι σε όλα σοβαρός. Αυτοί οι εκφυλισμοί λένε πως έχουνε μέσα τους κάποιο «κενό», και πως θέλουνε να το γεμίσουνε. Και απ’ αυτούς έμαθε κι όλος ο κόσμος, κάποιοι ανθρωπάκοι σαρακοστιανοί, κάποια δεσποινάρια, και λένε όλοι τους, σαν παπαγάλοι, πως έχουνε «κενό» μέσα τους, «άγχος» και τα τέτοια. Τί «κενό» έχεις, βρε, που από την πνευματι­κή τεμπελιά κατάντησες ένας μπούφος; Τόσοι και τόσοι σπουδαίοι άνθρωποι, με φαρδειά ψυχή, άνθρωποι που λάμψανε απάνω σε τού­τη τη γη και τιμήσανε το ανθρώπινο γένος, βρήκανε τόσα ευγενι­κά και μεγάλα πράγματα για να ξεδιψάσουνε την απομέσα δί­ψα τους και να χορτάσουνε την απομέσα πείνα τους, κι εσύ, δεν βρίσκεις τίποτ’ άλλο για να βάλεις μέσα σου, παρά τη βρώμα;
Κύτταξε την πλάση που είναι γύρω σου, και χόρτασε από εμορφιά κι από μεγαλείο. Και πάλι μέσα σου μπορείς να βρεις τό­σους κρυμμένους θησαυρούς, μα δεν είσαι σε θέση να καταλάβεις τον Χριστό που λέγει: «η βασιλεία του Θεού βρίσκεται μέσα σας». Η βασιλεία του Θεού είναι η υπέρτατη ευδαιμονία, που νοιώθει η ψυχή, κι αναβρύζει μέσα μας αυτό το δροσερό αθάνατο νερό. Αλ­λά ο διάβολος μας τυφλώνει και δεν βλέπουμε τίποτα από τα ω­ραία της δημιουργίας κι από τους μυστικούς θησαυρούς που βρίσκουνται μέσα στον άνθρωπο, αλλά μας κάνει χοίρους, που χώνουνε τη μουτσούνα τους στη λάσπη και στις ακαθαρσίες για να ευχαριστηθούνε.

Η ηθική μας φαίνεται πια μια ψευτιά, μια πρόληψη, ένα μπόδιο για «να απολαύσουμε τη ζωή». Μα η ηθική είναι κείνη που σηκώνει τον άνθρωπο απάνω από το κτήνος και τον ντύνει με μιαν άφθαρτη στολή, κεντημένη με κάθε ευγένεια, με κάθε υψηλό και σοβαρό αίσθημα και πλουμισμένη με τα αθάνατα διαμάντια που λέγουνται φρονιμάδα, σεμνότητα, γενναιότητα της καρδίας, ευαι­σθησία κι ευγένεια της ψυχής και με όσα κάνουνε τον άνθρωπο, από ένα σιχαμερό και εξευτελισμένο ζώο, ένα πλάσμα πολύ σπου­δαίο και θαυμαστό. Για τούτο λέει ο Δαυίδ στον Θεό: «Τί είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος και τον θυμάσαι, τί είναι αυτό το πλάσμα και φροντίζεις γι’ αυτό; Τον έπλασες λίγο πιο κάτω από τους Αγγέ­λους, τον στεφάνωσες με δόξα και με τιμή, και τον έβαλες εξουσια­στή απάνω στα έργα των χεριών σου». «Ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’ Αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν, και κατέστησας αυτόν επί τα έργα των χειρών Σου».

(Απόσπασμα από το βιβλίο Μυστικά Ανθη, Εκδόσεις: Αστήρ – Παπαδημητρίου)

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Νέο έτος (Απόστολος Παπαδημητρίου)

Ο δυτικός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από συμπεριφορά άκρως ιδιόρρυθμη. Καυχάται για την εδραίωση της σκέψης και των αποφάσεών του στην ορθή λογική, παράλληλα όμως διακρίνεται για πλήθος ενεργειών που αποδεικνύουν περίτρανα το αντίθετο. Με την εκπνοή κάθε έτους ετοιμάζεται να υποδεχθεί πανηγυρικά το νέο. Δεν είναι υπερβολικό να γράψουμε ότι οργανώνει θρίαμβο πριν από την εκστρατεία. Έχει τόσο στερέψει από βάσιμη ελπίδα, ώστε να θεωρεί εκ προοιμίου ότι το νέο θα είναι καλύτερο από τα προηγούμενα. Ο Αλμπέρ Καμύ, ο θαυμάσιος αυτός δυτικός διανοούμενος, έγραψε ότι το μέλλον είναι η μόνη υπερβεβαιότητα των ανθρώπων χωρίς Θεό! Και ο δυτικός άνθρωπος απέρριψε τον Θεό και μαζί μ’ Αυτόν και τη βάσιμη ελπίδα. Τι είναι ένα νέο έτος; Απλά και μόνο μία υποδιαίρεση του χρόνου, του φυσικού μεγέθους, το οποίο περιέχεται σε πλήθος φυσικών εξισώσεων χωρίς όμως να συντελεί στα φυσικά συμβαίνοντα. Άλλες είναι οι αιτίες των μεταβολών και όχι ο χρόνος. Αυτός είναι απλά και μόνο δείκτης των μεταβολών. Λόγω της ιδιότητάς του αυτής ο χρόνος είναι σημαντικός τόσο για τις φιλοσοφικές όσο και τις θεολογικές αναλύσεις. Γι’ αυτό και του έχουν προσδοθεί φιλολογικοί προσδιορισμοί, όπως πανδαμάτωρ, ή οικονομικού χαρακτήρα γνωρίσματα, όπως «ο χρόνος είναι χρήμα»! Ο Απόστολος Παύλος σε επιστολή του συνιστά να αξιοποιούμε με σύνεση τον χρόνο, καθώς οι καιροί είναι μεστοί κακίας. Θα μπορούσαμε να παραβάλουμε το ρηθέν με το άλλο του Ομήρου: «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης». Ας αφήσουμε δηλαδή τις οιωνοσκοπίες και ας αμυνθούμε υπέρ της πατρίδας, διαμήνυσε ο Έκτωρ. Τότε όμως ήταν βαθύτατη η πεποίθηση ότι οι οιωνοσκοπίες ήσαν αλάνθαστες. Σήμερα, που διαθέτουμε το πλήθος των εκτυφλωτικών φώτων του τεχνολογικού πολιτισμού και καυχόμαστε για την ορθή λογική, που πρυτανεύει στη σκέψη μας, δείχνουμε με ενέργειές μας ότι επανήλθαμε στην προεπιστημονική εποχή της οιωνοσκοπίας. Πληθώρα «μελετητών των άστρων» ετοιμάζουν καθημερινά τα ωροσκόπια των ανθρώπων, που με απληστία σπεύδουν να τα συμβουλευτούν! Σπουδαίοι και επιφανείς πολιτικοί ακόμη και θεράποντες των θετικών επιστημών, που τιμήθηκαν και με βραβεία υψηλού κύρους, δεν αρκούνται στα γενικά ωροσκόπια, αλλά διαθέτουν προσωπικούς συντάκτες ωροσκοπίων, ώστε να λαμβάνουν κατά τακτά χρονικά διαστήματα «προσωπικά δεδομένα», πιο ακριβή, ως απόρροια ενδελεχούς επί πληρωμή «μελέτης»! Άλλοι θεωρούν αναγκαίο να συμβουλεύονται τα διάμεσα, μέντιουμ επί το ελληνικότερο, ακόμη και μάγους, χωρίς τη συμβουλή των οποίων δεν λαμβάνουν ουδεμία απόφαση. Και οι αποφάσεις τους δεν έχουν να κάνουν με τον προσωπικό τους βίο και μόνο, αλλά με λαούς, τους οποίους κυβερνούν και άλλους, την τύχη των οποίων ορίζουν.

Τι θα έπρεπε να κάνουμε αποχαιρετώντας το έτος που λήγει, τον γέρο χρόνο, όπως λέγει το ξεχασμένο τραγουδάκι των παιδικών μας χρόνων, όσων έχουμε αρκετές δεκαετίες βίου; Κατ’ αρχήν έναν απολογισμό. Είναι θετικός ή αρνητικός ο απολογισμός, για μας προσωπικά για την ανθρώπινη κοινωνία; Δεδομένου ότι έχει παγιωθεί η φράση «κάθε πέρσι και καλύτερα», νομίζω ότι λίγοι θα χαρακτηρίσουν τον απολογισμό θετικό. Και αυτοί οι λίγοι θα στηριχθούν σε εσφαλμένα κριτήρια. Θα περιοριστούν στην ικανοποίηση ότι διατήρησαν την υγεία τους, την οποία όλοι ευχόμαστε να διατηρήσουμε ή να επαναποκτήσουμε κατά το νέο έτος. Κάποιοι, πλέον εγωπαθείς, θα περιοριστούν στην ικανοποίηση εκ της πορείας των προσωπικών οικονομικών και θα ευχηθούν αύξηση κερδών κατά το νέο έτος! Το τι συμβαίνει γύρω μας θα αφήσει τους πλείστους από μας παντελώς ασυγκίνητους. Πόλεμοι, πείνα, ασθένειες, προσφυγιά φτώχεια ακόμη και στη γειτονιά μας δεν είναι δείκτες για την αξιολόγηση του λήγοντος έτους.

Ας αφήσουμε τους ανάλγητους άκρως ιδιοτελείς και ας έλθουμε στους πολλούς, που αβίαστα καταλήγουν στο να χαρακτηρίσουν τον απολογισμό αρνητικό, διατηρούν όμως ακέραια την ελπίδα ότι το νέο έτος θα είναι καλύτερο. Γιατί άραγε ελπίζουν; Έχει κάτι αλλάξει, ώστε του χρόνου τέτοιον καιρό να είμαστε στην ευχάριστη θέση να κρίνουμε θετικό τον απολογισμό; Ασφαλώς όχι. Η διεθνής σκηνή, πολιτική, οικονομική, αλλά και πνευματική παραμένει στάσιμη σε θλιβερά επίπεδα, αν δεν κατολισθαίνει σε αθλιότερα. Οι κατά καιρούς στατιστικές εγκύρων οργανισμών μαρτυρούν ότι έτος με το έτος αυξάνει ο ελάχιστος αριθμός των δισεκατομμυριούχων, αλλά και τα κέρδη αυτών, ενώ συρρικνώνεται το γλίσχρο εισόδημα των δισεκατομμυρίων συνανθρώπων μας και εκατοντάδες εκατομμύρια υποβιβάζονται στο επίπεδο κάτω του ορίου της φτώχιας των πατρίδων τους! Οι ισχυροί δεν δείχνουν την παραμικρή διάθεση να τερματίσουν τους πολέμους, απεναντίας ζούμε με τον φόβο έκρηξης ενός γενικευμένου πολέμου, καθώς φαίνεται οι βιομήχανοι οπλικών συστημάτων να μην είναι ικανοποιημένοι από τις πωλήσεις! Οι πρόσφυγες, λόγω έκρυθμης κατάστασης, και οι μετανάστες, λόγω εξαθλίωσης του πληθυσμού στις χώρες τους, δεν φαίνεται να παύσουν να ξεκινούν για ένα αβέβαιο και δαπανηρότατο ταξίδι με την ελπίδα να φθάσουν σε κάποια «γη της επαγγελίας».

Αυτή την ελπίδα κατανοώ σε αντίθεση με τις πολλές φρούδες ελπίδες των πολιτών των δυτικών κοινωνιών, των άκρως διχασμένων. Τμήμα αυτών επαναπαυόμενο στην ευμάρεια, εκδηλώνει έντονη τη δυσφορία για την όχληση που προκαλούν οι εισερχόμενοι στη χώρα τους. Όμως δεν αναλύουν με βάση την «ορθή λογική» τις αιτίες που οδηγούν τους απόκληρους στην περιπέτεια. Θέλουν την ησυχία τους και μόνο τα λοιπά, ισχυρίζονται, δεν τους αφορούν! Άλλο τμήμα, ακόμη πιο «φανατικά» εδραιωμένο στην «ορθή λογική» βλέπει να βαίνουν τα πάντα καλώς και θεωρούν ευπρόσδεκτους τους εισερχόμενους. Και αυτό δεν ερευνά τις αιτίες της εξόδου τους από τη χώρα τους, σπαταλά όμως την «αγωνιστικότητά» του σε καταγγελίες και επιθέσεις κατά των «ξενοφοβικών» δείχνοντας παντελή έλλειψη λογικής σκέψης για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή των χωρών υποδοχής.

Πέραν αυτού οι δυτικές κοινωνίες στη βάση της «ορθής λογικής» πάντοτε διά των κυβερνήσεών τους ενισχύουν με πάθος τις ανατρεπτικές των παραδόσεων ομάδες. Τα κοινοβούλια ψηφίζουν με ύφος θριάμβου υπέρ των δικαιωμάτων ευπαθών ομάδων. Και βέβαια δεν είναι αυτές οι νεόπτωχοι, που επιδοτούνται από την υπερφορολόγηση εκείνων που ακόμη δεν έχουν καταπέσει κάτω από το όριο της φτώχειας. Δεν είναι οι πολύτεκνοι, που στο ελάχιστο πλέον αλλοιώνουν τον δείκτη της δημογραφικής γήρανσης εμμένοντας άκρως «ανορθολογικά» να γεννούν, ενώ μπορούμε, με βάση την «ορθή λογική» να «επιβιώσουμε» ως κοινωνία με τους νεοαφικνούμενους ή τους αφιχθέντες ήδη, που αγαπούν τα παιδιά και βρίσκουν επαρκή για την επιβίωσή τους τα κοινωνικά επιδόματα. Ευπαθής στις δυτικές κοινωνίες, και μάλιστα μόνη, είναι η ομάδα, που με τη σχέσεις μεταξύ των μελών της δεν επηρεάζει τον δημογραφικό δείκτη! Και η «ορθή λογική» στο θέμα αυτό έχει τα χαρακτηριστικά ενός αμόκ σ’ όλη την έκταση της γηραιάς ηπείρου. Λησμονήσαμε τον Θεό, τον χορηγό γνήσιας ελπίδας και στραφήκαμε στους δημαγωγούς και λαοπλάνους, για να προμηθευτούμε υποκατάστατα ελπίδων. Κι αν ακόμη δεν ελπίζουμε σε τίποτε, δεν χάνουμε κάτι με το να ανταλλάξουμε ευχές για ένα καλύτερο αύριο. Πώς όμως θα έλθει αυτό, ενώ παραμένουμε οι παλαιοί άνθρωποι, οι παλιάνθρωποι;

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Ποιμαντικές ιδιορρυθμίες – Η ειρήνη της αγάπης (π. Θωμάς Βαμβίνης)

Ποιμαντικές ἰδιορρυθμίες

Ὅλο τό νόημα τῆς καθημερινότητας συνοψίζεται, ἀπό πολλούς στίς μέρες μας, στό νά αἰσθάνεται κανείς καλά μέ τόν ἑαυτό του, νά μήν αἰσθάνεται ἐνοχές καί τύψεις, νά μήν ἐνοχοποιῆ τίς ἐπιθυμίες του, οὔτε τούς θυμούς του, νά μή λυπᾶται γενικά γιά τά πάθη του, ἀλλά νά ἀποδέχεται μέ εἰλικρίνεια τόν ἑαυτό του. Στάση ζωῆς πού ἐνισχύεται ἀπό τήν κοσμική τηλεοπτική ψυχοθεραπεία ἐλαφρῶν ἐκπομπῶν, ἡ ὁποία ὅμως πέρασε (καί ἔχει πέραση) καί σέ μιά ἰδιόμορφη διαδικτυακή ποιμαντική, ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ἰδιόρρυθμων ποιμένων.

Τό συνθετικό «ἴδιο» στίς παραπάνω λέξεις παραπέμπει στήν ἰδιοτέλεια τῆς ἐγωκεντρικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία ἐκμεταλλευόμενη ἀκόμη καί τήν δημόσια ἐξομολόγηση, δέν ἀλλάζει, δέν μετανοεῖ, ἀλλά ἐπιχειρεῖ νά κάνῃ ἀποδεκτή, ὅπως εἶναι, τήν κατάσταση τῆς ἀνθρώπινης ἀνομίας. Ἄλλωστε… «οὐδείς καθαρός ἀπό ρύπου», ὅπως λέγεται στήν τρίτη εὐχή τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅμως στήν ἐν λόγῳ εὐχή ἡ πρόταση συμπληρώνεται μέ τό «ἐνώπιόν σου». Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι κανείς καθαρός ἀπό ρύπου κι αὐτό γεννᾶ προσευχή μετανοίας.

Πάντως, ἡ διαδικτυακή ἰδιόρρυθμη ποιμαντική, μέ πολύ «γλυκύτητα», «ἐξομολογητικότητα» καί ἐπιδεικτική συγκαταβατικότητα στίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, βγάζει τούς ἀνθρώπους ἔξω ἀπό τόν κυρίως Ναό τῆς Ἐκκλησίας, στόν Νάρθηκα ἤ τόν αὐλόγυρό της, δημιουργώντας τους ταυτόχρονα τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι αὐθεντικοί Χριστιανοί καί ὄχι κίβδηλοι εὐσεβιστές καί νομικιστές. Ἔσχατοι χρόνοι…
Αὐτή ἡ ποιμαντική ἐκτροπή, ὅμως, ἐκπέμπει καί ἕνα σημαντικό μήνυμα: ἡ εὔκολη ἀποδοχή της ἀπό πολύ λαό, δείχνει, σέ ὅλους τούς ποιμένες, τήν ἀνάγκη πού ἔχουν οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι νά τούς ἀγγίζῃ ὁ θεραπευτικός λόγος τῆς Ἐκκλησίας στίς πιό κρυφές πληγές τῆς ψυχῆς τους μέ διάκριση καί ἀγάπη, ὥστε μέ ἐπίγνωση, ταπείνωση καί ἐλπίδα νά λαμβάνουν δύναμη γιά τήν ἑκούσια ἄρση τοῦ σταυροῦ τῆς μετανοίας τους.

Ἡ εἰρήνη τῆς ἀγάπης

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔλεγε ὅτι αὐτός πού φέρει τήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί καθοδηγεῖ λαό πρέπει νά εἶναι μέσα στόν κόσμο καί ταυτόχρονα ἔξω ἀπό τόν κόσμο. Δύσκολος λόγος γιά τήν ἐποχή μας, κατά τήν ὁποία ἡ ἁμαρτία ἔχει γίνει «ἀτομικό δικαίωμα», ἱερό σάν τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Ὀρθόδοξος ποιμένας, ὅπως τόν βλέπουμε σέ βίους ἁγίων, παλαιῶν καί νεωτέρων, γνωρίζει καί ζῇ τά προβλήματα τοῦ κόσμου, ἀλλά ὁ νοῦς του εἶναι στόν Θεό, ἐλεύθερος ἀπό ἡδονές καί λύπες, ἀπό πάθη ψεκτά πού σκοτίζουν τήν ψυχή.

Κύριο γνώρισμά του εἶναι ἡ εἰρήνη· αὐτή πού διαρκῶς μεταδίδει σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἰρήνη αὐτή, σύμφωνα μέ τόν ὅσιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη, συνδέεται μέ τήν ἀγάπη. Σέ λόγο του γιά τήν εἰρήνη ὁ ὅσιος Σιλουανός ἀναφέρεται στόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης καί γράφει χαρακτηριστικά:

«Θυμόμαστε πώς μετά τήν Λειτουργία, ὅταν τοῦ ἔφεραν τήν ἅμαξα καί πήγαινε νά καθήσῃ, τόν περικύκλωσε ὁ λαός ζητώντας τήν εὐλογία του. Καί μέσα σ’ ἐκεῖνο τόν συνωστισμό ἡ ψυχή του παρέμενε συνεχῶς κοντά στόν Θεό καί δέν σκορπιζόταν, δέν ἔχανε τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς. Πῶς, ἆραγε, τό κατόρθωνε; -νά τό θέμα μας. Τό κατόρθωνε γιατί ἀγαποῦσε τόν λαό καί δέν ἔπαυε νά προσεύχεται γι’ αὐτόν».

Γιά τόν ὅσιο Σιλουανό, ἡ εἰρήνη, γέννημα τῆς ἀγάπης γιά τόν λαό, καί ἡ μυστική προσευχή εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιμαντικῆς.