Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Ο Θεός μας δεν είναι κουτσός ! Έχει 2 πόδια ! Το ένα είναι η Αγάπη ! Το άλλο είναι η δικαιοσύνη και η Αλήθεια! (Νώντα Σκοπετέα)

Πάνε σχεδόν 40 χρόνια από τότε που για πρώτη μου φορά γνωρίστηκα με τον μακαριστό Ιεροκήρυκα του Παραδείσου τον κυρ Δημήτρη τον Παναγόπουλο. Σχεδόν δεν είχα πάει ακόμα σχολείο .Καλοκαίρι ήταν και είχαμε κατέβει στο χωρίο στην Μάνη.
Μια νύχτα, ξύπνησα τρομαγμένος ! Γύρεψα την αγκαλιά της μάνας μου . Στο διπλανό δωμάτιο βρισκόταν ο μακαρίτης ο αδελφός του πατέρα μου !
Της προσευχής και της θείας μεταλαβιάς χαρμολυπημένος οδοιπόρος , ο μακαρίτης ο θείος μου ο Παναγιώτης.

Εμένα τότε με ξύπνησε μια φωνή που μιλούσε έντονα, σχεδόν κραύγαζε! Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να λέει μες την νύχτα: Βρε Πότη ,χαμήλωσέ το, ξύπνησαν τα παιδιά. Kαι έπειτα …Μην φοβάσαι Νώντα μου ο θείος σου ακούει κήρυγμα …ακούει Παναγόπουλο !
Μεσονυχτικού η ώρα και ο θείος (που πήγαινε πολύ συχνά και στα εν Αθήναις κηρύγματα του μακαριστού) ,είχε βάλει μια από τις περίφημες κασέτες (κάπου 600 και πλέον) με ομιλία του κυρ Δημήτρη.
Για 25 περίπου χρόνια δεν ξανάκουσα για εκείνον .Ξέχασα την τρομάρα μου, ξεχάστηκε ο …νυχτερινός Παναγόπουλος , ξεχάστηκαν οι κασέτες του, όπως και πολλά ακόμα ψυχοβλαβώς για τον γράφοντα… Κύλησαν τα χρόνια και φτάσαμε «αισίως» κάποτε στην λεγόμενη ψηφιακή εποχή , που έχει και κάποια καλά …Ένα από αυτά : Χώρεσαν οι 600 τόσες κασέτες του Παναγόπουλου σε έναν και μόνο ψηφιακό δίσκο ! Και αυτός μπήκε σε ένα πανεράκι ταπεινό με μια ταμπέλα από πάνω του που έγραφε : Πάρτε ευλογία , δωρεάν ! Πάνε πολλά χρόνια πλέον από τότε.Μονή του Φιλοθέου στο Άγιο Όρος. Εμείς πρώτη μας φορά εκεί προσκυνητές. Πήραμε στα χέρια μας το dvd. Πάνω του σημειωμένο :
Ομιλίες μακαριστού Ιεροκήρυκος Δημητρίου Παναγοπούλου . Κάτι μου θύμισε. Εκείνο το μεσονυχτικό στην Μάνη ….

Ποιός να μου το λεγε ( δόξα τη μακροθυμία σου Κύριε !) πως θα ακολουθούσα και εγώ «μανιωδώς» εκείνη την παράξενη ,την αλλόκοτη συνήθεια του θειού μου.Να ακούω Παναγόπουλο μες στην νύχτα ! Και να τρομάζω ακόμα!
Τώρα από τις συνταρακτικές για την ψυχή μου αποκαλύψεις , από την ζέουσα πίστη , από τους πύρινους λόγους και απ την έντονη φωνή του που πάσχιζε να θέσει νου και να μεταδώσει Φως Χριστού.
Με συγχωρείτε έλεγε συχνά στο τέλος των κηρυγμάτων του … Συγχωρέστε μου τον τρόπο… Αχ κυρ Δημήτρη μας, την ευχή σου να έχουμε ! Μα αν κάποιος κινδυνεύει σε γκρεμό να πέσει και στον αιώνιο βόρβορο να βυθιστεί , δεν θα πας απαλά δίπλα του, ψιθυριστά και …νανουριστικά να του πεις …αδελφέ μου ο Θεός μας σε αγαπά , έχει αγάπη για σένα ο Κύριος …μα θα κραυγάσεις κει με όλην την δύναμη της ψυχής σου θα του φωνάξεις : Πρόσεχε !!! Αυτό που κάνεις αν δεν μετανοήσεις και δεν το εξομολογηθείς …έχει κόλαση και σκοτάδι αιώνιο.

Υπάρχουν προβεβλημένες και ενίοτε αποθεωμένες παρουσίες μέσα στον χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας που χαρακτηρίζουν τις φωνές και τις διδασκαλίες τύπου Παναγόπουλου ως μια ενοχική τρομοκρατία , ως μια ρηχή Θεολογία που δεν ακολουθεί τάχα την σταυρική αγκαλιά του Ιησού, μα εύκολα επιτιμά και αφήνει στην απ έξω όλα τα «αλητόπαιδα»… Τις φοβούνται εκείνες τις φωνές όπως το μικρό παιδί στο μανιάτικο μεσονυχτικό τότε…Αυτό το τότε μικρό παιδί πλέον είναι σίγουρο ότι στην κορύφωση εκείνου του λόγου του ο κυρ Δημήτρης, έλεγε κάτι εξόχως αντιπροσωπευτικό της Θεογνωσίας του, της βιωματικής και Χριστοδίδακτης:
-Ο Θεός μας δεν είναι κουτσός ! Έχει 2 πόδια ! Το ένα είναι η Αγάπη ! Το άλλο είναι η δικαιοσύνη και η Αλήθεια!

Κάποιοι μιλούν και παραμιλούν για μια σχεδόν απροϋπόθετη Θεία κοινωνία –γιατί αυτή είναι η πεμπτουσία και το υπέρτατο ζητούμενο της Ορθοδόξου πίστεώς μας ,η ένωση με τον Χριστό- η οποία βασίζεται αποκλειστικά στις καλές μας πράξεις ,στην βοήθεια των φτωχών ,στην αλληλεγγύη ,στο ευσυγκίνητό μας , στο να μιμηθούμε τον Χριστό μας έστω,ο οποίος λεν δεν κατέκρινε ποτέ τους άλλους…( Ξεχνούν όμως οι αδελφοί μας , -προσπαθούμε να μην λογιστούμε ότι παρασιωπούν-, του Αγίου Χρυσοστόμου τον λόγο :Το μην κρίνετε ίνα μην
κριθείτε , περί βίου εστίν ,ου περί πίστεως !)
Αυτοί λοιπόν υπερτονίζοντας και παρατονίζοντας την αγάπη που έχει ο Χριστός μας , παρέχουν έναν εξωραϊσμένο , στρογγυλεμένο λόγο και άφθονες δικαιολογίες και άλλοθι στην πάντα ελέγχουσα Θεόσπαρτη συνείδηση, ιδίως των νέων ανθρώπων, που καλόπιστα και ανεπιφύλακτα τους εμπιστεύονται, εναγωνίως γυρεύοντας παραμυθία και παρηγοριά στην πειραστική τους νεότητα και προσπαθώντας να συνταιριάξουν τον κόσμο και την ξέφρενη σάρκα, με τον Χριστό. Όσοι εν είδη ψυχολογικών υποστηρικτών , ( στ' αλήθεια πολλές φορές μοιάζουν τόσο με τους Motivational Speakers) εκκοσμικεύουν με αγαπητικά επικαλύμματα και ακατασχέτως αγαπολογούν , φοβόμαστε πως λοξοδρομούν και δεν ορθοδοξούν… Τελεύουν τις προσευχές τους με το δι ευχών των Αγίων Πατέρων ημών… μα εκείνων των παγχρύσων στομάτων του Λόγου, των ακαθαίρετων «πύργων» , τις φωνές ενίοτε παραφράζουν είτε αγνοούν και ενίοτε λοιδορούν…
Ανήκουν αυτά λένε σε άλλη εποχή .Πολύ μακρινή ! Δεν καταδίκασε προσθέτουν ο Χριστός ! Μόνο συγχώρεσε. Δεν λιθοβόλησε την μοιχαλίδα. Αλήθεια ως εκεί μόνο θυμάστε ; «…πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε! (Ιωάν. η.11) Τι εννοούσε με εκείνο το μηκέτι ο μόνος αναμάρτητος ; Φυσικά και θα την ξανασυγχωρούσε αν εκείνη και πάλι προσέτρεχε μετανοημένη στα άχραντα πόδια του. Μα δεν αμνήστευσε και δεν στρογγύλεψε την μοιχεία! Μάλιστα ο Χριστός μας καταδίκασε αυστηρότατα το άθεσμο που σήμερα προελαύνει και ενίοτε παρελαύνει… Θέλουμε απόδειξη περί τούτου ; Γιατί πολλοί διατυμπανίζουν ότι ο Χριστός δεν ασχολήθηκε με κανενός είδους προσανατολισμό… Άλλα λένε είναι εκείνα που στηλίτευε… Εσύ αδελφέ μου , λαϊκέ και φευ… κληρικέ , που λες με την γλυκύτατη φωνή σου και το μεταδοτικό, θεόσδοτο και προς πολλαπλασιασμό, ταλαντό σου κάτι τέτοιο, τρέξε σε εκλιπαρώ στο Φως του Ευαγγελίου ( εκτός αν άρχισες και αυτό να το αμφισβητείς) και δες εκεί τι είπε ο Χριστός μας που και χθες και σήμερα και στους αιώνες θα είναι ο ίδιος !

( Λουκάς. 10,11-12)…. καὶ τὸν κονιορτὸν τὸν κολληθέντα ἡμῖν ἀπὸ τῆς πόλεως ὑμῶν εἰς τοὺς πόδας ἡμῶν ἀπομασσόμεθα ὑμῖν· πλὴν τοῦτο γινώσκετε, ὅτι ἤγγικεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Σοδόμοις ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀνεκτότερον ἔσται ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. ( Μάρκος.6, 11) καὶ ὅσοι ἐὰν μὴ δέξωνται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν ὑμῶν εἰς μαρτύριον αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται Σοδόμοις ἢ Γομόῤῥοις ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.Θα επιβληθεί στα Σόδομα και στην Γόμορα πιο υποφερτή τιμωρία …Θα τιμωρηθούν δηλαδή ! Γιατί θα τιμωρηθούν ; Για ποιόν λόγο έβρεξε φωτιά και θειάφι εκεί ; Μήπως για μια συγκεκριμένη πράξη …;

Με όλην την δύναμη της ψυχής μας λέμε πως δεν υπάρχει καμιά απολύτως πράξη που αν την εξομολογηθούμε μετανοημένοι δεν θα μας συγχωρεθεί ! Αν ακόμα με φιλότιμο αναγνωρίσουμε τα όποια πάθη μας, που ναι είναι τόσο φιλεπίστροφα και με φιλότιμο προσπαθήσουμε να παλέψουμε με αυτά για να τα νικήσουμε με την βοήθεια του Θεού.
Αλλοίμονο όμως , ας μην δίνεται απροϋπόθετη άφεση χωρίς φάρμακο , χωρίς θεραπεία , χωρίς τους Θεοπαράδοτους κανόνες , που κάθε πνευματικός εξατομικεύοντας θα έχει ως φωτεινό σημείο αναφοράς χωρίς να τους εξαφανίζει ή στρεβλώνει. Γιατί άλλο Αγάπη και άλλο αγαπολογία ! Άλλο συγχωρώ και άλλο αμνηστεύω άκριτα και ισοπεδωτικά στο όνομα της αγάπης που ο Χριστός έχει.
Γιατί ο Χριστός μας είναι ο ίδιος Η ΑΓΑΠΗ , δεν έχει απλά αγάπη συναισθηματική, δακρύβρεχτη, συγκινησιακή …Αν έχουμε τον Χριστό μέσα μας, άρα και ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ, ακολουθούμε τον νόμο Του τον Ευαγγελικό , τις εντολές Του, τα Χρηστά Του κρίματα και τα μαρτύριά Του ! Βαδίζουμε την στενή και τεθλιμμένη οδό των δικαιωμάτων και του θελήματός Του. Αυτός είναι και μόνο ο ορθός δρόμος. “Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με” (Ιωάν. δ’, 21) Όσοι αλλιώς πορεύονται με μια κάποια αγάπη …δεν ορθοδοξούν μα λοξοδρομούν …Ας φωτίσει ο Κύριος όλους μας !

ΥΓ1 : Κάθε άνθρωπος που μιλά και γράφει στον λεγόμενο πνευματικό Ορθόδοξο χώρο, θα πρέπει να κρίνεται κυρίως με βάση το αταλάντευτο παρόν του… Αν σε μερικά χρόνια αυτά που γράφτηκαν παραπάνω έχουν καταστρατηγηθεί και τσαλαπατηθεί από τον γράφοντα παρακαλώ αδελφοί μου συναμαρτωλοί να του υπενθυμηθούν…
ΥΓ2: Υπό μια αντίστροφη δε θεώρηση, όσα ορθά ειπώθηκαν από κάποιους σύγχρονους «αγαπολόγους» στο έστω κοντινό παρελθόν, δεν αμνηστεύουν το σημερινό περιγραφέν και επικίνδυνο για ψυχές λοξοδρόμημα …

ΥΓ3: Υπάρχουν πολλά περιστατικά Αγίων πνευματικών (Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης , Γέρων Εφραίμ Φιλοθεϊτης κ.α) , οι οποίοι εξατομικεύοντας με διάκριση θαυμαστή δεν «κανόνισαν» βαρύτατες εξομολογημένες αμαρτίες ειλικρινώς μετανοούντων και σοφά τους επέτρεψαν άμεσα την θεία κοινωνία . Το παραπάνω κείμενο αναφέρεται στην άκριτη γενίκευση που επιτρέπει σε όλους ανεξαιρέτως να προσέρχονται στο Ιερό ποτήριο περιορίζοντας και ελαχιστοποιώντας τα κριτήρια που συγκροτούν την Θεία δικαιοσύνη.

ΥΓ4: Ο μακαριστός Ιεροκήρυκας Δ.Παναγόπουλος συνεχώς στους λόγους του προέτρεπε σε τακτικότατη θεία μετάληψη ! Εδόθη ημερήσια και κατάντησε ενιαύσιος επαναλάμβανε μετά πικρίας ! Πάντοτε όμως πρέσβευε το ότι ο Ορθόδοξος Χριστιανός για να μπορεί να μεταλαμβάνει πρέπει να προσπαθεί να εκπληρώνει χωρίς εκπτώσεις πάσαν δικαιοσύνην!

Η ομότιτλη εκπομπή όπως την οπτικοποίησε η αδελφή μας και συνεργάτιδα Στεφανία Στ.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

« ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΙΧΩΣ ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ, ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ »





Με αφορμή την πανδημία του Κορωναϊού έχουν γίνει πολλές συζητήσεις αυτές τις ημέρες ιατρικές, κοινωνικές, οικονομικές, θεολογικές και όχι μόνο. Θα ήθελα προσωπικά να αναφερθώ στη θεολογική διάσταση του θέματος. Και ιδιαίτερα θέλω να σταθώ στη στέρηση της Θείας Κοινωνίας στους αγωνιζόμενους πιστούς Χριστιανούς.
Σίγουρα οι επιπτώσεις της πανδημίας είναι πολλές και ιδιαίτερα σε ανθρώπινες ζωές. Αυτό μας στενοχωρεί όλους μας, να βλέπουμε κατά χιλιάδες να πεθαίνουν άνθρωποι από τον ιό αυτό. Σίγουρα η κυβέρνηση οφείλει να λάβει μέτρα, προκειμένου να μειωθούν τα θύματα από την πανδημία αυτή. Και ως ένα σημείο τα έχει καταφέρει και αξίζει τον έπαινό μας στην προσπάθεια αυτή.
Και πολλοί από εμάς τους Χριστιανούς έχουμε αποδεχθεί τα μέτρα που έχει πάρει η Πολιτεία, ακόμη και για τους λατρευτικούς χώρους. Ίσως ο συνωστισμός πολλών ατόμων σε έναν χώρο να αυξήσει τα κρούσματα του Κορωναϊού στη χώρα μας.
Όμως από κάποιο σημείο και μετά έχει λίγο ξεφύγει η κατάσταση. Τι εννοώ. Θα μπορούσε να επιτρέπει η Πολιτεία στους Ιερούς Ναούς να λειτουργούν κανονικά και όχι «κεκλεισμένων των θυρών» και να εισέρχεται ένας ορισμένος αριθμός πιστών και σε απόσταση. Όμως κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αποκλείει τους πιστούς από την Θεία Κοινωνία, από το να λάβουν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού! Μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας ο κάθε πιστός, που θα ήθελε να κοινωνήσει, να μπορούσε να προσέλθει στο Ποτήριο της Ζωής.
Δεν νοείται Εκκλησία δίχως Θεία Ευχαριστία. Δεν νοείται Θεία Ευχαριστία χωρίς τη συμμετοχή των πιστών σε αυτή. Γιατί μην ξεχνάμε μέχρι τώρα απαγορευόταν να λειτουργήσουν οι υπόλοιποι Ναοί, εκτός από τον Μητροπολιτικό Ναό κάθε Μητροπόλεως, από όπου μεταδιδόταν ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά η Θεία Λειτουργία.
Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας γράφει: «Η ταύτιση Εκκλησίας και Ευχαριστίας έχει τις ρίζες της πολύ βαθιά· ανάγεται ήδη στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες, όπως μαρτυρούν οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ιδιαίτερα η Α΄ προς Κορινθίους, όπου στο κεφάλαιο 11 ο Απόστολος ταυτίζει Ευχαριστία και Εκκλησία, όταν γράφει αναφερόμενος στην ευχαριστιακή σύναξη της Κορίνθου: “συνερχομένων υμών εν εκκλησία” (Α΄ Κορ. 11, 18).
»Την σύνδεση αυτή Ευχαριστίας και Εκκλησίας την βλέπουμε και στην Πατερική περίοδο, όπως μαρτυρούν οι άγιοι Ιγνάτιος Αντιοχείας, Κυπριανός, Μάξιμος κ.α. μέχρις ότου φθάσουμε στον πρώτο σαφή και εκπεφρασμένο ορισμό της Εκκλησίας που συναντούμε για πρώτη φορά το 14ο αιώνα. Πρόκειται για τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, ο οποίος πρώτος μας δίνει ορισμό της Εκκλησίας. Τι σημαίνει “Εκκλησία”; Ο Νικόλαος Καβάσιλας απαντά: “Η Εκκλησία σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις”. Η φράση “εν τοις μυστηρίοις” σημαίνει απλώς “εν τη Θ. Ευχαριστία”…» («Εκκλησία και Έσχατα»).
Είναι δυνατόν λοιπόν, έστω και μέσα σε αυτή τη φοβερή πανδημία, να απαγορεύονται από κάποιους θρησκευτικούς και πολιτικούς ταγούς η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και να προτείνεται να την παρακολουθούμε από την τηλεόραση; Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό, σε άλλες εποχές καλές, τι λέγαμε εμείς οι κληρικοί προς τους πιστούς, ότι δεν πρέπει να παρακολουθούν την Θεία Λειτουργία από την τηλεόραση και να έρχονται στην Εκκλησία. Τι άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα;
Και συνεχίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας: «Αν η ταυτότητα της Εκκλησίας βρίσκεται στην Θ. Ευχαριστία, τότε όλα τα στοιχεία που αναφέραμε πιο πάνω, δηλαδή τα δόγματα, το κήρυγμα, η ηθική, η ιεραποστολή, η θεραπεία από τα πάθη κ.λπ. γίνονται “εκκλησία”, εκκλησιοποιούνται, μόνον όταν ενταχθούν στην Θ. Ευχαριστία· έξω από αυτήν, δηλαδή ως μεμονωμένες ενέργειες, δεν αποτελούν πράξεις της Εκκλησίας…
»Θέτω πολύ συχνά στον εαυτό μου και σε άλλους το ερώτημα: θα είχε άραγε σωθεί η οσία Μαρία η Αιγυπτία, αν μετά τα 40 χρόνια σκληρής ασκήσεως δεν κατέληγε στο να κοινωνήσει των αχράντων Μυστηρίων από τον άγιο Ζωσιμά; Ο Θεός βεβαίως τελικά μας σώζει, αλλά δεν είναι τυχαίο ότι η οσία Μαρία δεν αρκέστηκε στην άσκησή της, αλλά επεδίωξε την Θ. Κοινωνία προ του θανάτου της. Άσκηση, όπως είπαμε πιο πάνω, βρίσκει κανείς και έξω από την Εκκλησία. Θεία Ευχαριστία όμως όχι». («Εκκλησία και Έσχατα»).
Κάποιοι παρομοιάζουν την αποχή από την Θεία Κοινωνία, εξαιτίας των μέτρων για την πανδημία, με αυτήν της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Όμως κάνουν λάθος! Η οσία Μαρία πήγε οικειοθελώς στην έρημο, ενώ οι σημερινοί πιστοί εμποδίζονται από το να κοινωνήσουν. Και αυτή η κατάσταση έχει ξεκινήσει από την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Όμως μέχρι πότε πρέπει να απέχουν οι πιστοί από την Θεία Κοινωνία;
Το λέω και πάλι. Μέτρα οφείλουν να πάρουν και καλά κάνουν. Αλλά χρειάζεται και μία οικονομία, για το πως θα προσκυνήσουν οι πιστοί την Μεγάλη Εβδομάδα, αλλά και πως θα κοινωνήσουν (έστω λίγοι λίγοι). Θεία Κοινωνία δεν μπορεί να μεταδοθεί από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το ίντερνετ.
Και θα κλείσω τις σκέψεις μου αυτές με τα λόγια το Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα: «Το πρώτο που νομίζω πως πρέπει να κάνει (η Εκκλησία) είναι να συνειδητοποιήσει ότι τα μέσα της τεχνολογίας, της επικοινωνιολογίας κ.λπ. δεν είναι αθώα, αλλά άκρως επικίνδυνα για το ίδιο το μήνυμα που θέλει να μεταφέρει δι’ αυτών η Εκκλησία. Όπως κάθε ιστορική πραγματικότητα, έτσι και τα μέσα αυτά εμπεριέχουν στην φύση τους το κακό, πολύ περισσότερο στις μέρες μας, που η ανάπτυξη των μέσων αυτών απειλεί την ίδια την ελευθερία μας, την ιερότητα και την αξιοπρέπεια του προσώπου μας και το ίδιο το φυσικό μας περιβάλλον. Αυτό θα κάνει την Εκκλησία, αν μη τι άλλο, φειδωλή στην χρησιμοποίηση αυτών των μέσων». («Εκκλησία και Έσχατα»).

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΗ (Πρωτοπρεσβύτερος Matei Vulcanescu)

Ὁ σκοπός τῆς ἐπίγειας ζωῆς εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς. Αὐτό μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ μόνο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ὑπάρχει σωτηρία ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας; Εἶναι οἱ μάρτυρες τῶν ἑτερόδοξων ἀληθινοί μάρτυρες γιά τόν Χριστό;

Αὐτό εἶναι ἕνα ἐρώτημα, πού ἀπασχολεῖ ὅλους ὅσους ἐπιθυμοῦν τήν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν τους στήν ἀνθρωπότητα. Καί εἶναι ἀπόδειξη ἀλτρουϊσμοῦ καί ἀγάπης νά ἐπιθυμεῖ κάποιος νά σωθοῦν ὅλοι, ὁμοιάζοντας ἔτσι μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»[2].


Γι' αὐτό καί ἡ σωτηρία τῶν μή Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν μας στήν ἀνθρωπότητα, πρέπει νά εἶναι μέσα στήν ψυχή μας ὡς μιά συνεχής ἔγνοια. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει : «Πῶς μποροῦμε νά εἴμαστε τόσο δειλοί, ὥστε νά εἴμαστε εὐχαριστημένοι μέ τήν σωτηρία μας, μέ δεδομένο ὅτι θέτουμε σέ κίνδυνο τήν ἴδια τήν σωτηρία μας, ἄν δέν φροντίζουμε καί γι’ αὐτή τῶν ἄλλων; Ἔτσι, σέ μιά μάχη, ὅποιος δέν σκέφτεται παρά τό πῶς θά ξεφύγει, τρέχοντας μακριά, χάνει καί τόν ἑαυτό του, πρίν χάσει καί τούς δικούς του· ἀλλά ὅποιος ἀγωνίζεται γενναῖα, γιά νά βγάλει τούς συντρόφους του ἀπό τόν κίνδυνο, σώζεται καί ὁ ἴδιος, καί γλυτώνει καί τούς ἄλλους. Αὐτή ἡ ζωή εἶναι ἕνας συνεχής πόλεμος καί οἱ ἐχθροί εἶναι πάντα παρόντες, πολεμώντας ἔτσι ὅπως μᾶς προστάζει ὁ αὐτοκράτορας καί κεφαλή μας»[3].



Συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος : «Ἀκοῦστε τά λόγια, πού λέει στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ [ὁ προφήτης Ἱερεμίας[4]] καί εἶναι ὡς ὁ Θεός νά λέγει : « Ὅποιος κάνει γνωστή τήν ἀλήθεια στόν πλησίον του, ὅποιος τόν φέρει ἀπό τό κακό στήν ἀρετή, μέ μιμεῖται κατά τό δυνατόν τῆς ἀνθρώπινης φύσεως»[5].



Ἀπό αὐτήν τήν ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, βλέπουμε ὅτι αὐτή ἡ ἔγνοια γιά τήν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μας, τόσο γιά τούς ὀρθῶς πιστεύοντες χριστιανούς, ὅσο καί γιά τούς μή χριστιανούς ἤ κακῶς πιστεύοντες (αἱρετικούς, ἀθέους ἤ παγανιστές), εἶναι καλή ἔγνοια.



Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος λέγει στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή ὅτι ἡ σωτηρία δέν ἔρχεται ἀπό τίς πράξεις τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ Χριστός εἶναι τό τέλος τοῦ νόμου, τό πλήρωμα τοῦ νόμου. Ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν μποροῦσε νά φέρει μόνος του τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός ἦταν προπαρασκευστικός, γιά νά δεχθεῖ ἡ ἀνθρωπότητα τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός εἶναι τό πλήρωμα τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν, καί ὁ ἄνθρωπος, ὅσο καλός καί ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά σωθεῖ μόνο μέ τίς καλές του πράξεις. Ἔτσι, ἡ αὐστηρή ἐκπλήρωση τοῦ Νόμου καί τά καλά ἔργα, χωρίς πίστη στόν Χριστό, δέν ἔχουν τήν δυνατότητα νά φέρουν τήν σωτηρία[6].



Ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος λέγει : «ἐάν ὀμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον ᾿Ἰησοῦν, καί πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεός αὐτόν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· καρδίᾳ γάρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δέ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν»[7].



Ἑπομένως, ἡ σωτηρία δέν εἶναι προϊόν ἀνθρώπινης προσπάθειας. «Τῇ γάρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως· καί τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τίς καυχήσηται»[8]. Ἡ σωτηρία ἔρχεται μέσῳ τῆς ὀρθῆς πίστης στόν Ἰησοῦ Χριστό, δηλαδή σάν δῶρο, πού τό λαμβάνουμε.



Ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων : «Ὁ Σωτήρας ὑπέμεινε αὐτά τά πράγματα (σταύρωση, θάνατο, ἐμπαιγμό) καί ἔφερε εἰρήνη μέ τό αἷμα τοῦ Σταυροῦ Του, ἐπειδή ἤμασταν ἐχθροί τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἁμαρτία ... ὁ Χριστός ἔφερε ἐπί ξύλου τίς ἁμαρτίες μας στό σῶμα Του, ὥστε μέσῳ τοῦ θανάτου Του νά μπορέσουμε νά θανατώσουμε τήν ἁμαρτία καί νά ζήσουμε μέ δικαιοσύνη»[9]. Καί αὐτήν τήν ὀνομάζουμε γενική ἤ ἀντικειμενική σωτηρία. Αὐτό σημαίνει ὅτι δυνητικά εἴμαστε ὅλοι σεσωσμένοι, ἀλλά κάθε ἄτομο θά πρέπει νά ἀποκτήσει τούς καρπούς τῆς ἐνσάρκωσης, τῆς θυσίας, τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τήν ἀπόκτηση αὐτῆς τῆς θυσίας τήν ὀνομάζουμε ὑποκειμενική σωτηρία καί ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἕνωση κάθε ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία μέσῳ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος.



Ὁ Χριστός μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά σωθοῦμε, δέν μᾶς σώζει χωρίς τήν θέλησή μας, ἀλλά μᾶς ἀνοίγει τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, δυνατότητα ἀνύπαρκτη μέχρι τήν Ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Μέχρι τότε, σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πήγαιναν στόν χῶρο τῶν νεκρῶν, στόν Ἅδη, παραμένοντας ἀθάνατη ἡ ψυχή, ἀλλά ὄχι καί σέ κοινωνία μέ τόν Θεό. Ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ παραμένει σέ ἰσχύ καί μετά τόν σωματικό θάνατο, καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι σέ ἐπαφή μέ τά ἔκπτωτα πνεύματα καί τίς προγονικές ψυχές στήν κατάσταση τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς, ὁ Χριστός ἀνοίγει τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας, ἀλλά δέν δίνει αὐτόματα τήν σωτηρία σέ ὅλους, ἀνεξάρτητα μέ τήν κατάστασή τους μπροστά Του, ἀνεξάρτητα ἀπό τά πάθη τους καί ἀπό τίς συνέπειές τους καί τήν ζωή τους. Σωτηρία σημαίνει, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κοινωνία μέ τόν Ἀναστάντα Χριστό.



Ἡ σωτηρία ξεκίνησε μέ τήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη, ὅπου βρισκόταν καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ πιό μεγάλος ἄνδρας, πού γεννήθηκε ἀπό γυναίκα. Ἀπό τήν κόλαση δέν ἔφυγαν μέ τόν Χριστό ὅλες οἱ ψυχές, ἀλλά μόνο οἱ Δίκαιοι, ἀπό κάθε ἔθνος, οἱ ὁποῖοι εἶχαν κάνει τήν ἐπιλογή τους στήν ἐπίγεια ζωή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν ΛΣΤ΄ (36η) ὁμιλία του στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, ἐξηγεῖ ὅτι, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁ Χριστός δέν εἶχε κατέβει ἀκόμα στόν Ἅδη, ἔπρεπε καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής νά πάει στόν Ἅδη, ὅπως κάθε ἄλλη ψυχή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει : «Ἡ τωρινή μας ζωή εἶναι ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας (οἱ ἐπιλογές μας), μετά τόν θάνατο θά εἶναι ἡ κρίση καί ἡ κατάκριση˙ διότι λέγει ἡ Ἁγία Γραφή «ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου· ἐν δέ τῷ Ἅδη τίς ἐξομολογήσεταί σοι»[10]; Κατόπιν μᾶς δείχνει ὅτι ἡ σωτηρία ἔχει ἔρθει μόνο μέ τήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη : «ὅτι συνέτριψε πύλας χαλκάς καί μοχλούς σιδηροῦς συνέθλασεν»[11] μέσῳ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ! Τότε, γιά πρώτη φορά, ἀποκαλύφθηκε τό ἀθάνατο σῶμα, διαλύοντας τήν τυραννία τοῦ θανάτου. Ἐπιπλέον, αὐτό δείχνει ὅτι διαλύθηκε ἡ δύναμη τοῦ θανάτου, ἀλλά ὄχι καί ὅτι συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες αὐτῶν, πού πέθαναν πρίν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. «Λέγω δέ ὑμῖν ὅτι Σοδόμοις ἐν τῇ ἡμέρα ἐκείνη ἀνεκτότερον ἔσται ἤ τῇ πόλει ἐκείνη»[12]. Θά τιμωρηθοῦν οἱ κάτοικοι τῶν Σοδόμων καί τῶν Γομόρρων˙ θά τιμωρηθοῦν πιό ἤπια, ἀλλά θά πρέπει νά τιμωρηθοῦν. Παρόλο πού ἔλαβαν στήν γῆ τήν μεγαλύτερη τιμωρία, παρά ταῦτα δέν θά γλυτώσουν καί τήν μελλοντική τιμωρία… Μήπως ὑπάρχει ἐδῶ μιά ἀδικία; Σίγουρα ὄχι! Γιατί εἶχαν τήν δυνατότητα νά σωθοῦν τότε, ἀκόμα καί ἄν δέν εἶχαν ὁμολογήσει τόν Χριστό. Τόν καιρό ἐκεῖνο δέν τούς ζητοῦνταν κάτι τέτοιο ἀπό τόν Θεό, παρά μόνο τό νά μήν θυσιάζουν στά εἴδωλα καί νά πιστεύουν τόν Ἀληθινό Θεό … Γι’ αὐτόν τόν λόγο θαυμάζουμε τούς τρεῖς νέους στή Βαβυλώνα, γιατί ἔζησαν μιά λαμπρή ζωή, γεμάτη ἀπό καλές πράξεις καί γιατί φύλαξαν αὐτή τήν γνώση τοῦ Θεοῦ. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι τίποτε περισσότερο δέν τούς ζητήθηκε. Τότε ἡ γνώση μόνο τοῦ Θεοῦ ἦταν ἀρκετή, γιά νά σωθεῖ κάποιος»[13]. Ἡ σωτηρία θά ἐρχόταν μέ τήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἄδη, ὅπου βρίσκονταν οἱ δίκαιοι μαζί μέ τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι, μετά τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία εἶναι δυνατή μόνο μέσῳ τῆς γνώσης Του : «Ἀλλά τώρα, ὄχι, εἶναι ἀναγκαία καί ἡ γνώση του Χριστοῦ… Ἀλλά, εἶναι δίκαιο νά ριχθοῦν στήν κόλαση καί αὐτοί, πού δέν εἶχαν ἀκούσει γιά τήν κόλαση; Θά ποῦν : Ἐάν μᾶς εἴχατε ἀπειλήσει μέ τήν κόλαση, θά εἴχαμε φοβηθεῖ καί θά ἤμασταν πιό σοφοί! Δέν πιστεύω! Ὅπως καί ἐμεῖς σήμερα ἀκοῦμε κάθε μέρα νά μιλᾶνε γιά τήν κόλαση, ἀλλά δέν νοιαζόμαστε καθόλου… τό νά στενοχωρέσεις τόν Χριστό εἶναι πιό τρομερό καί τρομακτικό ἀπό τήν κόλαση…»[14]. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς δείχνει ὅτι ὁ Θεός δέν ἀφήνει κανέναν στό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πάντα προνοεῖ, ὥστε κάθε ἄνθρωπος νά Τόν γνωρίσει, εἴτε στήν Παλαιά Διαθήκη, εἴτε στήν Καινή Διαθήκη, δέν ἔχει σώσει ὅμως κανένα μέ τή βία. Αὐτός εἶναι ὁ καρπός τῆς ἐλευθερίας, τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός δέν μᾶς σώζει μέ τήν βία. Ἔτσι, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες, ὁ Χριστός μᾶς ἔδωσε τήν δυνατότητα τῆς σωτηρίας καί αὐτό εἶναι ὁ καρπός τῆς ἀνθρώπινης συνεργασίας μέ τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποία λαμβάνουμε μόνο μέ τήν ἀνθρώπινη ἐπιθυμία καί μέσῳ τῆς Ὀρθόδοξης χριστιανικῆς διδασκαλίας.



Ὁ αἱρετικός Ὠριγένης μιλοῦσε γιά ἀποκατάσταση, δηλαδή εἶχε ὑποπέσει στήν αἵρεση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα καί οἱ δαίμονες μακροπρόθεσμα θά σωθοῦν, ἄσχετα ἄν ἦταν παγανιστές, αἱρετικοί ἤ ἔκπτωτοι ἄγγελοι.



Ὁ Πελάγιος, αἱρετικός τοῦ 5ου αἰώνα μ.Χ., ἀρνοῦνταν τήν Χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὡς ἀπολύτως ἀπαραίτητη γιά τήν σωτηρία, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἀσχέτως μέ τό τί πιστεύει, μπορεῖ νά σωθεῖ, ἄν κάνει καλές πράξεις. Ὡς ἐκ τούτου ἡ αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ δήλωνε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀνήκει στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιά νά σωθεῖ, γιατί εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ καλές του πράξεις.



Αὐτή ἡ αἵρεση, πού ἐμφανίστηκε στήν Ἀνατολή, καταδικάσθηκε ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Orange (πόλη τῆς Γαλλίας) τό 530 μ.Χ. μέ σκοπό νά ἐξαλειφθεῖ.



Δυστυχῶς, αὐτή ἡ αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ ἐπανέρχεται σήμερα ὑπό τήν μορφή τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού ἐπιβεβαιώνει τόν δογματικό μινιμαλισμό, σέ ἐπεκτεινόμενη μορφή, ἡ ὁποία πρεσβεύει ὅτι εἶναι ἀρκετό νά κάνεις καλές πράξεις, σέ ὅποια θρησκεία καί νά βρίσκεσαι, γιά νά σωθεῖς, καί σέ συνοπτική μορφή, (κυκλοφόρησε ἀπό τό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο «Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων) ὅτι δηλαδή εἶναι ἀρκετό γιά κάποιον νά εἶναι βαπτισμένος στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί νά πιστεύει στόν Χριστό σάν προσωπικό Σωτήρα, γιά νά εἶναι στό δρόμο τῆς σωτηρίας.



Ὑπάρχει καί ἡ παρερμηνεία τῆς περικοπῆς ἀπό τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολή˙ «ὅταν γάρ ἔθνη τά μή νόμον ἔχοντα, φύσει τά τοῦ νόμου ποιῆ, οὗτοι νόμον μή ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου γραπτόν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν … ἐν ἡμέρα ὅτε κρινεῖ ὁ Θεός τά κρυπτά τῶν ἀνθρώπων κατά τό εὐαγγέλιόν μου διά Ἰησοῦ Χριστοῦ»[15].



Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δέν λέει ὅτι οἱ παγανιστές θά σωθοῦν, ἐπειδή ἔχουν μέσα τους τό νόμο τῆς συνειδήσεως, πού εἶναι ἔμφυτος ἀπό τόν Θεό σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, σάν ἕνας δέκτης, γιά νά μπορέσουν νά τόν ἀναγνωρίσουν ὡς Δημιουργό, ἀλλά δηλώνει ὅτι αὐτή ἡ συνείδηση τῆς διάκρισης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ τόν κρίνει ἤ τόν ὑπερασπίζεται. Ἀλλά, ὄχι ὅτι αὐτό τόν σώζει. Ἀντιθέτως, στό κείμενο στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή αὐτό ἀκριβῶς τό πράγμα ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι χωρίς τήν πίστη στόν Χριστό, ἀκόμα καί ἄν εἶσαι Ἰουδαῖος, ὑπό νόμον, ἤ παγανιστής, ὑπό τό νόμο τῆς φύσης, δέν μπορεῖς νά σωθεῖς χωρίς νά μπεῖς σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό.



Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τό ἀνωτέρω χωρίο ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, λέγει : «… «Γιατί ὅσοι ἁμάρτησαν χωρίς νόμο, θά καταδικασθοῦν σέ ἀπώλεια χωρίς τό νόμο˙ καί ὅσοι ἁμάρτησαν μέ νόμο, θά κριθοῦν με βάση το νόμο». Ἐδῶ, λοιπόν, ὄχι μόνο δείχνει τήν ἱσοτιμία Ἰουδαίου καί Ἕλληνα, ἀλλά καί πώς ὁ Ἰουδαῖος ἐπιβαρύνεται πολύ ἀπό τή χορήγηση τοῦ νόμου. Γιατί ὁ Ἕλληνας κρίνεται χωρίς τό νόμο. Τό «χωρίς νόμο», ἐδῶ δέ σημαίνει τό πιό δυσάρεστο, ἀλλά τό πιό μαλακό˙ δηλαδή δέν ἔχει τό νόμο κατήγορο. Γιατί τό «χωρίς νόμο», δηλαδη χωρίς τήν κατηγορία τοῦ νόμου, σημαίνει, καταδικάζεται μόνο ἀπό τούς φυσικούς συλλογισμούς. Ὁ Ἰουδαῖος ὅμως κρίνεται μέ βάση τό νόμο, δηλαδή, μαζί μέ τή φύση εἶναι καί ὁ νόμος κατήγορος. Γιατί ὅσο περισσότερο δέχθηκε τή φροντίδα, τόσο περισσότερο θά τιμωρηθεῖ.



Βλέπεις πῶς παρουσίασε μεγαλύτερη τήν ἀνάγκη στούς Ἰουδαίους, γιά νά τρέξουν στή Χάρη; Ἐπειδή, λοιπόν, ἔλεγαν ὅτι δέν χρειάζονται τή Χάρη, σωζόμενοι μόνο μέ τό νόμο, δείχνει πώς αὐτοί τή χρειάζονται περισσότερο ἀπό τούς Ἕλληνες, ἀφοῦ βέβαια πρόκειται νά τιμωρηθοῦν περισσότερο…».



Καί συνεχίζει ὁ χρυσορρήμων : «… Γιατί ὅταν οἱ ἐθνικοί, πού δέν ἔχουν νόμο, κάνουν ἀπό τή φύση ὅσα ὁρίζει ὁ νόμος, εἶναι πολύ καλύτεροι ἀπό αὐτούς, πού διδάσκονται ἀπό τό νόμο… «Γιατί ὅταν οἱ ἐθνικοί, πού δέν ἔχουν νόμο, κάνουν ἀπό τή φύση ὅσα ὁρίζει ὁ νόμος, αὐτοί χωρίς νά ἔχουν νόμο, εἶναι οἱ ἴδιοι νόμος στούς ἑαυτούς τους. Αὐτοί ἀποδεικνύουν πώς ἔχουν γραμμένο στίς καρδιές τους τό ἔργο τοῦ νόμου, ὅταν ἡ συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σ’αὐτούς». Γιατί εἶναι ἀρκετή ἀντί τοῦ νόμου ἡ συνείδηση καί τό λογικό. Μέ τά λόγια αὐτά ἔδειξε πάλι, πώς ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο ἰκανό γιά τήν ἐκλογή τῆς ἀρετῆς καί τήν ἀποφυγή τῆς κακίας.



Καί μήν ἀπορήσεις, ἄν ἀποδεικνύει αὐτό καί μιά καί δυό καί πολλές φορές. Γιατί τοῦ ἦταν πάρα πολύ ἀναγκαῖο αὐτό τό σπουδαῖο πράγμα γιά ἐκείνους πού ἔλεγαν, γιατί λοιπόν ἦλθε τώρα ὁ Χριστός; Καί ποῦ ἦταν οἱ ἐκδηλώσεις τῆς μεγάλης Του πρόνοιας τόν προηγούμενο καιρό; Καί αὐτούς, λοιπόν, ἀποκρούοντας παρεμπιπτόντως τώρα, δείχνει πώς, καί στά προηγούμενα χρόνια καί πρίν ἀπό τήν χορήγηση τοῦ νόμου, τό ἀνθρώπινο γένος ἀπολάμβανε ὅλη τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Γιατί πραγματικά ἐκεῖνο, πού μποροῦσε ἀπό τό Θεό νά γίνει γνωστό, ἦταν φανερό σ’αὐτούς, καί γνώριζαν ποιό ἦταν τό καλό καί ποιό ἦταν τό κακό, μέ τά ὁποῖα ἔκριναν τούς ἄλλους…».



Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει : «… Ἐπειδή, λοιπόν, εἶπε «Φαντάζεσαι ἐσύ, πού κατακρίνεις ἐκείνους, πού κάνουν τέτοια ἔργα, καί ὅμως κάνεις κι ἐσύ αὐτά, ὅτι θ’ἀποφύγεις τήν κρίση τοῦ Θεοῦ»; Γιά νά μή δεχθεῖς τέτοια κρίση, ὅμοια μ’αὐτή, πού ἐκφέρεις καί ὁ ἴδιος, ἀλλά γιά νά δεῖς ὅτι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ εἶναι πολύ ἀκριβέστερη ἀπό τή δική σου, συμπλήρωσε˙ «Τίς ἀπόκρυφες πράξεις τῶν ἀνθρώπων» καί πρόσθεσε˙ «Σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο πού κηρύττω, μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό…



… Εἶδες πῶς μέ σύνεση ὁδήγησε αὐτούς καί τούς προσκάλεσε στό Εὐαγγέλιο καί τόν Χριστό, καί ἀπέδειξε ὅτι τά ἀνθρώπινα δέν σταματοῦν ἐδῶ, ἀλλά προχωροῦν πιό πέρα; Αὐτό καί προηγουμένως τό ἔκανε, λέγοντας «Μαζεύεις ἐναντίον σου θησαυρούς ὀργῆς κατά τήν ἡμέρα τῆς ὀργῆς», καί ἐδῶ πάλι «Θά κρίνει ὁ Θεός τίς ἀπόκρυφες πράξεις τῶν ἀνθρώπων». Ὁ καθένας, λοιπόν, γνωρίζοντας τή συνείδησή του καί ἀναλογιζόμενος τά ἁμαρτήματά του, ἄς ζητάει τίς εὐθύνες μέ ἀκρίβεια ἀπό τόν ἑαυτό του, γιά νά μή κατακριθοῦμε τότε μαζί μέ ὅλο τόν κόσμο. Γιατί εἶναι φοβερό τό δικαστήριο ἐκεῖνο, φρικτό τό βῆμα, οἱ εὐθύνες εἶναι γεμάτες τρόμο, τρέχει ποταμός φωτιᾶς…»[16].



Ὁ ἅγιος Κυπριανός ἀπό τήν Καρθαγένη ἐξηγεῖ γιατί εἶναι ἀδύνατη ἡ σωτηρία ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας : «Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι (ὅσοι γεννήθηκαν σέ αἵρεση), ἀκόμα καί ἄν ἔχασαν τή ζωή τους στό ὄνομα τῆς πίστης τους, δέν θά ξεπλυθοῦν τά λάθη τους οὔτε μέ τό αἷμα τους. Τό σφάλμα τῆς διαίρεσης εἶναι σοβαρό, ἀσυγχώρητο, καί δέν μπορεῖ νά τό καθαρίσει ὁ πόνος. Δέν μπορεῖ νά εἶναι μάρτυρας κάποιος, πού δέν εἶναι στήν Ἐκκλησία. (...) Δέν μποροῦν νά μείνουν μέ τόν Θεό αὐτοί, πού δέν θά εἶναι ἑνωμένοι μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμα κι ἄν καοῦν στήν πυρά ἤ δοθοῦν στά ἄγρια θηρία, αὐτά δέν θά εἶναι ὁ στέφανος τῆς πίστης, ἀλλά ἡ τιμωρία τῆς προδοσίας, καί ὄχι τό ἔνδοξο τέλος αὐτοῦ μέ θρησκευτική ἀρετή, ἀλλά θάνατος ἀπό ἀπελπισία. Ἕνας σάν αὐτόν, πού μπορεῖ νά σκοτωθεῖ, ἀλλά δέν μπορεῖ νά στεφθεῖ. Ὀμολογεῖ ὅτι εἶναι Χριστιανός, ὅπως ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος συχνά ψεύδεται ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή καί λέει : «πολλοί γάρ ἐλεύσονται ἐπί τῷ ὀνόματι μου λέγοντες˙ ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καί πολλούς πλανήσουσιν». Ὅπως αὐτός δέν εἶναι ὁ Χριστός, ἀκόμα καί ἄν παραπλανᾶ μέ τό ὄνομα, τό ἴδιο δέν μπορεῖ νά εἶναι Χριστιανός ὅποιος δέν παραμένει στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἀληθινή πίστη»[17].



Ἡ Σύνοδος τῆς Λαοδικείας ὄρισε τόν ἑξῆς (34ο) Κανόνα : «Ὅτι οὐ δεῖ πάντα Χριστιανόν ἐγκαταλείπειν μάρτυρας Χριστοῦ, καί ἀπιέναι πρός τούς ψευδομάρτυρας, τουτ’ ἔστιν αἱρετικῶν, ἤ αὐτούς πρός τούς προειρημένους, αἱρετικούς γινομένους˙ οὗτοι γάρ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν. Ἔστωσαν οὖν ἀνάθεμα οἱ ἀπερχόμενοι πρός αὐτούς»[18].



Ἀπό ἐδῶ φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ἡ σωτηρία, ὄχι μόνο δέν εἶναι δυνατή, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν οὔτε καί τό μαρτύριο γιά τόν Χριστό νά σώσει.



Τό νά πεθάνεις ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν Χριστό, ἔχοντας μιά αἱρετική ἄποψη, δέν μπορεῖ νά σοῦ δώσει τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, διότι, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι, «ἐάν δέ καί ἀθλῆ τίς, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήση»[19].



Ὁ Κανόνας τῆς Λαοδικείας ἐνισχύεται ἀπό ὅλους τούς ἐκκλησιαστικούς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν γιά τήν ἀπαγόρευση τῆς κοινωνίας (ἀκόμη καί ὡς ἁπλῆς συμπροσευχῆς) μέ αἱρετικούς[20].



Ὁ ἅγιος Κυπριανός τῆς Καρθαγένης λέγει ὅτι «ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει σωτηρία»[21] καί ὁ ἰσχυρισμός αὐτός δέν ἀπορρίφθηκε ἀπό τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐνισχύεται ἀπό τόν ἅγιο Ἰγνάτιο (Μπριαντσιανίνωφ), ὁ ὁποῖος ἐκφράζει καί συνοψίζει τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας σέ μιά ἐπιστολή, πού ἀπευθύνεται σέ ἕνα Χριστιανό, ὁ ὁποῖος σκανδαλίζεται μέ τήν ἰδέα ὅτι οἱ μή Ὀρθόδοξοι δέν σώζονται :



«Ἕνα μόνο καλό πράγμα μᾶς εἶναι ἀπαραίτητο γιά τή σωτηρία : ἡ πίστη· ἀλλά ἡ πίστη μέ ἔργα. Μέσῳ τῆς πίστης καί μόνο μέσῳ τῆς πίστης μποροῦμε νά μποῦμε σέ κοινωνία μέ τόν Θεό, μέσῳ τῶν μυστηρίων, πού μᾶς εἶχε δώσει Αὐτός. Μάταια, ὅμως, ἀναλογιζόμενοι τήν ἁμαρτία, λέτε ὅτι οἱ καλοί ἄνθρωποι ἀνάμεσα στούς παγανιστές καί στούς μωαμεθανούς θά σωθοῦν, δηλαδή θά μποῦν σέ κοινωνία μέ τόν Θεό...



Ὄχι! ... ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ἔχει ἀναγνωρίσει ὅτι ὑπάρχει μόνο ἕνας τρόπος σωτηρίας : ὁ Λυτρωτής («ἐξηγοράσας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου»)! Αὐτή ἀναγνωρίστηκε σάν ἡ μεγαλύτερη ἀρετή τῆς ἔκπτωτης φύσης κάτω στήν κόλαση. Ἄν οἱ δίκαιοι τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ποιοῦντες θαύματα, οἱ ὁποῖοι πίστευαν στόν Λυτρωτή ὅτι ἐπίκειται νά ἔρθει, κατέβηκαν στήν κόλαση, πῶς φαντάζεστε ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες καί οἱ μωαμεθανοί καί οἱ ἄθεοι, πού δέν γνώρισαν καί δέν πίστεψαν στόν Λυτρωτή, θά κερδίσουν τήν σωτηρία, μόνο ἐπειδή αὐτοί σᾶς φαίνονται ὡραῖοι καί καλοί, ὅταν ἡ σωτηρία δέν ἐπιτυγχάνεται μέσα ἀπό ἕνα, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ἕνα μόνον μέσον, καί αὐτό εἶναι ἡ πίστη στόν Σωτήρα»[22].



Ὅλοι ἔχουν κληθεῖ στήν πίστη στόν Χριστό καί στήν σωτηρία, ἀλλά λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι. οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καί λαμβάνουν τούς καρπούς τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ.



Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς θέτει πολύ καλά τήν ἀνθρώπινη σκέψη ὑπό τό φῶς τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν σκέψη ὑπό τό Ἅγιον Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἆραγε, ἐμεῖς εἴμαστε πιό καλοί ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος «οὕτω ἠγάπησε τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἴνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ' ἔχη ζωήν αἰώνιον»[23]; Ὁ ἅγιος Παῦλος λέγει ὅτι ἡ σοφία καί ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι σάν ἕνα φύλλο στόν ἀέρα μπροστά στόν Θεό[24]. Γι’ αὐτό καί τά σκουλήκια τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἀνθρωπισμοῦ καί τοῦ ἀνθρωπισμοῦ γενικότερα εἶναι μιά ἀπόκλιση ἀπό τόν Θεό. Ὁ αἱρεσιάρχης Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄ ἦταν ἕνας κατ' ἐξοχήν ἀνθρωπιστής καί αὐτός ὁ αἰώνας εἶναι συνδεδεμένος μέ τόν ἀνθρωπισμό. Μαχητές γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη (ὁ Μαχάτμα Γκάντι ἤ ἡ Μητέρα Τερέζα τῆς Καλκούτας ἤ ὁ Ἰωάννης Παῦλος) παρουσιάζονται σάν κοινωνικοί σωτῆρες, οἱ ὁποῖοι τίθενται στήν θέση τοῦ Χριστοῦ, ἐπανενεργοποιώντας τόν Πελαγιανισμό.



Ἡ Ἁγία Γραφή μιλάει γιά ἕνα μόνο σίγουρο δρόμο, γιά νά εἰσέλθουμε στήν Βασιλεία του Θεοῦ, καί αὐτός εἶναι ἡ πίστη στόν Χριστό καί ἡ κοινωνία μαζί Του.



Αὐτή ἡ κοινωνία πραγματοποιεῖται στήν πράξη μέ τό Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος στήν Ἐκκλησία, τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική, δηλαδή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.



Ὁ Σωτήρας λέγει στόν Νικόδημο : «ἀμήν ἀμήν λέγω σοι, ἐάν μή τις γεννηθῆ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»[25]. Κατόπιν ὑπογραμμίζει πιό καθαρά : «ἀμήν ἀμήν λέγω σοι, ἐάν μή τις γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»[26].



Ἡ ἐντολή τοῦ Σωτήρα πρός τούς Ἀποστόλους Του, ἀλλά καί πρός ἐμᾶς ὅλους τούς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς εἶναι : «πορευθέντες εἰς τόν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τό εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται»[27].



Ὁ ληστής ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, πού μπῆκε στόν Παράδεισο, γιατί ὁμολόγησε τόν Χριστό, μετανόησε καί ἐξομολογήθηκε στόν Χριστό. Ὁ ληστής μπῆκε στόν Παράδεισο, ἔτσι ὅπως μπῆκαν καί ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τό Ἅγιον Πνεῦμα δέν εἶχε καταπεμφθεῖ ἀκόμη τήν Πεντηκοστή καί δέν εἶχε θεμελιωθεῖ ἀκόμη ἡ Ἐκκλησία, καί ἔτσι ὁ ληστής δέν μποροῦσε νά βαπτιστεῖ, ἔτσι ὅπως ἀκριβῶς δέν μποροῦσαν νά βαπτιστοῦν καί οἱ δίκαιοι στόν Ἅδη, τούς ὁποίους πῆρε ὁ Χριστός στόν Παράδεισο.



Ἐπιπλέον, κανονικό Βάπτισμα εἶναι καί το Βάπτισμα Αἵματος, ὅταν κάποιος πεθαίνει γιά τόν Χριστό.



Ἀλλά, τό Βάπτισμα αἵματος ἔχει ἰσχύ μόνο, ὅταν ἕνας παγανιστής ἤ αἱρετικός ἀποτάσσεται (ἀρνεῖται) τόν παγανισμό ἤ τήν αἵρεσή του, ὁμολογεῖ κατά τόν Ὀρθόδοξο τρόπο Χριστό καί γίνεται μάρτυρας γι’ αὐτό.



Κάποιος, ὁ ὁποῖος πεθαίνει σέ κοινωνία μέ ἕνα ψεύτικο χριστό, δέν μπορεῖ νά μπεῖ στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.



Γνωρίζουμε τό Βάπτισμα τῆς «ἐπιθυμίας» γιά τούς κατηχουμένους, οἱ ὁποῖοι πίστευαν στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία Του, ἀλλά δέν μπόρεσαν νά βαπτιστοῦν.



Ἐάν σωτηρία σημαίνει κοινωνία μέ τον Χριστό, ὅπως εἴδαμε, σημαίνει ὅτι καί τήν στιγμή, κατά τήν ὁποία μπαίνεις σέ κοινωνία μ’ Αὐτόν, μπαίνεις σέ κοινωνία καί μέ ὅλους ὅσοι εἶναι «συνδεδεμένοι» μέ τόν Χριστό, μέ ὅλους τούς φίλους Του, οἱ ὁποῖοι εἶναι τόσο ζωντανοί, ὅσο καί κεκοιμημένοι, ἅγιοι. Αὐτό ὀνομάζεται Ἐκκλησία. Ἔτσι, τήν στιγμή, πού μπαίνεις σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, μπαίνεις καί στήν Ἐκκλησία Του.



Ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά εἶναι ψεύτικος καί αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀποκαλύπτεται σέ κάποιους, ὅπως οἱ ἅγιοί Του, μέ εἰκόνες, μέ Ἅγια Μυστήρια, μέ ἐκκλησιαστική ἱεραρχία καί μέ ἅγια δόγματα καί κανόνες, καί σέ ἄλλους νά ἀποκαλύπτεται χωρίς Μυστήρια, χωρίς εἰκόνες, χωρίς ἁγίους, χωρίς ἐκκλησιαστική ἱεραρχία καί χωρίς ἅγια δόγματα. Ἑπομένως, ὅλοι ὅσοι μπαίνουν σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, δέν μποροῦν νά ἔχουν διαφορετικά πιστεύω, ἀλλά ὅλοι θά ἔχουν τήν ἴδια πίστη.



Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός θά παρακινήσει αὐτόν, στόν ὁποῖο τοῦ ἀποκαλύφθηκε, γιά νά μπεῖ στήν Ἐκκλησία Του, φανερώνοντάς του τό Μυστήριο τῆς σωτηρίας στό ἅγιο Βάπτισμα, στήν ἱερωσύνη, στή Θεία Εὐχαριστία καί στήν ἴδια τήν πίστη σ’ Αὐτόν.



Ὅποιος λέει ὅτι εἶναι σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἀλλά δέν προσκυνᾶ τίς εἰκόνες, δέν ἔχει ἱερωσύνη καί δέν πιστεύει Ὀρθόδοξα, στήν πραγματικότητα δέν εἶναι σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἀλλά βρίσκεται σέ πλάνη. Πιστεύει ὅτι εἶναι σέ κοινωνία, ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι σέ κοινωνία μέ τούς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι προσποιοῦνται ὅτι εἶναι ἄγγελοι φωτός καί μιμοῦνται τόν Χριστό.



Ἐάν ὁ Χριστός, βλέποντας τήν καρδιά ἑνός ψευδομάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἤ ἑνός Παπικοῦ, ἤ ἑνός Προτεστάντη, ἤ ἑνός παγανιστῆ (εἰδωλολάτρη), τοῦ ἀποκαλυφθεῖ μέ μυστικό τρόπο, σίγουρα θά τόν παρακινήσει νά ἐγκαταλείψει τήν παγανιστική του αἵρεση καί θά τόν ὁδηγήσει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.



Σάν παράδειγμα ἔχουμε τήν περίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου Κορνηλίου ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας καλός καί δίκαιος ἄνθρωπος, φιλεύσπλαχνος, μέ πολλές ἀρετές, ἀλλά πάντα χωρίς νά μπορεῖ νά σωθεῖ.



Γι' αὐτό, τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦλθε σ’ αὐτόν καί τοῦ μίλησε, προτρέποντάς τον νά πάει στόν Ἀπόστολο Πέτρο, γιά νά βαπτιστεῖ[28], ἔτσι ὥστε νά μπεῖ σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του.



Ἀπό αὐτό βλέπουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀμερόληπτος καί δέν ἀφήνει κανένα στό σκοτάδι τοῦ θανάτου, ἀλλά ταυτόχρονα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραμένουν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέν χαίρονται τούς καρπούς τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Σέ ἀντίθεση μέ τούς κακόδοξους, οἱ ὁποῖοι βλασφημοῦν κατ' αὐτό τόν τρόπο τό Ἅγιον Πνεῦμα. Γι’ αὐτούς ὁ Χριστός εἶναι σάν νά μήν ἦρθε καί σάν νά μήν μᾶς ἔσωσε, ζῶντας ἀκριβῶς ὅπως στήν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν «σκιά τοῦ θανάτου» τῆς ψυχῆς, περιμένοντας στό τέλος τήν κόλαση.



Κάποιοι φέρνουν σάν ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅσον ἀφορᾶ την σωτηρία, τήν ὁποία ἐκθέσαμε πιό πάνω, τό λεγόμενο ὅραμα τοῦ ἁγίου Νήφωνος Κωνσταντιανῆς[29]. Κανείς δέν ἔχει ἀποδείξει την αὐθεντικότητα καί τήν πατερική συνέχεια σέ αὐτό τό «ὅραμα», μέ τό ὁποῖο ἰσχυρίζονται ὅτι στόν Παράδεισο ὑπῆρχαν καί παγανιστές, ἀλλά ἦταν τυφλοί, δέν εἶχαν ὅραση.



Ἀλλά, ἀκόμα καί ἄν αὐτό τό ὅραμα ἦταν ἀληθινό, δέν μποροῦμε νά βγάλουμε τό συμπέρασμα ὅτι αὐτοί οἱ παγανιστές ἦταν στόν Παράδεισο, γιατί ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν σημαίνει κατά κύριο λόγο πνευματική ὅραση, ὅραση τοῦ Ἀκτίστου Φωτός , ἐνῶ ἔλλειψη ὅρασης (τύφλωση) σημαίνει στήν πραγματικότητα κόλαση.



Ὁ κόσμος ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας βρίσκεται κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ κακοῦ, τοῦ διαβόλου, καί αὐτό τό πράγμα φαίνεται καλύτερα μέσῳ τῶν προσευχῶν ἐξορκισμοῦ, πού κάνουν στόν κατηχούμενο ἤ στό παιδάκι κατά τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος.



Μέχρι τό Βάπτισμα, λέγει ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς, ὁ διάβολος φωλιάζει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή εἶναι κύριος τοῦ ἀνθρώπου, βασιλεύοντας στήν καρδιά[30]. Μόνο μέσῳ τῶν ἐξορκισμῶν τοῦ βαπτίσματος, μέ τό νά τόν ἀποτάσσεται (ἀρνεῖται) καί μέσῳ τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος διώχνεται ὁ διάβολος ἀπό τήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ ἤ τοῦ κατηχούμενου: (Καί ἐμφυσᾶ αὐτῷ τρίτον ὁ Ἱερεύς, καί σφραγίζει τό μέτωπον αὐτοῦ καί τό στόμα, καί τό στῆθος, λέγων) Ἐξέλασον ἀπ' αὐτοῦ πᾶν πονηρόν καί ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καί ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ (καί λέγει τοῦτο ἐκ γ'). Πρίν ἀπό αὐτό εἶναι οἱ ἐξορκισμοί, οἱ ὁποῖοι ξεκινοῦν μέ τά λόγια : Ἐπιτιμᾶ σοι Κύριος, Διάβολε,… ἀκριβῶς ὅπως προβλέπεται καί στούς κανόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου[31], καί ἐκ νέου στό τέλος, ἀκριβῶς πρίν τό Σύμβολο τῆς Πίστεως κάνουν τίς ἀρνήσεις[32].



Τά «μυστήρια» ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι σωστικά, γιατί παραμένουν κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος πλανᾶ μέσῳ τῶν ψευδοανθρωπιστικῶν χριστιανισμῶν καί τῶν ψευδομυστηρίων.



Ὅλοι, ὅσοι μεταλαμβάνουν σέ αἱρετική εὐχαριστία, γίνονται συμμέτοχοι μέ τόν πατέρα του ψεύδους, ὁ ὁποῖος ἐνέπνευσε τήν αἵρεση, δηλαδή μέ τόν διάβολο, λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης[33]. Τά «μυστήρια» τῶν αἱρετικῶν, σύμφωνα μέ ὅλους τούς Ἱερούς Κανόνες εἶναι σάν τό νερό τῆς βροχῆς, ἐφόσον δέν ἔχουν σωστικό χαρακτήρα[34].



Συνοψίζοντας τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τούς Ἱερούς Κανόνες τῶν Ἁγίων Συνόδων, ἰδίως τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης ἐναντίον τοῦ Πελαγιανισμοῦ, ἡ ὁποία ὑποστήριζε τήν σωτηρία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας μέσῳ τῶν δικῶν μας δυνάμεων, ὁ καθηγητής τῆς Δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης ἐπιβεβαίωσε στό Συνέδριο τῆς Κωνστάντζας : «Δέν ὑπάρχει σωτηρία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί δέν ὑπάρχει, ἐπειδή ἄν ὑπῆρχε θά κενώνονταν (θά ἄδειαζε) τό σωτηριολογικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Θά ἄδειαζε ὁ σκοπός τῆς Ἐνανθρωπήσεως, τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας. Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά διευκρινίσω λιγάκι τήν ἔννοια τῆς σωτηρίας, γιά νά κατανοηθεῖ τό θέμα. Ὅταν μιλᾶμε γιά σωτηρία στό πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν ἐννοοῦμε ἕνα νομικό γεγονός. Ἐννοοῦμε μιά κοινωνία ζωῆς. Ὁ Χριστός, ὅταν ἔφευγε ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, εἶπε στούς μαθητές Του : «Ζωήν τήν ἐμήν δίδωμιν ὑμῖν». Τήν ζωή τήν δική Μου σᾶς δίνω. Καί ἔχω ἔρθει «ἵνα ζωήν ἔχωσι» οἱ ἄνθρωποι, νά ἔχουν ζωή, καί «περισσόν ἔχωσι»[35], νά ἔχουν ξεχείλισμα ζωῆς. Αὐτή ἡ ζωή, γιά τήν ὁποία μιλάει ὁ Χριστός, δέν εἶναι ἡ βιολογική ζωή Του, γιατί ἡ βιολογική ζωή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἴδια μέ τήν δική μας, ἐκτός ἁμαρτίας. Ἡ ζωή, γιά τήν ὁποία μιλᾶ ὁ Χριστός, εἶναι ἡ Τριαδική ζωή. Ἡ ζωή, δηλαδή, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, εἶναι Ἄκτιστη Ζωή, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεότητα, εἶναι ἡ Ἄκτιστη Θεοποιός Χάρη καί Ἐνέργεια, στήν ὁποία μετέχουμε, γιά νά σωζόμαστε. Ἔτσι, ὅταν λέμε ὅτι κάποιος μπορεῖ νά σωθεῖ ἤ νά μήν σωθεῖ, ἐννοοῦμε κάτι πάρα πολύ ἁπλό καί κατανοητό. Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, πῆρε δηλαδή τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά μᾶς δώσει στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας τήν δυνατότητα νά κοινωνήσουμε, δηλαδή νά μετάσχουμε τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Σέ μιά ἄλλη συνάφεια ὁ Χριστός εἶπε ὅτι Ἐγώ εἶμαι ἡ ἄμπελος καί ἐσεῖς τά κλήματα. Ἄν ἕνα κλῆμα κοπεῖ, δέν μπορεῖ νά φέρει καρπούς. («Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα. Ἐάν μή τις μείνη ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τό κλῆμα καί ἐξηράνθη, καί συνάγουσιν αὐτά καί εἰς τό πῦρ βάλλουσι καί καίεται»[36]). Πρακτικῶς αὐτό στήν Ἐκκλησία σήμαινε ὅτι μέ τήν πνευματική ἐξουσία, πού ἔδωσε ὁ Χριστός στούς μαθητές Του νά λύνουν καί νά δένουν τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν κάποιος δέν ἔχει τήν ὀρθή πίστη, ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, μέσῳ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἔτσι δέν εἶναι φυσιολογικό γεγονός, δέν μπορεῖ κάποιος, πού ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία, νά φέρει καρπό. Ὁ καρπός εἶναι ἡ σωτηρία. Εἶναι σάν νά ποῦμε τό ἑξῆς παράδειγμα ἀπό τόν χῶρο τοῦ κτιστοῦ. Ὑπάρχει ἡ γεννήτρια, πού δίνει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα. Ὑπάρχει καί ὁ λαμπτήρας ὁ συγκεκριμένος, ἡ λάμπα. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἡ λάμπα, ἐπειδή εἶναι λάμπα, μπορεῖ νά φωτίζει. Εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητο νά ὑπάρχει ἡ σύνδεση μεταξύ τῆς γεννήτριας, πού βγάζει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα, καί τοῦ λαμπτήρα, τῆς λάμπας. Μιλᾶμε δηλαδή γιά ἕνα ὑπαρξιακό, ὀντολογικό γεγονός, τό ὁποῖο γνωρίζει καί ὁ διάβολος. Ὁ διάβολος δηλαδή γνωρίζει καλύτερα καί ἀπό μᾶς καί πιστεύει στόν Θεό, ἀλλά δέν σώζεται. Γιατί; Ἐκεῖνο, πού συνδέει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα μέ τήν λάμπα, δέν εἶναι μόνο τό καλώδιο, πού ὑπάρχει ὀργανικά, δηλαδή ἡ πίστη, ἀλλά χρειάζεται καί ὁ διακόπτης. Αὐτό λέγουν καί οἱ Πατέρες, αὐτός ὁ διακόπτης εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, τήν ὁποία δέν ἔχει ὁ διάβολος. Τελειώνω μέ τό ἑξῆς : ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶπε καί στήν Παλαιά Διαθήκη καί τό ἐπαναβεβαίωσε ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη ὅτι «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν»[37], δηλαδή τήν Χάρη, τήν Ἄκτιστη Θεοποιό Χάρη καί Ἐνέργεια, τήν ζωή Του ὁ Θεός τήν δίνει μόνο σέ ὅσους εἶναι ταπεινοί. Ἕνας αἱρετικός, ἕνας ἑτερόδοξος, μᾶς λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ταπεινός. Ἄλλωστε τό ὅτι εἶναι αἱρετικός ἔχει ξεχωρίσει τόν ἑαυτό του ἀπό τό φρόνημα τῶν Πατέρων. Δέν εἶναι ἑπόμενος τοῖς Ἀγίοις Πατράσι»[38].



Στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας βρίσκονται ἀναθέματα καί ἐναντίον ὅσων θεωροῦσαν ὅτι ὑπάρχει σωστική Χάρις ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μέ τίς Ἡσυχαστικές συνόδους, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται ὡς ἡ 9η Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος :



«Ἀκόμη, στούς ἴδιους, πού φρονοῦν καί λένε ὅτι κάθε φυσική δύναμη καί ἐνέργεια τῆς Τρισυπόστατης Θεότητας εἶναι κτιστή, καί οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζονται νά πιστεύουν ὅτι εἶναι κτιστή καί ἡ ἴδια ἡ θεία φύση – διότι ἡ κτιστή ἐνέργεια, σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους, θά δηλώσει καί κτιστή φύση, ἐνῷ ἡ ἄκτιστη (ἐνέργεια) θά χαρακτηρίσει καί ἄκτιστη φύση - καί πού ὡς ἐκ τούτου κινδυνεύουν νά πέσουν σέ τέλεια ἀθεΐα καί συσχετίζουν τήν καθαρή καί ἄψογη πίστη τῶν Χριστιανῶν μέ τήν ἑλληνική μυθολογία καί τήν λατρεία κτισμάτων, καί οἱ ὁποῖοι δέν ὁμολογοῦν, σύμφωνα μέ τίς θεόπνευστες θεολογικές διδασκαλίες τῶν Πατέρων καί μέ τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι κάθε φυσική δύναμη καί ἐνέργεια της Τρισυπόστατης Θεότητας εἶναι ἄκτιστη, ἄς εἶναι ἀνάθεμα»[39].



Σύμφωνα μέ τήν αἱρετική παπική διδασκαλία, τό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων πραγματοποιεῖται μέ κάτι κτιστό, πού σημαίνει ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι σέ ἄμεση κοινωνία μέ τόν Θεό. Ὁ ἀνθρωπισμός καί ὁ ὀρθολογισμός ἔχουν ὡς βάσεις ἀκριβῶς αὐτήν τήν αἵρεση, ἡ ὁποία διακηρύσσει ὅτι δέν ἔχουμε ἄμεση μετοχή τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς Χάριτος, μέσῳ τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, ἀλλά τότε αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τήν ἄκτιστη Χάρη μέ τί ἀκριβῶς κοινωνοῦν ἀπό τό Ποτήριο; Μέ κάτι κτιστό; Γιά τόν λόγο αὐτό δέν μποροῦν νά ἔχουν κοινωνία μέ τόν Θεό, δέν μποροῦν νά ἔχουν σωτηρία, ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἄμεση κοινωνία μέ τόν Θεό, χωρίς ἐνδιάμεσα κάτι τό κτιστό.



«Αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῶν Ἀποστόλων· αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῶν Πατέρων· αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῶν ὀρθοδόξων· αὐτή ἡ πίστη σώζει τόν κόσμο· Αὐτούς τούς κήρυκες τῆς ἀληθινῆς πίστης, τούς ἐπαινοῦμε σάν ἀδελφούς καί ἐπιθυμοῦμε νά τούς ἔχουμε σάν γονεῖς μας, πρός δόξαν καί τιμήν τῆς ἀληθινῆς θρησκείας», σύμφωνα μέ τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας[40].



Μέ ἄλλα λόγια, αὐτή εἶναι ἡ μόνη σωστική πίστη, ἡ ὁποία μᾶς συνδέει μέ τόν Δημιουργό καί Σωτήρα. Τό Ἄκτιστο Φῶς, τό Θαβώριο Φῶς εἶναι κατάσταση σωτηρίας τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά φανερωθεῖ, ἐάν βρισκόμαστε σέ πλάνη, σέ κοινωνία μέ τά ἀκάθαρτα πνεύματα.



Στό Εὐαγγέλιο τῆς μελλούσης Κρίσεως[41] γίνεται λόγος, ὄχι γιά καλές πράξεις, ἀλλά γιά ἅγιες καλές πράξεις. Ὁ Χριστός ὀνομάζει μικρούς ἀδελφούς Του αὐτούς, πού εἶναι πιστοί, ὄχι ἄπιστοι. Τό Βάπτισμα καί ἡ κοινωνία μέ τά ἅγια Μυστήρια μᾶς κάνουν ἀδελφούς[42], δείχνοντας ὅτι ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ εἶναι δίκαιη, καί θά ζητήσει κατά τήν ὥρα τῆς κρίσεως ἔργα, πού θά εἶναι σύμφωνα μέ τήν δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά τά πραγματοποιήσει˙ νά προσφέρει ἕνα ποτήρι νερό, νά ἐπισκεφθεῖ ἕναν ἄρρωστο ἤ φυλακισμένο.



Συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, λέγοντας : «Ἀκόμα καί ἄν οἱ δίκαιοι ἔκαναν χιλιάδες καί χιλιάδες καλές πράξεις, ἡ ἀνταμοιβή τους θά ἦταν ἕνα Δῶρο ἀπό τόν Θεό, σάν νά τούς δώρησε τόν Οὐρανό καί τήν Βασιλεία καί τόσο πολλή τιμή σέ ἀντάλλαγμα γιά τόσο μικρές καί ἀσήμαντες πράξεις»[43].



Ἀπό ἐδῶ φαίνεται ὅτι ὅλα εἶναι Χριστοκεντρικά. Σέ κάθε ἄνθρωπο πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστό. Ἐάν τά σωματικά ἔργα ἐλέους εἶναι τόσο σημαντικά καί δίνουν πνευματικά ἔργα ἐλέους, πόσο μᾶλλον, ἄν ἐπιστρέψει ἕνας αἱρετικός ἤ ἕνας παγανιστής ἀπό τό κακό καί τόν βυθίσεις στήν κολυμβήθρα τοῦ Ἁγίου Ὀρθοδόξου Βαπτίσματος; Κανείς δέν θά ἀδικηθεῖ στήν Κρίση καί θά ἦταν βλασφημία νά σκεφτόμαστε ὅτι κάποιος θά μποροῦσε νά ἀδικηθεῖ.



Ὁ π. Σεραφείμ Ρόουζ ἔλεγε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, καί γι’ αὐτό τό Ἅγιον Πνεῦμα φωτίζει αὐτούς, πού εἶναι ταπεινοί καί λαμβάνουν τήν θεϊκή ἀποκάλυψη, ἐρχόμενοι μέ θαυματουργικό τρόπο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία[44].



Ἀλλά, ὁ Θεός ἔχει ἀφήσει τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας σέ μᾶς τούς πιστούς, γιά νά ἔχουμε τήν δυνατότητα νά διακηρύξουμε τήν Ὀρθοδοξία στά πέρατα τοῦ κόσμου, ἔτσι ὥστε καί οἱ ἀδελφοί μας στήν οἰκουμένη νά ἀκούσουν τόν Ὀρθόδοξο λόγο καί νά σωθοῦν. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος ἔχουν στείλει μοναχούς ἀλλά καί λαϊκούς στήν Ἀφρική, σέ ἀπομακρυσμένες φυλές, καί σέ κάθε γωνιά τοῦ κόσμου, γιά νά μεταδώσουν τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.



Ἐάν ἔχουμε πραγματικά ζῆλο γιά τήν σωτηρία μας, πρέπει νά σκεφτόμαστε καί τήν σωτηρία τῶν μή Ὀρθοδόξων καί νά πηγαίνουμε νά τούς ὁμιλοῦμε περί τῆς Ὀρθοδοξίας, καί τό Ἅγιον Πνεῦμα θά μιλήσει μέσω ἡμῶν.



Ὁ ἅγιος μάρτυς Δανιήλ Σισόγιεφ, πού μαρτύρησε στή Μόσχα τό 2009, λέγει ὅτι, ὅταν ἔχουμε μπροστά στά μάτια μας αὐτή τήν τραγωδία, ὅτι δηλαδή ἡ σωτηρία τοῦ μή ὀρθόδοξου πλησίον μας εἶναι στά χέρια μας, αὐτό μᾶς δείχνει ὅτι πρέπει νά γίνουμε ἀπόστολοι τῆς Ὀρθοδοξίας στόν κόσμο μέ ὅλα τά μέσα καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά βγάλουμε τούς λαούς ἀπό τήν δουλεία τοῦ σατανᾶ καί νά σώσουμε κι ἐμεῖς τήν ψυχή μας[45]. Ἀμήν.

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Φούρνος του Χότζα



«ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ»*

του Αρχιμανδρίτου Επιφανίου Θεοδωροπούλου


— Γέροντα, αφού οι ιαμβικοί κανόνες είναι δύσκολοι και δεν είναι κατανοητοί στον κό­σμο, γιατί η Εκκλησία τους διατηρεί και δεν κρατάει μόνο τους πεζούς;

— Η Εκκλησία δεν μπορεί να αλλάζη σαν τον φούρνο του Χότζα η σαν τους ανεμόμυ­λους και να γυρίζη κάθε φορά κατά που φυσά­ει ο άνεμος. Οφείλει να κράτηση ως κόρην οφθαλμού τους ανεκτίμητους θησαυρούς που παρέλαβε μέσα στην λατρεία της. Δεν πρέπει να τους απεμπόληση. Σήμερα καταργούμε τους ιαμβικούς κανόνες επειδή δεν τους κατα­λαβαίνουμε. Αύριο τους πεζούς. Μεθαύριο θα πετάξουμε και τους αίνους. Διότι σε λίγα χρό­νια, με την γλώσσα που διδάσκεται σήμερα στα σχολεία, δεν θα είναι κατανοητοί ούτε οι αίνοι, που είναι απλούστερα τροπάρια.

Με την ίδια λογική, λοιπόν, θα καταργή­σουμε και την υπόλοιπη λατρεία της Εκκλη­σίας. Και τότε τι θα βάλουμε στη θέσι αυτών; Αντί να λέμε: «Τας κεφάλας ημών τω Κυρίω κλίνομεν», θα λέμε: «Σκύψτε στον αφέντη τις κούτρες σας»; Ή «Σκύψτε στον αφέντη τα κε­φάλια σας»; Τι είδους λατρεία θα γίνη, αν τη γράψουμε στη δημοτική;



Αυτά δεν μεταβάλλονται

Κάποιοι μετέφρασαν την Καινή Διαθήκη σε τελείως σύγχρονη γλώσσα. Χρησιμοποίη­σαν μάλιστα και μονοτονικό. Εκει μέσα μετα­φράζουν το «Λάβετε, φάγετε» = «Πάρτε και φάτε». Συγχωρήσατε με, αλλά έτσι εκχυδαΐζονται τελείως και χάνουν την ιερότητα τους τα λόγια του Κυρίου. Λες και δίνουμε να φάνε μπριζόλες η τυρόπιττες! Αυτά τα λόγια θα μείνουν όπως τα έγραψαν οι Ευαγγελισταί. «Λάβετε φάγετε. Πίετε εξ αυτού πάντες». Αυτά δεν μεταβάλλονται.

Δεν θα μεταφράσουμε τα λόγια της λατρεί­ας σ' αυτό το γλωσσικό εξάμβλωμα, το οποίο ακούμε από τα μέσα της λεγομένης μαζικής ενημερώσεως. Θα καταντήσουν να μην έχουν «είδος ουδέ κάλλος». Τα κείμενα αυτά είναι κλασσικά και δεν μπορούν να αποδοθούν, δεν μπορούν να μεταφρασθούν. Και οι εργασίες οι μεταφραστικές που γίνονται, υστερούν απεί­ρως από το κάλλος του πρωτοτύπου. Αλλά προκειμένου να μη το καταλαβαίνη κανείς, τι να κάνουμε; Δεν θα έχη το προνόμιο κάποιος να το χαρή στο πρωτότυπο, εφ' όσον δεν ξέρει αρχαία ελληνικά. τουλάχιστον ας το κατανόη­ση. Ας πάρη μία ιδέα με τη βοήθεια της μετα­φράσεως. Αλλά τα κείμενα αυτά καθ' εαυτά, ας μείνουν, διότι επαναλαμβάνω, είναι κλασ­σικά. Δεν μπορούμε να εισαγάγουμε στην λα­τρεία την γλώσσα στην οποία ομιλούμε.


Πόσο φτωχά!

Κάποιος κυκλοφόρησε βιβλίο με μετάφρασι πολλών ύμνων στη δημοτική. Και μάλιστα ποιητική μετάφρασι. στα μέτρα των ύμνων, για να ψάλλεται στην Εκκλησία. Και νόμισε ότι έκανε κάποιο σπουδαίο κατόρθωμα. Δια­βάζοντας το θα αισθανθήτε, ως εάν από το ένα μέρος έχετε ένα βαρύτιμο κόσμημα, από αδά­μαντες και πολύτιμους λίθους (το αρχαίο κεί­μενο), και από το άλλο μέρος ένα «τενεκέ», ένα «μπάφιλα». Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των δύο υμνογραφικών κειμένων.


Σκεφθήτε δε ότι αυτός ο ευλογημένος δεν τα δημιούργησε μόνος του. Απλώς μετέφρασε. Δηλαδή, είχε έτοιμα μπροστά του τα υψηλά νοήματα. Διότι εμείς μόνοι μας δεν μπορούμε να αναχθούμε στα ύψη στα όποια ανήχθησαν οι υμνογράφοι. Δεν έχουμε αυτή την δύναμι. Αυτοί ήσαν μεγαλοφυείς και, το κυριώτερο, άγιοι. Δεν έκανε, λοιπόν, κάτι εξ αρχής, κάτι δικό του, για το όποιο να λέγαμε; «Αι, φτωχός ήταν ο άνθρωπος, φτωχά κείμενα μας έδωσε». Είχε ενώπιον του τα μεγαλειώδη εκείνα κείμε­να των παλαιών υμνογράφων. Και αν δήτε πώς τα αποδίδει!... Πόσο φτωχά είναι!...


Προφάσεις

— Είναι λοιπόν καλύτερο να πηγαίνουμε στην Εκκλησία και να μη καταλαβαίνουμε τι λέει ο ιερεύς η ο ψάλτης;

— Αυτά είναι προφάσεις. Υπάρχουν αρκε­τές αξιόλογες ερμηνευτικές εργασίες, τις όποιες ο ενδιαφερόμενος πιστός μπορεί να έχη στο σπίτι του και να τις διαβάζη. Υπάρχουν βιβλία, που με όμορφο και απλό τρόπο μιλούν για τα Μυστήρια: την Θεία Ευχαριστία, το Βά­πτισμα κ.λπ. Τόσες ώρες χάνουμε χαζεύοντας στην τηλεόρασι, η ξεφυλλίζοντας περιοδικά και εφημερίδες. Ας αφιερώσουμε, λοιπόν, όχι πολύ, αλλά μία ώρα κάθε εβδομάδα, το βράδυ π.χ. του Σαββάτου, να διαβάσουμε τα βιβλία τα όποια ερμηνεύουν τα δύσκολα τουλάχιστον κείμενα της Εκκλησίας μας, η ακόμη τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο. Την άλλη ημέρα, που θα πάμε στον ναό, θα κατανοούμε πολλά από αυτά που θα ακούμε. Υπάρχουν άλλωστε και ιερείς που κάνουν λειτουργικά κηρύγμα­τα. Εξηγούν τη θεία Λειτουργία, εξηγούν τα Μυστήρια.

Επομένως μπορούμε να αναπληρώσουμε τις ελλείψεις μας με ερμηνευτικές εργασίες, με ερμηνευτικά βιβλία. Όσοι θέλουν, μπορούν να μάθουν τα της Εκκλησίας. Λίγο ενδιαφέ­ρον χρειάζεται και κάποια συνέπεια στη χρι­στιανική μας ζωή. Γι’ αυτό βλέπει κανείς ανθρώπους ολιγογράμματους να καταλαβαί­νουν πάρα πολλά απ' όσα τελούνται, να απο­λαμβάνουν κυριολεκτικά τη λατρεία. Αλλά δυστυχώς ο περισσότερος κόσμος δεν ενδιαφέ­ρεται.

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου. "Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα", εκδ. Ι. Ησυχ. Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, Τροιζήνα 2003 σσ. 150-153.

Περιοδικό Παρακαταθήκη
Τεύχος 39
Δεκέμβριος 2004

Πατήρ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος και Ζηλωτισμός



Επιστολή του Πατρός Επιφανίου Θεοδωροπούλου σχετικά με τον παλαιοημερολογίτικο Ζηλωτισμό



Αθήνα, 22 Ιουλίου 1971
Προσφιλέστατε π. Νικόδημε
χαίρε εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.

Πέρασε πάνω από ένας μήνας από τότε που έλαβα την επιστολή σου. Άργησα να απαντήσω, λόγω φόρτου απασχολήσεων. Παρακαλώ να με συγχωρέσεις. Απαντώ κάπως περιληπτικά, με την επιφύλαξη να επανέλθω, αν η Οσιότητά σου θελήσει νέες διευκρινήσεις.

Αρχικά, φίλτατε π. Νικόδημε, οφείλω να σου πω μια πικρή αλήθεια, που θα σου φανεί πολύ παράδοξη και θα σε εκπλήξει. Μέχρι σήμερα απέφευγα - κατ' οικονομία - να διατυπώσω αυτή τη θέση ή την διατύπωνα με έμμεσο τρόπο, αλλά από τη στιγμή που τα πράγματα έφτασαν στο μη περαιτέρω και εκλεκτά πρόσωπα- που έχουν όμως συνείδηση γεμάτη φόβο - προσχωρούν στους Παλαιοημερολογίτες, πέφτοντας θύματα μιας αδίστακτης προπαγάνδας κατά της Εκκλησίας, είναι καιρός να λεχθεί η αλήθεια δίχως περιστροφές κι επιφυλάξεις.

Λοιπόν, π. Νικόδημε, όσοι φοβούνται τον Οικουμενισμό και προσχωρούν στους Παλαιοημερολογίτες δεν κερδίζουν τίποτα άλλο, παρά μόνο αποφεύγοντας μια αίρεση, προσχωρούν σε μία άλλη. Βέβαια, δεν έχουν συνείδηση ότι προσχωρούν σε αίρεση, αλλά αυτό δεν αλλάζει καθόλου τα πράγματα. Μη νομίζεις ότι είμαι άδικος ή υπερβολικός. Θα σου αποδείξω αμέσως πόσο απολύτως αληθής είναι ο ισχυρισμός μου.

Τι είναι αίρεση, αγαπητέ π. Νικόδημε; Η νοθεία της Πίστεως! Τι είναι όμως νοθεία της Πίστης; Η αθέτηση των δογμάτων; Βεβαίως και αυτό είναι νοθεία της Πίστης, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Νοθεία της Πίστης είναι και η προσπάθεια να θεωρούνται Δόγματα Πίστεως πράγματα που δεν είναι Δόγματα Πίστεως. Αν δηλαδή, θελήσει κάποιος να θεωρήσει Δόγμα Πίστεως, προϋπόθεση σωτηρίας, κάτι το δευτερεύον, έστω και καλό, τότε καθίσταται αυτομάτως αι-ρε-τι-κός!

Θέλεις ένα παράδειγμα; Ας δούμε τους περίφημους Ευσταθιανούς! Τι έκαναν αυτοί; Αθέτησαν Δόγματα Πίστεως; Ποιο; Μήπως το περί Αγίας Τριάδος; Μήπως το περί των δύο φύσεων του Κυρίου; Μήπως το περί Αγγέλων; Μήπως το περί Διαβόλου, κλπ, κλπ; όχι! Κανένα Δόγμα δεν αθέτησαν. Αλλά τότε τι έκαναν; Θεώρησαν Δόγματα Πίστεως, προϋποθέσεις σωτηρίας, πράγματα δευτερεύοντα. Την αγαμία και την αποχή από το κρέας. Η Εκκλησία έλεγε: καλά και άγια και θεάρεστα και άξια μίμησης είναι αυτά τα πράγματα, αλλά δεν είναι όροι σωτηρίας, δεν είναι Δόγματα πίστεως.

Όχι! Διαλαλούσαν οι Ευσταθιανοί! Αυτός που δεν απέχει από το γάμο και το κρέας δε μπορεί να σωθεί!

Τι συνέβη τότε; Η Εκκλησία με την εν Γάγγρα Σύνοδο τους αποκήρυξε σαν αιρετικούς και εκφώνησε εναντίον τους σειρά αναθεμάτων. Καλή και άγια π. Νικόδημε είναι η εορτολογική ομοιομορφία (η οποία όμως ουδέποτε υπήρξε συνολικά στην Εκκλησία), αλλά δεν είναι Δόγμα πίστεως, δεν είναι όρος σωτηρίας.

Όχι! Κραυγάζουν οι Παλαιοημερολογίτες! Η διάσπαση της εορτολογικής ομοιομορφίας (πότε όμως η Εκκλησία γνώρισε απόλυτη εορτολογική ομοιομορφία;) στέρησε από την Εκκλησία την Χάρη, κατέστησε (άκου και φρίξε!) άκυρα τα Μυστήριά της και επομένως οι Νεοημερολογίτες είναι εκτός Χάριτος, δηλαδή εκτός σωτηρίας!!

Αυτός ο φρικαλέος ισχυρισμός, αδελφέ Νικόδημε, αποτελεί φοβερή αίρεση και βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Προβίβασαν οι ταλαίπωροι σε Δόγματα πίστεως, σε όρους σωτηρίας, στοιχεία...ημερολογιακά και εορτολογικά!... κανείς βεβαίως δεν θεωρεί καλό πράγμα την ύπαρξη δύο ημερολογίων στο χώρο της ανά την Οικουμένη Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας. Κακώς, κάκιστα έγινε η αλλαγή του Ημερολογίου. Αλλά από το σημείο αυτό μέχρι το σημείο να δούμε τα ημερολόγια ως...Δόγματα πίστεως και να εξαρτήσουμε από αυτά το κύρος των Μυστηρίων και την επίτευξη της σωτηρίας, η απόσταση είναι αβυσσαλέα.

Ας κρατούσαν οι Παλαιοημερολογίτες το παλιό ημερολόγιο, αλλά ας διατηρούσαν την κοινωνία προς την Εκκλησία. Τότε δεν θα υπήρχε κανένας κίνδυνος. Αυτοί όμως έφτασαν στο σημείο να αποκοπούν από την Εκκλησία, για να μη...χάσουν την Χάρη και τη σωτηρία!... δεν αγνοώ ότι υπάρχουν Παλαιοημερολογίτες, που δεν δέχονται αυτές τις βλασφημίες, αλλά ποιο το όφελος, εφόσον υπάρχουν άλλοι - και μάλιστα η ηγεσία τους - που υποστηρίζουν αυτές τις αιρετικές θέσεις;

Άκου έναν διάλογο που είχα πριν από καιρό με κάποιον εκλεκτό νέο, ο οποίος προσχώρησε στους Παλαιοημερολογίτες:

- Γιατί έφυγες από την Ελλαδική Εκκλησία;
- Για να μην κοινωνώ με τους αιρετικούς οικουμενιστές.
- Όλοι οι Επίσκοποι της Ελλάδας είναι οικουμενιστές;
- Όχι, όχι! Αλλά κοινωνούν με τον οικουμενιστή Πατριάρχη. Δεν θέλω λοιπόν να έχω κοινωνία με πρόσωπα που κοινωνούν με τους αιρετικούς οικουμενιστές.
- Πιστεύεις ότι το ημερολόγιο είναι Δόγμα πίστεως και ότι οι Νεοημερολογίτες βρίσκονται εκτός Χάριτος και χρειάζεται, σαν αυτούς που επιστρέφουν από τις αιρέσεις, να τους ξαναχρίσουμε με μύρο;
-Θεός φυλάξοι! Εγώ καθόλου δεν πιστεύω τις ανοησίες των Παλαιοημερολογιτών. Εγώ προσχώρησα σ' αυτούς μόνο και μόνο για να αποφύγω την - έμμεση έστω - κοινωνία με τους αιρετικούς οικουμενιστές.
-Καθόλου όμως δεν απέφυγες την κοινωνία με άλλη αίρεση. Ο ισχυρισμός των Παλαιοημερολογιτών ότι η αλλαγή του ημερολογίου στέρησε την Εκκλησία από την Χάρη, δεν είναι απλή ανοησία, όπως την χαρακτήρισες πιο πριν. Είναι βαρύτατη βλασφημία και αίρεση.
- Αλλά εγώ δεν πιστεύω αυτά τα πράγματα.
- Κοινωνείς όμως με εκείνους, οι οποίοι τα πιστεύουν.
- Τι να κάνω; Αναγκάζομαι να τους ανέχομαι κατ' οικονομίαν.
- Και τότε γιατί δεν ανεχόσουν, κατ' οικονομίαν έστω, τους Επισκόπους της Ελλάδας, οι οποίοι κοινωνούσαν με τον Πατριάρχη;
- Εκείνος:..................
- Εγώ: βλέπεις λοιπόν σε ποια αντινομία οδηγήθηκες; Αναγνωρίζεις ότι οι περισσότεροι Επίσκοποι της Ελλάδας είναι Ορθόδοξοι. Αρνείσαι όμως την κοινωνία μαζί τους, επειδή αυτοί κοινωνούν με τον Πατριάρχη. Έτσι δεν δέχεσαι ούτε έμμεση καν κοινωνία με οικουμενιστές. Δέχεσαι όμως άμεση, αμεσότατη κοινωνία με πρόσωπα που κηρύττουν άλλου είδους αίρεση. Ότι η σωτηρία εξαρτάται από το ημερολόγιο!! Ποιο το κέρδος σου;; αλλά και πάλι μη νομίζεις ότι απέφυγες την έμμεση κοινωνία με τους οικουμενιστές.
- Εκείνος: πώς συμβαίνει αυτό;
-Εγώ: άκουσε, ταλαιπωρημένο θύμα επιτήδειων προπαγανδιστών: οι Παλαιοημερολογίτες κραυγάζουν μέχρι να σπάσουν τα πνευμόνια τους ότι και μόνη η συμπροσευχή μας με τον Πατριάρχη και τους άλλους ομόφρονες μ' αυτόν μας καθιστά όμοιους με αυτούς, έστω κι αν δεν πιστεύουμε όσα κηρύσσουν αυτοί. Να ήταν τουλάχιστον συνεπείς μ' αυτή τους τη θέση! Αλλά πού συνέπεια!... πήγαινε, φίλε μου, σε μερικά Ησυχαστήρια των Παλαιοημερολογιτών, ιδιαίτερα στη Λυκόβρυση Αττικής και θα δεις ολόκληρα αυτοκίνητα να αποβιβάζουν Νεοημερολογίτες, για να εκκλησιαστούν εκεί εν ώρα Λειτουργίας! (έχω ακούσει ότι οι Νεοημερολογίτες που εκκλησιάζονται εκεί την Κυριακή είναι πολύ περισσότεροι από τους Παλαιοημερολογίτες!). το Περιοδικό μάλιστα του εν λόγω Ησυχαστηρίου κάνει κατά καιρούς εκκλήσεις προς τους «προσκυνητές» που θέλουν να εκκλησιαστούν σε αυτό να προσέρχονται σεμνά ντυμένοι, τόσο οι άντρες, όσο και οι γυναίκες και τα παιδιά. Δεν λέει να μην προσέρχονται καθόλου οι Νεοημερολογίτες. Όχι! Το μόνο το οποίο τονίζει και στο οποίο αρκείται, είναι η αποφυγή της απρεπούς ενδυμασίας. Αν υπάρχει αυτή, τίποτα άλλο δεν εξετάζεται. Αν υπάρχει αυτή, οι Νεοημερολογίτες είναι λίαν ευπρόσδεκτοι για συνεκκλησιασμό και συμπροσευχή. Και γνωρίζω αρκετές περιπτώσεις Παλαιοημερολογιτών Ιερέων που δέχονται άνευ όρων Νεοημερολογίτες στα Μυστήρια της εξομολόγησης, ακόμη και της Θ. Κοινωνίας. Έχουμε δηλαδή προσφορά Μυστηρίων σε πρόσωπα, τα οποία σε άλλες στιγμές χαρακτηρίζονται από τους ίδιους τους ηγέτες των Παλαιοημερολογιτών ότι βρίσκονται μακριά από την αλήθεια και τη σωτηρία, επειδή βρίσκονται στην Εκκλησία της Ελλάδας, η οποία κοινωνεί με τον Πατριάρχη. Δηλαδή, κυκεώνας και τραγέλαφος! Λοιπόν, αφού οι ομόφρονές σου συμπροσεύχονται και κοινωνούν με μας που συμπροσευχόμαστε και κοινωνούμε με τον Πατριάρχη, εσύ έχεις πάλι έμμεση κοινωνία με τον Πατριάρχη! Τι κέρδισες λοιπόν; Και την έμμεση κοινωνία με τους οικουμενιστές δεν απέφυγες, και σε άμεση κοινωνία με πρόσωπα που κηρύσσουν άλλου είδους αίρεση οδηγήθηκες!...


Αυτά ειπώθηκαν τότε με εκείνον τον νέο. Τα αντιγράφω αυτά για να βγάλεις, αγαπητέ π. Νικόδημε, ορισμένα συμπεράσματα.

Και ορίστε κάποιες σύντομες απαντήσεις στα ερωτήματά σου:

1. Υπήρξε μεγάλη «γκάφα» του Φιλάρετου η αναγνώριση των Παλαιοημερολογιτών στην Ελλάδα. Μάλλον έπεσε θύμα κακών εισηγήσεων. Έφτασε στα αυτιά μου κάποια πληροφορία ότι εκ των υστέρων, αφού γνώρισε τους Παλαιοημερολογίτες της Ελλάδας, έχει μεταμελήσει για ό,τι έκανε. Ο καιρός όμως θα δείξει. Πιστεύω ότι θα σημειωθούν εξελίξεις... Για μένα πάντως που πιστεύω ότι η Εκκλησία της Ελλάδας είναι κάθε άλλο παρά αιρετική, η απόφαση της Συνόδου του Φιλάρετου όχι μόνο δεν έχει κανένα κύρος, αλλά και, καθώς αποτελεί επέμβαση στα εσωτερικά άλλης ομόδοξης Εκκλησίας αντίθετη με τους Κανόνες, δημιουργεί ευθύνες σχετικά με τους Κανόνες για την εν λόγω Σύνοδο.


2. Αν ο Φιλάρετος πίστευε ότι η Εκκλησία της Ελλάδας έχει πέσει σε αίρεση, τότε θα μπορούσε να παρέμβει σ' αυτή. Όφειλε όμως, όχι να αναγνωρίσει τους Παλαιοημερολογίτες, οι οποίοι δεν είναι μεν οικουμενιστές, αλλά και αυτοί κηρύσσουν άλλου είδους αίρεση, όπως είπα πιο πάνω (ότι η σωτηρία εξαρτάται από τα...ημερολόγια και τα εορτολόγια), αλλά να χειροτονήσει απ' την αρχή Ιερείς (ή και Επισκόπους) για το πλήρωμα της Ελλαδικής Εκκλησίας. Οι εν λόγω Ιερείς θα μπορούσαν να ακολουθούν το παλιό ημερολόγιο, δε θα κήρυσσαν όμως το παραπάνω αιρετικό φρόνημα και θα δέχονταν σε κοινωνία και πιστούς που θα ακολουθούσαν το νέο ημερολόγιο, όπως ακριβώς κάνει και ο Φιλάρετος.


3. Η παρούσα κατάσταση (συμπροσευχές, νεωτερισμοί κ.τ.τ.) δεν δικαιολογεί το «υπερόριον». Μόνο η πτώση κάποιας Εκκλησίας σε αίρεση δίνει το δικαίωμα σε υπερόριους Επισκόπους να παρέμβουν.


4. Αν μια Ορθόδοξη Σύνοδος καταδικάσει κάποιον, δεν μπορεί Σύνοδος άλλης τοπικής Εκκλησίας να τον αθωώσει. Κι αν συμβεί αυτό, η δεύτερη απόφαση είναι άκυρη. Δηλαδή: αν Κληρικός της Εκκλησίας της Ελλάδας καταδικαστεί από αυτήν και προσφύγει σε άλλη Εκκλησία, π.χ. στην Εκκλησία της Σερβίας, και ζητήσει να κριθεί από αυτήν, η Εκκλησία της Σερβίας θα απορρίψει αυτήν την αξίωσή του, δηλώνοντας ότι αυτή είναι τελείως αναρμόδια, ενώ την αρμοδιότητα έχει μόνο η Εκκλησία της Ελλάδας. Αν τυχόν όμως, δεχτεί το αίτημα η Εκκλησία της Σερβίας και κρίνει αυτή τον εν λόγω Κληρικό, η απόφασή της, καθώς θα έχει εκδοθεί σε αντίθεση με τους Κανόνες , είναι εντελώς άκυρη, και δημιουργεί ευθύνες σχετικά με τους Κανόνες. Αν τα παραπτώματα αυτού του Κληρικού δεν είναι κωλυτικά της Ιεροσύνης και αργότερα μετανοήσει για αυτά, τότε η μόνη που μπορεί να τον αποκαταστήσει είναι πάλι η Εκκλησία της Ελλάδας. Ουδέποτε επιτρέπεται επέμβαση μιας Ορθόδοξης Εκκλησίας στα εσωτερικά μιας άλλης. Αλλιώς, εννοείται, έχει το πράγμα, αν μια Τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία ζητήσει από άλλη ή από άλλες τη βοήθειά τους για τη λύση ενός εσωτερικού της ζητήματος. Τότε δεν πρόκειται για αυθαίρετη επέμβαση, αλλά για αδελφική συμπαράσταση. Μόνο Οικουμενική Σύνοδος, σαν υπέρτατη Αρχή, μπορεί να παρέμβει στα εσωτερικά Τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και να τα ρυθμίσει κατά την κρίση της. Μπορεί π.χ. Κληρικός μιας Τοπικής Εκκλησίας (και μάλιστα Προκαθήμενος αυτής), θεωρώντας ότι καταδικάστηκε από την Εκκλησία του εντελώς άδικα και σε αντίθεση με τους Κανόνες, να καταφύγει με έκκληση σε άλλες Τοπικές Εκκλησίες και διεκτραγωδώντας την άδικη περιπέτειά του, να ζητήσει απόδοση δικαιοσύνης. Αν οι άλλες Εκκλησίες βρουν βάσιμα τα παράπονά του, μπορούν να φτάσουν μέχρι τη σύγκληση Μεγάλης Συνόδου, της οποίας η απόφαση θα είναι υποχρεωτική για όλους. Μονομερής παρέμβαση μιας Τοπικής Εκκλησίας στα εσωτερικά άλλης είναι απαράδεκτη. Όλα αυτά, εννοείται, προκειμένου για Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες και όχι αιρετικές.


5. Η λέξη «άκυρο», όταν πρόκειται για Μυστήρια, άλλοτε χαρακτηρίζει τα τελείως ανυπόστατα (δηλαδή ανύπαρκτα) Μυστήρια και άλλοτε τα υποστατά μεν, αλλά που τελέστηκαν αντικανονικά. Εξαρτάται από την έννοια, την οποία κάθε φορά δίνουμε στη λέξη «άκυρο».


6. «Ζηλωτής» που επιστρέφει μπορεί επιεικώς να γίνει δεκτός και με απλή Εξομολόγηση ενώπιον του Πνευματικού. Αν είναι Κληρικός, θα ζητήσει από τον Επίσκοπο την αποκατάστασή του μέσα από την κανονική διαδικασία. Η αλλαγή Παρατάξεων κάθε τόσο δείχνει προφανώς αστάθεια. Δυστυχώς αυτό είναι συνηθισμένο στους Παλαιοημερολογίτες.


7. αναμφίβολα δεν μπορεί κάποιος να είναι «και με τους μεν και με τους δε». Άλλο ζήτημα, αν, κατ' οικονομία, ανέχεται τους δε, ελπίζοντας να τους φέρει τελικά στον ίσιο δρόμο.


8. Αν κάποιος είναι τόσο απλοϊκός, ώστε να μην αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα και δεν επιμένει στις εσφαλμένες θέσεις του από οίηση, πείσμα κ.τ.τ., αλλά από απλοϊκότητα, είναι δυνατό να έχει πλούσια τη Χάρη του Κυρίου. Τα κρίματα του Θεού είναι ανεξερεύνητα. Υπήρξαν και περιπτώσεις κατά τις οποίες σοφοί άνθρωποι της Εκκλησίας περιέπεσαν σε πλάνες. Ο Θεός όμως που βλέπει στην καρδιά και όχι στο πρόσωπο, δεν τους έκρινε ανάξιους για την εύνοιά Του. Ο Μέγας Γρηγόριος, ο Επίσκοπος Νύσσης, δεν ήταν απαλλαγμένος από δογματικές πλάνες. Και όμως είναι άγιος και Πατέρας της Εκκλησίας. Επίσης και ο θείος Διονύσιος Αλεξανδρείας, θεολογώντας περί Υιού, δεν εκφράστηκε με δογματική ακριβολογία, γι' αυτό και έδωσε άθελά του πολλά επιχειρήματα στους Αρειανούς, οι οποίοι και τον επικαλούνταν. Γι' αυτό και αναγκάστηκε ο Μ. Αθανάσιος να γράψει ολόκληρη πραγματεία για τον άγιο Διονύσιο, για να δικαιολογήσει τις άστοχες δογματικά εκφράσεις του.


9. Καλές σχέσεις με «ζηλωτές» μπορούμε να έχουμε. Μυστήρια όμως από αυτούς δεν επιτρέπεται να λαμβάνουμε. Αν έχουν αυτοί, όπως γράφεις, κοινωνία με την Εκκλησία μας, τότε αλλάζει η κατάσταση. Υπάρχουν όμως «ζηλωτές» που κοινωνούν με την Εκκλησία μας;


10. Δυστυχώς δεν είναι εύκολη η επαναφορά του παλιού ημερολογίου στην Εκκλησία της Ελλάδας. Ίσως δεν είναι καν δυνατή. Αλλά και αν ήταν, μη φανταστείς ποτέ ότι οι Παλαιοημερολογίτες θα υποτάσσονταν όλοι στην Εκκλησία. Οι περισσότεροι Παλαιοημερολογίτες Κληρικοί επιθυμούν ασυδοσία και ποτέ δε θα δέχονταν να τεθούν κάτω από ζυγό και έλεγχο. Θα έβρισκαν χίλια επτά «επιχειρήματα» για να δικαιολογήσουν την εμμονή τους στην ανταρσία (θα έλεγαν π.χ. ότι είναι Μασόνοι οι Επίσκοποι και τα τοιαύτα). Γνωρίζω καλά πολλούς Παλαιοημερολογίτες Κληρικούς...Κάποιος ηγέτης των Παλαιοημερολογιτών μου έλεγε προ ετών: «Δεν τολμώ να βάλω ούτε δέκα μέρες αργία σε κληρικό μου. Θα πάνε στους άλλους, μου λένε» (δηλαδή στην άλλη Παράταξη). Από αυτό καταλαβαίνεις ποια διάθεση πειθαρχίας στους Κανόνες υπάρχει στους Κληρικούς των Παλιοημερολογιτών, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις...


11. Οι θέσεις της «Επιστολιμαίας Διατριβής» ισχύουν εφόσον η Εκκλησία μας είναι Ορθόδοξη και όχι αιρετική. Το να «υγιαίνει» έχει πολλή ευρύτητα. Απόλυτη υγεία (για τους Κανόνες, τη διοίκηση, την ηθική κλπ) δε μπορούμε να ζητάμε από την Εκκλησία, αφού αυτή συγκροτείται από ατελείς και αμαρτωλούς ανθρώπους. Ευχή θα ήταν να υγιαίνει σε όλα. Αλλά είναι αυτό δυνατόν; Αρκεί λοιπόν να είναι Εκκλησία Ορθόδοξη και όχι αιρετική. Κι εγώ απέχω πολύ από το να χαρακτηρίσω την Εκκλησία της Ελλάδας...αιρετική!!! Αν άλλοι αναλαμβάνουν εύκολα τέτοιες τρομακτικές ευθύνες (να χαρακτηρίζουν δηλαδή αιρετική μια Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία), ας προχωρήσουν...


12-13. Οι Ορθόδοξοι αναμφίβολα δεν πρέπει να συμπροσεύχονται ή με άλλον τρόπο να έχουν θρησκευτική κοινωνία με τους αιρετικούς (Παπικούς, Διαμαρτυρόμενους κλπ). (Το ίδιο ισχύει και για τους σχισματικούς). Αν όμως κάποιος συμπροσεύχεται (ή κοινωνεί κάπως αλλιώς) με αιρετικούς, είναι μεν παραβάτης των ιερών κανόνων και άξιος εκκλησιαστικών ποινών, δεν είναι όμως και αυτομάτως αιρετικός. Ενδέχεται να πιστεύει με τον ορθόδοξο τρόπο, να αποδοκιμάζει κάθε άλλη διδασκαλία, αλλά να μη θεωρεί κακό τις θρησκευτικές επαφές με ετερόδοξους. Αυτός είναι, επαναλαμβάνω, δεινός παραβάτης των ιερών Κανόνων, αλλά δεν είναι αιρετικός.

Αν όμως δεν αρκείται σε αυτό, αλλά και κηρύσσει αιρετικά φρονήματα, τότε έχει αλλιώς το πράγμα. Τότε είναι αιρετικός. Αιρετικός είναι, εφόσον κηρύσσει αιρετικά φρονήματα, έστω κι αν δεν έχει καμία κοινωνία με άλλους αιρετικούς.

Αλλά οι αιρετικοί είναι δύο ειδών: εκείνοι τους οποίους η Εκκλησία δίκασε και καταδίκασε και τους απέκοψε από το Σώμα της, και εκείνοι οι οποίοι ούτε καταδικάστηκαν ακόμα από την Εκκλησία. Ούτε αυτοβούλως έφυγαν από αυτήν, αλλά βρίσκονται ακόμα εντός της Εκκλησίας. Μια τέτοια περίπτωση είναι η περίπτωση του Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας έχει κηρύξει αιρετικά φρονήματα. Ούτε καταδικάστηκε όμως ως τώρα από την Εκκλησία, ούτε αυτός αποκήρυξε την Εκκλησία και έφυγε απ' αυτήν. Παραμένει και ενεργεί εντός της Εκκλησίας. Συνεπώς είναι ακόμα αγωγός Χάριτος. Τελεί Μυστήρια. Εμείς τι μπορούμε να κάνουμε;

α) Να προσευχόμαστε για την ανάνηψη και τη μετάνοιά του.


β) Να διαμαρτυρόμαστε εναντίον του και να αγωνιζόμαστε. Και αν η συνείδηση κάποιου δεν ανέχεται να μνημονεύει το όνομά του, έχει το δικαίωμα, προχωρώντας ακόμα παραπέρα, να παύσει το μνημόσυνό του, σύμφωνα με τον ΙΕ' Κανόνα της Πρωτοδεύτερης Συνόδου. Αυτό όμως είναι το έσχατο βήμα, στο οποίο μπορεί να προχωρήσει, αν θέλει να μη βρεθεί σε σχίσματα και ανταρσίες. Παύοντας δηλαδή το μνημόσυνο, δε θα μνημονεύει άλλον Επίσκοπο (εκτός αν πιστεύει ότι όλη η Εκκλησία μας έπεσε σε αίρεση!), αλλά θα περιμένει, όπως έγραψα πιο πριν, στην «Επιστολιμαία Διατριβή» μου, με ήρεμη συνείδηση την απόφαση Συνόδου.

Άλλο πρόβλημα: αυτοί που παύουν το μνημόσυνο, πώς θα φέρονται προς αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη; Αυτοί που κοινωνούν με τον Πατριάρχη είναι δύο κατηγοριών: α) Οι ομόφρονές του (όπως ο Αμερικής Ιάκωβος, ο Χαλκηδόνος Μελίτων κλπ) και β) αυτοί που δεν συμφωνούν μαζί του (όπως όλοι σχεδόν οι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδας). Απέναντι στους πρώτους θα φέρονται όπως και απέναντι στον Πατριάρχη. Απέναντι όμως στους δεύτερους, έστω κι αν αυτοί κοινωνούν με τον Πατριάρχη ή τους άλλους, δε μπορούν να φέρονται το ίδιο. Δεν μπορούν δηλαδή να φτάσουν μέχρι την παύση του μνημοσύνου τους. Δεν επιτρέπεται, κατά τους ιερούς Κανόνες, αποφυγή της κοινωνίας με αυτούς. Οι ιεροί Κανόνες παρέχουν δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου του Επισκόπου ή Πατριάρχη που κηρύσσει αιρετικές διδασκαλίες. Δεν παρέχουν όμως δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου και εκείνων, οι οποίοι, αν και είναι Ορθόδοξοι, τον ανέχονται.

Μεγάλη προσοχή σε αυτό το σημείο! Οφείλουμε να διακρίνουμε μεταξύ των δύο καταστάσεων: άλλο αυτός που κηρύσσει αιρετικά φρονήματα, και άλλο αυτός που φρονεί και διδάσκει με ορθόδοξο τρόπο, αλλά, κατ' οικονομία, ανέχεται τον πρώτο και κοινωνεί με αυτόν.

Επίσης: άλλο αυτός που κηρύσσει μεν αιρετικά φρονήματα, αλλά χωρίς να φύγει από την Εκκλησία, ούτε να αποκοπεί από αυτήν, και άλλο αυτός που αυτόβουλα έφυγε από την Εκκλησία (και ίδρυσε δικιά του «Εκκλησία» ή προσχώρησε σε άλλη παρόμοια, αιρετική ή σχισματική), ή αποκόπηκε από την Εκκλησία κατόπιν δίκης και καταδίκης. Με τον δεύτερο κάθε Ορθόδοξος οφείλει να μην έχει καμία κοινωνία. Η κοινωνία όμως με τον πρώτο (μέχρι την καταδίκη του) αφήνεται από τους ιερούς Κανόνες στην ελεύθερη κρίση κάθε Ορθόδοξου πιστού.

Έχουμε δηλαδή δικαίωμα, που μας το παρέχουν οι ιεροί Κανόνες, να παύσουμε το μνημόσυνό του, δεν είμαστε όμως υποχρεωμένοι να το κάνουμε. Κατά συνέπεια, αν κάποιος, χρησιμοποιώντας το δικαίωμα αυτό, παύσει το μνημόσυνο, καλά κάνει και δεν πρέπει να ελέγχεται από τους άλλους. Αν κάποιος άλλος, σταθμίζοντας διάφορους παράγοντες, κρίνει ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα που του δίνουν οι Κανόνες, αλλά να περιμένει τη «Συνοδική διάγνωση», δεν είναι αξιόμεμπτος, ούτε - πολύ περισσότερο - άξιος ακοινωνησίας! Στο σημείο αυτό μπορεί κανείς να εφαρμόσει, κάπως παραλλαγμένους, τους λόγους του Παύλου: «Ο μνημονεύων τον μη μνημονεύοντα μη εξουθενείτω και ο μη μνημονεύων τον μνημονεύοντα μη κρινέτω» (βλ. Ρωμ. ιδ' 3).

Τότε, θα πεις, ποιο το κέρδος μας, αν αποφύγουμε το μνημόσυνο του Πατριάρχη, αφού θα έχουμε κοινωνία με τον Επίσκοπο Δρυϊνουπόλεως π.χ., ο οποίος μνημονεύει τον Πατριάρχη; Δε μολυνόμαστε έτσι, κοινωνώντας έμμεσα με αυτόν που κηρύσσει αιρετικά φρονήματα;

Αλλά η διακοπή του μνημοσύνου, «πριν από Συνοδική διάγνωση» και καταδίκη, δεν έχει την έννοια της αποφυγής μολυσμού από την κηρυσσόμενη αίρεση! Όχι, αδελφέ μου! Αν είχε αυτή την έννοια, τότε οι Κανόνες δεν θα παρείχαν απλά το δικαίωμα παύσης του μνημοσύνου για αίρεση «πριν από Συνοδική διάγνωση», αλλά θα θέσπιζαν ρητή και σαφή υποχρέωση με απειλή βαρύτατων ποινών σε αντίθετη περίπτωση.

Η διακοπή μνημοσύνου για αίρεση «πριν από Συνοδική διάγνωση» έχει άλλη έννοια. Αποτελεί έντονη, αλλά κι έσχατη διαμαρτυρία της Ορθόδοξης συνείδησης, παρέχει μια διέξοδο σε αυτούς που σκανδαλίζονται, και ταυτόχρονα αποσκοπεί και στη δημιουργία αναταραχής, ώστε η Εκκλησία να βιαστεί να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.

Δεν υπάρχει κίνδυνος να...μολυνθούμε, ούτε μνημονεύντας τον Πατριάρχη (εφόσον ακόμα δεν καταδικάστηκε), ούτε, πολύ περισσότερο, αν δεχόμαστε σε κοινωνία αυτούς που τον μνημονεύουν. Όσα αντόθετα λέγονται, είναι ανόητοι «ζηλωτισμοί». Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων δε μολύνθηκε, αν και έλαβε Επισκοπική χειροτονία από τον Μητροπολίτη Καισαρείας Ακάκιο, ο οποίος ήταν μεν δηλωμένος αρειανός (και μάλιστα αρχηγός μιας μερίδας αρειανών), αλλά ακόμη βρισκόταν και ενεργούσε εντός της Εκκλησίας. Ο άγιος Ανατόλιος χειροτονήθηκε κι αυτός Επίσκοπος (και μάλιστα Πατριάρχης Κων/πόλεως) από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, ο οποίος ήταν μεν μονοφυσίτης και μεγάλος προστάτης του αιρεσιάρχη Ευτυχή, αλλά δεν είχε ακόμη καταδικαστεί από την Δ' Οικουμενική Σύνοδο. Αν λοιπόν δεν μολύνει ούτε αυτή η χειροτονία από Επισκόπους που κηρύσσουν μεν αιρετικά φρονήματα, αλλά ακόμα δεν καταδικάστηκαν από Σύνοδο και παραμένουν εντός της Εκκλησίας, πολύ περισσότερο δε μολύνει το μνημόσυνό τους και ακόμα περισσότερο δε μολύνει η κοινωνία με πρόσωπα που ανέχονται κατ' οικονομία αυτούς και διατηρούν το μνημόσυνό τους.

Οι Παλαιοημερολογίτες, «μη νοούντες μήτε α λέγουσι μήτε περί τίνων διαβεβαιούνται», ισχυρίζονται τα εντελώς αντίθετα (βλέπε και το βιβλίο του Θεοδωρήτου Μαύρου). Αλλά τότε και αυτοί οι ταλαίπωροι είναι μολυσμένοι. Γιατί; Διότι, όπως προείπα, και αυτοί, παρά τις θεωρητικές διακηρύξεις τους, ή μάλλον, σε κραυγαλέα και τραγική αντίθεση με αυτές, δέχονται στην πράξη σε κοινωνία (συμπροσευχή και παροχή Μυστηρίων) πρόσωπα που ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδας, η οποία έχει κοινωνία με τον Πατριάρχη! Οπότε;;;

Αν ήθελαν να είναι συνεπείς, έπρεπε να μη δέχονται ούτε ένα (αριθμός 1) μέλος της Ελλαδικής Εκκλησίας να εκκλησιαστεί (ή, πολύ περισσότερο, να εξομολογηθεί ή να κοινωνήσει) μαζί τους, αν προηγουμένως δεν δήλωνε ότι αποχωρεί από την Εκκλησία της Ελλάδας και προσχωρεί εν μετανοία σε αυτούς. Αυτοί όμως, χωρίς φόβο και δισταγμό, συνεκκλησιάζονται, συμπροσεύχονται και συμμετέχουν στα Μυστήρια με πλήθος Νεοημερολογίτες στους Ναούς των Παλαιοημερολογιτών και μάλιστα σε μερικά Ησυχαστήρια.

Είναι αυτά πράγματα ηθικής συνέπειας; Είναι πράγματα που επιτρέπονται ηθικά; Είναι πράγματα αποδεκτά από τους Κανόνες; Είναι, τέλος πάντων, πράγματα τίμια; Θα πουν ίσως ότι το κάνουν κατ' οικονομία. Αλλά τότε γιατί να δημιουργούμε σχίσματα και διαιρέσεις και κατατμήσεις και πληγές στο Σώμα της Εκκλησίας; Αν πρόκειται μεταβαίνοντας κάποιος στους Παλαιοημερολογίτες, να συμπροσεύχεται και πάλι με αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη, γιατί να μη μείνει στην Εκκλησία της Ελλάδας και να ανέχεται κατ' οικονομία τον Πατριάρχη και τους ομόφρονές του; Έτσι μάλιστα θα ανέχεται κατ' οικονομία μία αίρεση: τον Οικουμενισμό. Ενώ, μεταβαίνοντας στους Παλαιοημερολογίτες, θα ανέχεται δύο: τον οικουμενισμό (εφόσον οι Παλαιοημερολογίτες συμπροσεύχονται με Νεοημερολογίτες, που κοινωνούν με τον οικουμενιστή Πατριάρχη) και τον Ελληνικό Παλαιοημερολογιτισμό, που κηρύσσει την αίρεση ότι τα ημερολόγια και τα εορτολόγια είναι όροι σωτηρίας!...

Λέω «Ελληνικό Παλαιοημερολογιτισμό», διότι δεν προτίθεμαι να καταδικάσω το παλιό ημερολόγιο, το οποίο ακολουθούν τόσες Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά τις αιρετικές υπερβολές στις οποίες απερίσκεπτα κατάντησαν οι Έλληνες Παλαιοημερολογίτες. Και γι' αυτό, εκτός από άλλους λόγους, φοβάμαι και τρέμω για τις ανταρσίες και τα σχίσματα. Ο κλήρος των περισσοτέρων είναι:

Τελικά καταντούν στην υποστήριξη θέσεων πραγματικά αιρετικών! Αυτά, πολυφίλητε π. Νικόδημε, τα είχα γράψει σε σένα και στην ιερή και θεοφιλή Συνοδεία σου. Και έγραψα «εκ πολλής θλίψεως και συνοχής καρδίας» (Β' Κορ. β' 4). Η όλη κατάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι σήμερα πολύ θλιβερή. Ίσως τελικά δεν θα αποτραπούν μεγάλες περιπέτειες.

Πρόσχωμεν! Εν ταπεινώσει, εν προσευχή, εν νηστεία, εν κατανύξει, ας ζητήσουμε από τον Κύριο να μας φωτίσει για το πώς πρέπει να πορευτούμε σε αυτά που έρχονται. Διπλός ο κίνδυνος της Εκκλησίας: από τη μία ο σατανοκίνητος Οικουμενισμός και από την άλλη ο Φανατισμός που φθείρει τις ψυχές και οδηγεί τελικά σε φρικαλέες βλασφημίες και αιρέσεις και κρύβει την αλήθεια. Και τα δύο να τα φοβηθούμε και να τα αποφύγουμε. Δεν θα παρεκκλίνουμε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Θα πορευτούμε τη μέση και βασιλική οδό. Αυτή είναι η οδός της αμόλυντης Ορθοδοξίας, η οποία γνωρίζει και να προστατεύει την ακρίβεια και δεν αγνοεί την επίδειξη οικονομίας.

Χαίρε, αδελφέ. Και πάλι θα πω, χαίρε! Χαίρε, εν μέσω πά­σης θλίψεως και πάσης οδύνης. Ιησούς γάρ «παρεδόθη δια τας αμαρτίας ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. δ' 25).

Δεήθητε δε πάντες εκτενώς και υπέρ της εμής αθλιότητος, ότι εν ποικίλω αγώνί ειμί. Εν παντί θλίβομαι. «Έξωθεν μάχαι, έσωθεν φόβοι» (Β' Κορ. ζ 5. Ιδέ ερμηνείαν Π. Τρεμπέλα).

Πρόθυμος πάντα για κάθε εξυπηρέτηση και επικαλούμενος τις ευχές όλων σας, διατελώ μετά βαθείας εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών αγάπης και τιμής.

Εκ του Βιβλίου:
ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ - ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΖΗΛΩΤΙΣΜΟΣ

Επιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου
Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος

Ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος ἔχει ἀξίαν μόνον ἐάν κρατῇ τήν Πίστιν! (Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος)



Παναγιώτατε, Από τινων ετών κατώδυνον το Πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το συνειδητώ πιστεύον πλήρωμα , παρίσταται θεατής επικινδύνων προς την Πίστην ακροβασιών του Πρώτου της Ορθοδοξίας Επισκόπου. Ούτως, ίνα παραλίπωμεν άλλου είδους ακροβασίας, η προς τον Πάπαν και τον Παπισμόν συμπεριφορά Υμών και τινών Υμετέρων αντιπροσώπων, ρίπτει εις άφατον θλίψιν, αλλά και φοβεράν ψυχικήν δοκιμασίαν, τα αληθώς ορθοδοξούντα τέκνα της Εκκλησίας. Αλληλογραφείτε μετά του Πάπα εν πάση εκκλησιαστική τάξει, ως εάν έζωμεν εις τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Υποβάλλεσθε εις τας ταλαιπωρίας μακρινών ταξιδιών προς συνάντησιν αυτού. Ανταλλάσετε μετ' αυτού τρυφεράς περιπτύξεις και αδελφικούς ασπασμούς. Καλείτε αυτόν «Πρώτον Επίσκοπον της Χριστιανοσύνης» και υμάς Αυτόν δεύτερον. Διακηρύσσετε urbi et orbi ότι «ουδεμία διαφορά χωρίζει τας δύο Εκκλησίας». Συμπροσεύχεσθε μετ' αντιπροσώπων αυτού και φέρεσθε προς αυτούς σχεδόν όπως και προς τους Ορθοδόξους Επισκόπους. Αίρετε εκ μέσου αιωνοβίους αφορισμούς, οίτινες, έστω και αν επιβλήθεισαν υπό το κράτος των εντυπώσεων εκ στιγμιαίων γεγονότων πρωτοφανούς οξύτητας και ως αντίδρασις εις τα γεγονότα εκείνα, ουχ ήττον δε εξέφραζον ει μη το καθολικόν φρόνημα της αμωμήτου και θεοφόρου Ορθοδοξίας και δεν απετέλουν ειμή απλήν εφαρμογήν, καθυστερημένη μάλιστα, των διατάξεων του Κανονικού της Εκκλησίας Δικαίου, επιβαλλουσών την αποπομπήν εκ της θεοτεύκτου Μάνδρας των «ανιάτως και προς θάνατον νοσούντων» προβάτων, των αιρετικών δηλαδή και φθορέων της Πίστεως.

Παναγιώτατε, Τι εκ των δύο συνέβη; Ο Πάπας προσεχώρησε εις την Ορθοδοξίαν ή Υμείς εις τον Παπισμόν; Εάν τοπρώτον, αναγγείλατε τούτο, ίνα πάντες φαιδρώς πανηγυρίσωμεν μετ' αλλήλων και χορεύσωμεν. Εάν το δεύτερον, ομιλήσατε μετ' ειλικρινείας και ευθύτητος, ίνα βεβαιωθώμεν ότι, μετά της παλαιάς, απώλετο και η νέα Ρώμη και κατεπόθη υπό της αιρέσεως. Εάν δε ουδέν εκ τούτων συνέβη, αλλά και Υμείς και ο Πάπας εμένετε εν τοις οικείοις έκαστος όροις, τότε πως ερμηνεύονται αι προεκτεθείσαι ενέργειαι Υμών; Πώς είναι δυνατόν ο αιρετικός Πάπας να είναι ο Πρώτος Επίσκοπος της Χριστιανοσύνης και Υμείς ο δεύτερος; Πότε η Εκκλησία ημών συνηρίθμησεν ομού μετά των Ορθοδόξων Επισκόπων τους Επισκόπους των αιρετικών; Δογματικής και κανονικής ακριβείας γλώσσαν ομιλείτε ή ευελίκτου διπλωματικής υποκρισίας; Επίσκοπος είσθε ή διπλωμάτης; Πώς δ' ακόμη είναι δυνατόν να αίρωνται αι κανονικαί της Εκκλησίας ποιναί, όταν το αντικείμενον αυτών (η αίρεσις) ου μόνον εξακολουθή να υπάρχει, αλλά και αισίως αύξεται και μεγενθύνεται και γαυριά; Και εάν δεν υπήρχον αφορισμοί κατά των παπικών διά τας υπ' αυτών αποτολμηθείσας αλλοιώσεις εν τη Πίστει, θα έδει ούτοι να εκφωνηθώσι σήμερον από κοινής των Ορθοδόξων Εκκλησιών ψήφου, υπεικουσών εις ρητάς και σαφείς των Ιερών Κανόνων επιταγάς. Πώς λοιπόν και διατί, υπάρχοντες, αίρωνται;

Παναγιώτατε, Άδεται ότι ενεργείτε ως ενεργείτε, ινα, προσεταιριζόμενος το πανίσχυρον κοσμικώς Βατικανόν, αντιτάξητε την εκ της συμμαχίας αυτού αίγλην και δύναμην προς τους τουρκικούς βρυχηθμούς και δυνηθήτε ούτω να στηρίξετε τον δεινώς απειλούμενον και κλονιζόμενον Θρόνον της πάλαι ποτέ βασιλευούσης. Εάν ταύτα έχωνται αληθείας, και πλανάσθε και ματαιοπονείτε. Έχομεν την συμμαχίαν του Θεού, Παναγιώτατε, ή ου; Εάν ναι, τότε «εις διώξεται χιλίους και δύο μετακινήσουσι μυριάδας», τότε καν κύματ διεγείρηται, καν πελάγη, καν τουρκικών θηρίων θυμός, αράχνης δι' ημάς έσονται ευτελέστερα, τότε «εξανθήσει και υλοχαρήσει και αγαλλιάσεται τα έρημα του Ιορδάνου» και «αλείται ως έλαφος χωλός, τρανή σε έσται γλώσσα μογιλάλων», τότε... ώ τότε, «γνώτε έθνη και ηττάσθε ότι μεθ' ημών ο Θεός»!... Εάν όχι τότε προς τι «πεποίθαμεν επ' άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οις ουκ εστι σωτηρία»; Τότε, Παναγιώτατε, εφαρμόζονται πλέον εφ' ημών οι λόγοι του προφήτου: «Ουαί οι καταβαίνοντες εις Αίγυπτον επί βοήθειαν, οι εφ' ίππος πεποιθότες και εφ' άρμασιν, έστι γαρ πολλά, και εφ' ίππος πλήθος σφόδρα, και ουκ ήσαν πεποιθότες επί τον Άγιον του Ισραήλ και τον Κύριον ουκ εζήτησαν. Και αυτός σοφώς ήγεν επ' αυτούς κακά και ο λόγος αυτού ου μη αθετηθή και επαναστήσεται επ΄οίκους ανθρώπων πονηρών και επί την ελπίδαν αυτών την ματαίαν, Αιγύπτιον άνθρωπον και ου Θεόν, ίππων σάρκας και ουκ εστι βοήθεια. Ο δε Κύριος επάξει την χείραν αυτού επ' αυτούς και κοπιάσουσιν οι βοηθούντες και άμα πάντες απολούνται»(Ης. Λα,1-3)

Παναγιώτατε, Μυριάκις προτιμότερον να εκριζωθή ο ιστορικός της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος και να μεταφυτευθή εις έρημον τινα νησίδα του πελάγους, ακόμη δε και να καταποντισθή εις τα βάθη του Βοσπόρου, ή να επιχειρηθή έστω και η ελαχίστη παρέκλισις από της χρυσής των πατέρων γραμμής, ομοφώνως βοώντων: «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως». Αι επτά λυχνίαι της αποκαλύψεως, διά τας αμαρτίας ημών, εσβέσθησαν προ πολλού. Αι επτά Εκκλησίαι αποστολικαί, Εκκλησίαι σχούσαι την υψίστην τιμήν να λάβωσιν, ειδικώς αύται, γράμματα εξ ουρανού μέσω του θεοπνεύστου της Πάτμου Οραματιστού, εξέλιπον εκ της επιφανείας της Γης και εκεί, ένθα άλλοτε ετελείτο η φρικωδεστάτη Θυσία και ο Τριαδικός ανεμέλπετο Ύμνος, σήμερον ίσως κρώζουσι νυκτικόρακες ή «ορχούνται ονοκένταυροι». Και όμως η Νύμφη του Κυρίου δεν απέθανεν. Η Εκκλησία του Χριστού δεν εξηφανίσθη. Συνεχίζει, τετραυματισμένη και καθημαγμένη ως ο Ιδρυτής αυτής, αλλ' αείζωος και ακατάβλητος, την δια μέσω των αιώνων πορείαν αυτής, φωτίζουσα, θάλπουσα, ζωογονούσα, σώζουσα. Δεν θα αποθάνη λοιπόν αύτη και άν μετακινηθή και άν αποθάνη ο Οικουμενικός Θρόνος. Ουδείς Ορθόδοξος εύχεται την μετακίνησην ή τον θάνατον του Οικουμενικού Θρόνου. Μη γένοιτο! Αλλά και ουδείς θα θυσιάση χάριν αυτού ιώτα έν ή μία κεραίαν εκ της Ορθοδόξου Πίστεως. Αγωνίσασθε υπέρ αυτού πάση δυνάμει. οχι απλώς έχετε δικαίωμα, αλλά οφείλετε να στηρίξητε αυτόν, το καθ' Υμάς. Θυσιάσατε χάριν αυτού οτιδήποτε: χρήματα, κτήματα, τιμάς, δόξας, πολύτιμα κειμήλια, Διακόνους, Πρεσβυτέρους, Επισκόπους, ακόμη και τον Πατριάρχη Αθηναγόραν! Έν μόνον κρατήσατε, έν φυλάξατε, ενός φείσασθε, έν μη θυσιάσητε: την Ορθόδοξον Πίστιν! Ο Οικουμενικός Θρόνος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη παντού απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι φάροι είναι χρήσιμοι εάν και εφόσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκόπελους. Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είναι μόνον άχρηστοι αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονατι και αυτοί εις σκόπελους.

Παναγιώτατε, Προχωρήσατε ήδη πολύ. Οιπόδες Υμών ψαύουσι πλέον τα ρείθρα του Ρουβικώνος. Η υπομονή χιλιάδων ευσεβών ψυχών, κληρικών και λαϊκών, συνεχώς εξαντλείται. Διά την αγάπην του Κυρίου οπισθοχωρήσατε! Μη θέλετε να δημιουργήσετε εν τη Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις. Πειράσθε να ενώσητε τα διεστώτα ακι το μόνον όπερ κατορθώσητε, θα είναι να διασπάσητε τα ηνωμένα και να δημιουργήσητε ρήγματα εις εδάφη έως σήμερον στερεά και συμπαγή. Σύνετε και συνέλθετε! Αλλά φευ! Διηνύσατε πολύν οδόν. Ήδη «προς εσπέραν εστι και κέκλικεν η ημέρα...». Πως θα ίδητε τας χαινούσας αβύσσους, αφ' ων θα διέλθη μετ' όλίγον η ατραπός ήν οδεύετε; Είθε, είθε ο πάλαι ποτέ «στήσας τον ήλιον κατά Γαβαών και την σελήνην κατά φάραγγαν Αιλών», να δευτερώση το θαύμα και να παρατείνη άπαξ έτι το μήκος της ημέρας, να ενισχύση έτι πλέον το φώς αυτής και να διανοίξη τους οφθαλμούς Υμών, ίνα ίδητε, κατανοήσητε, επιστρέψητε. Αμήν.
Μετά βαθυτάτου σεβασμού

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Ας κάνουμε τον Χριστό ζωή ώστε να γίνει η ζωή μας Χριστός!



Ένας Χριστός μόνο για τον Ιερό Ναό. Δυστυχώς περιορίζουμε τον Χριστό πολλές φορές μόνο στην Θεία λειτουργία.


Βγαίνουμε μετά τον «Δι’ευχών» και δυστυχώς δεν μπορούμε να τον κάνουμε ζωή. Μένουμε πολλές φορές ακόμα και σε μια τυπική συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια αλλά μέσα μας μπορεί να βράζει η αμετανοησία ή ακόμα και η αίρεση. Βλέπουμε ανθρώπους που πάνε στην Εκκλησία μπορεί ακόμα να εξομολογούνται και να μετέχουν στα Ιερά Μυστήρια αλλά δυστυχώς η ζωή τους δεν «μυρίζει» λιβάνι. Πολλοί άνθρωποι είναι «μέσα» στην Εκκλησία και έχουν ακόμα αιρετικές ιδέες για την ζωή, τους ίδιους, σχετικά με τα παιδιά και τα εγγόνια τους, για τους Αγίους, σχετικά με το σώμα, τον Θάνατο ή την Παναγία μας. Μια διαστρεβλωμένη εσωτερική πνευματικότητα που μένει απλά σε ένα θρησκευτικό τυπικό. Φτάνουμε στο σημείο να ανοίγουμε το στόμα μας στην Θεία Μετάληψη αλλά μέσα στην καρδιά μας να έχουμε τον Ιούδα και να αρνούμαστε τον Χριστό σαν τον Πέτρο. Ένας απλά θρησκευτικός Χριστός απλά για να αναπαύουμε την συνείδηση μας. Είναι δυνατόν να θέλουμε να περιορίσουμε τις ακτίνες του Ήλιου;... Ας αφήσουμε τον Χριστό να λάμψει μέσα στην ζωή μας !

Λέμε ότι τον αγαπάμε ή ότι πιστεύουμε αλλά τελικά αυτή η αγάπη και η πίστη είναι πλατωνική κατάσταση. Ο ίδιος ο Κύριος καθορίζει και λέει: «Ο έχων τάς εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με» (Ιω. 14, 21). Όποιος αγαπάει ειλικρινά το Θεό, προσπαθεί να φυλάγεται απ΄όσα δεν αρέσουν σ΄Εκείνον και αγωνίζεται να εφαρμόζει όσα Εκείνος αγαπάει...Ξεκάθαρα πράγματα... Στο Ευαγγέλιο η αγάπη και η πίστη δεν είναι μαθηματικές θεωρίες αλλά πράξεις που ρέουν από τα βάθη της καρδιάς και της ύπαρξης του ανθρώπου.

Που είναι το λάθος τελικά; Βλέπουμε τον Χριστό από το μικροσκόπιο του ναρκισσισμού μας. Αποτέλεσμα; Να τον βλέπουμε όπως θέλουν τα πάθη μας και όχι όπως πραγματικά είναι. Γι’αυτό αρέσει στον σημερινό άνθρωπο το χαϊδολόγημα στα πάθη. Να ακούμε ομιλίες με ωραία λογάκια και αγαπούλες αλλά όταν ακούσουμε ή διαβάσουμε κάτι που μιλάει για πάθη, άσκηση, πάλη, δυσκολία, και μάχη τότε τρέχουμε μακριά όπως ο διάβολος στο λιβάνι. Μας αρέσει η φιλοσοφική θεολογία. Ωραία ακούσματα, ή διαβάσματα που να λένε ότι είμαστε καλά και όλα πάνε καλά!

Αν ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ή ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ζούσαν στις μέρες μας και πήγαιναν να κάνουν ομιλίες σε ενορίες δεν θα πατούσε κανείς το πόδι του. Θα τους χαρακτήριζαν ακραίους. Θέλουμε να ακούμε για έναν Χριστούλη που θα τους σώσει όλους , ότι και να γίνει όπως και να γίνει και στην τελική δεν τρέχει και τίποτα να έχεις και κάποιες αμαρτίες αφού όπως λένε πολλοί (δεν τα βλέπει αυτά ο Θεός).

Μόνο όταν δούμε τον Χριστό όπως πραγματικά είναι και πάρουμε γενναίες αποφάσεις τότε έχουμε ελπίδα θεραπείας και σωτηρίας.

Τι είναι αλήθεια ο Χριστιανός ; Κατά τον συγγραφέα της Αποκαλύψεως, είναι ο «τηρών τας εντολάς του Θεού και έχων την μαρτυρίαν του Ιησού Χριστού» (Αποκ. 12,17). Φάνερώνουμε τον Χριστό στην ζωή μας με τις πράξεις μας; , με την μαρτυρία μας ; Θέλουμε να αλλάξουμε την ζωή μας, να παλέψουμε τα πάθη μας, να Χριστοποιήσουμε το νου και τις σκέψεις μας ; ή απλά θέλουμε να θρησκεύουμε τυπικά για να παρατείνουμε την βιολογική μας ζωή χόρεύοντας με τους δαίμονες ;

Aυτό χρειάζεται η σημερινή εποχή που βράζει μέσα σε έναν βούρκο πνευματικής σήψης. Χρειαζόμαστε την μαρτυρία του Χριστού, αυτήν την έξωθεν αγία μαρτυρία. Είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, αλλά πολλές φορές ενεργούμε σαν φίλοι του διαβόλου. Ας διαλέξουμε…

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ιεροψάλτης στέκεται ως παράδειγμα προσευχής και ταπείνωσης και όχι ως κοσμικός τραγουδιστής με υπεροψία και αλαζονεία. (π. Παύλος Παπαδόπουλος)

Το να διακονείς στο αναλόγιο είναι μεγάλη ευλογία.Είναι μεγάλη ευλογία αλλά και μεγάλη ευθύνη.Χρειάζεται να γνωρίζεις όχι απλά βυζαντινή μουσική, όχι μόνο τυπικό (τι θα πεις, πότε θα το πεις) αλλά κυρίως να έχεις εκκλησιαστικό φρόνημα.
Ο Θεός μου έδωσε την ευκαιρία να διακονήσω σε αναλόγια δίπλα σε καταξιωμένους και έμπειρους ιεροψάλτες.
Η αγάπη μου για την ψαλτική τέχνη είναι μεγάλη.Την αγαπώ την βυζαντινή μουσική διότι είναι η μουσική της λογικής λατρείας μας. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η βυζαντινή μουσική αναπτύχθηκε ώστε να εξυπηρετεί τα Ιερά Μυστήρια και όχι να χρησιμοποιείται σε συναυλιακούς χώρους.

Για να μην παρεξηγηθώ: Μέσα στους χώρους του Ιερού Ναού, μέσα στην λατρεία είναι κυρίως η θέση της. Εάν χρησιμοποιείται και εκτός των Ιερών Ναών, εκτός της λατρείας μας είναι κάτι το έκτακτο και φυσικά δεν είναι κάτι το κακό.

Οι γνώσεις μου πάνω στη Βυζαντινή Μουσική ίσως είναι περιορισμένες, το ταλέντο μου ελάχιστο όμως η διακονία μου δίπλα σε έμπειρους ιεροψάλτες αυτό με δίδαξε: ότι το αναλόγιο δεν είναι ένα βάθρο επίδειξης φωνητικών ικανοτήτων, αλλά βήμα διακονίας. Ο ιεροψάλτης στέκεται ως παράδειγμα προσευχής και ταπείνωσης και όχι ως κοσμικός τραγουδιστής με υπεροψία και αλαζονεία. Η Εκκλησία τον τοποθετεί σε περίοπτη θέση για να εμπνεύσει τους πιστούς με το ήθος του, με την απλότητά του, με το εκκλησιαστικό του ήθος. Ο ιεροψάλτης ως "επιφανή" πρόσωπο της εκκλησιαστικής κοινότητας καλείται να μαρτυρεί της Αλήθεια του Ευαγγελίου και εκτός των Ιερών Ναών. Φυσικά αυτό να μην ερμηνευτεί ότι ο ιεροψάλτης καλείται να υποκρίνεται μια "σωστή" χριστιανική ζωή. Το θέμα είναι να ζει εν Χριστώ συνεχώς, παντού και πάντοτε, όπως φυσικά και ο κάθε χριστιανός, πόσο μάλλον όμως ο χριστιανός αυτός που διακονεί μέσα στα Ιερά Μυστήρια (νεοκώρος, ιεροψάλτης, επίτροπος).

Θυμάμαι δεν ανέβαινα ποτέ στο αναλόγιο εάν πρώτα δεν έπαιρνα την ευχή του ιερέως που θα λειτουργούσε.
Μα πώς είναι δυνατόν να λάβω μέρος στην λατρεία χωρίς την ευχή του λειτουργούντος ιερέως;
Ο ιεροψάλτης βρίσκεται στο αναλόγιο, όχι για να ερμηνεύσει με τρόπο επιτακτικό συγκεκριμένα μουσικά κομμάτια του ήχου της Κυριακής, όχι για να ψάλλει σχολαστικά και σφιγμένα τα μουσικά κείμενα με το άγχος μήπως και δεν ερμηνεύσει σωστά κάποια "πεταστή"· αλλά μέσα στον λατρευτικό χρόνο να προσφέρει κατάνυξη, προσευχητική διάθεση, έμπνευση μετάνοιας και δοξολογίας προς τον Τριαδικό Θεό μας.

Πολλές φορές ικανότατοι ιεροψάλτες χάνουν τον νόημα της διακονίας τους και γίνονται κουραστικοί αλλά και δυσάρεστοι στις καρδιές των πιστών που ήρθαν στο Ναό όχι για να ακούσουν κάποια "περίφημη" αργή δοξολογία αλλά για να κοινωνήσουν ουρανό, ηρεμία και αμεριμνησία.
"Μεγάλοι δάσκαλοι", προσπαθούν συνεχώς να εντυπωσιάσουν μ' έναν επιδεικτικό τρόπο, με τις ικανότητές τους, λέγοντας "σπάνια και δύσκολα μαθήματα" που το μόνο που εξυπηρετούν είναι να τρέφουν το εγώ τους και όχι να εξυπηρετούν τον λατρευτικό χρόνο.
Οι πιστοί θέλουν απλές μελωδίες, απαλές φωνές, χωρίς κοσμικές κορώνες.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές οι πιστοί αναπαύονται σε ιεροψάλτες που μπορεί να μην έχουνε πολλές μουσικές γνώσεις αλλά ψέλνουν απλά και λιτά.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές η εκκλησιαστική κοινότητα συμμετέχει περισσότερο προσευχητικά όταν στο αναλόγιο ανέβει κάποιος άνθρωπος που έχει πνευματική κατάσταση, κι ας μην τα λέγει όλα καλά, κι ας έχει μία "συνηθισμένη" φωνή.
Είναι η Χάρις του Θεού που ποτίζει την μελωδία του. Είναι η Χάρις του Θεού που νιώθεις πνευματική ευφορία όταν ακούς να ψέλνει ένας λαϊκός ή μοναχός που πλησιάζει το αναλόγια με φόβο Θεού, που προσπαθεί να ζει με τον Ευαγγελικό Λόγο.

Η εκκοσμίκευση μέσα στην Εκκλησία είναι μια μεγάλη πληγή. Είτε αυτή λέγεται: ιερατικά άμφια, διακόσμιση Ναών, λατρευτικές τελετές που καταντούν κοσμικές φιέστες, ιεροψάλτες-τραγουδιστές σε νυκτερινά κέντρα, κ.α.
Δεν θέλω να το παίξω διδάσκαλος των ιεροψαλτών, μιας και τώρα κυρίως διακονώ την Εκκλησία ως ιερέας. Όμως έχοντας ζήσει το αναλόγιο, έχοντας συναναστραφεί με καταξιωμένους ιεροψάλτες (που κάποιοι έχουνε φύγει από την ζωή), νομίζω μπορώ ταπεινά να πω (να παροτρύνω) ότι οι ιεροψάλτες, οι σύλλογοι ιεροψαλτών καλούνται να λάβουν δράση ώστε η εκκοσμίκευση του αναλογίου να παύση να υφίσταται.
Δεν είναι δυνατόν κάποιος ιεροψάλτης-πρωτοψάλτης, να απαντά στον προεστό της λατρευτικής σύναξης, που ξεκάθαρα είναι ο λειτουργών ιερέας, ότι "εγώ κάνω κουμάντο στο αναλόγιο, θα πω ότι θέλω, όπως το θέλω, όση ώρα θέλω". Το αναλόγιο είναι ένα κομμάτι του Ναού, δεν μπορεί να δρα αυτόνομα. Ούτε ο πρωτοψάλτης είναι Δεσπότης της λατρευτικής πράξης· είναι διακονητής.

Τέτοιες φαιδρές καταστάσεις δείχνουν ότι ο συγκεκριμένος τύπος ιεροψάλτου δεν έχει συναίσθηση που βρίσκεται, ποια είναι η θέση του...και φυσικά δείχνει ότι όχι μόνο πνευματική κατάσταση δεν έχει, αλλά ούτε στοιχειώδη εκκλησιαστικό φρόνημα. Και όλα αυτά διότι ο ιερέας αντιμετωπίζεται ως εχθρός, φανερώνοντας με το σκεπτικό του το πόσο πάσχει αυτός ο άνθρωπος που υμνεί με το στόμα του το Θεό, από εγωπάθεια και οίηση.
Δεν είναι δυνατόν ο ιεροψάλτης να απαιτεί συγκεκριμένο "τόνο" από τον ιερέα και να του τον δίνει, κι αν ο ιερέας δεν "κτυπήσει σωστά" ο ιεροψάλτης να νευριάζει. Δεν βρισκόμαστε αγαπητοί μου στο Ναό για να λόγους ορθοφωνίας αλλά για να λάβουμε Χάρη Θεού δια των Μυστηρίων.

Δεν συμφωνώ καθόλου με την τακτική κάποιων που επειδή και μόνο έχουνε μεράκι να διακονήσουν σε αναλόγιο, ανεβαίνουν πάνω και ανοίγουν το στοματάκι τους και βγαίνουν από εκεί μέσα “άρρητα ρήματα”. Φυσικά και αυτό δεν είναι σωστό να γίνεται. Άλλο τι θέλω να κάνω και άλλο να μπορώ να το κάνω. Πρέπει να έχουμε την διάκριση να ξέρουμε τις δυνατότητές μας. Βεβαίως λόγω έλλειψης σωστών ιεροψαλτών τα αναλόγια ειδικά τις καθημερινές ή σε διάφορα χωριά γεμίουν με τέτοιους ανθρώπους που για λόγους οικονομίας εξυπηρετούν την λατρεία.
Τι να κάνει ο ιερέας-προϊστάμενος όταν κάποιος σωστός ιεροψάλτης ζητά ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό για να έρχεται μια φορά την Κυριακή και ο Ναός αδυνατεί οικονομικά; Θα αρκεστεί στον συνταξιούχο που το είχε μεράκι και έρχεται και αφιλοκερδώς (με ότι αυτό συνεπάγεται).
Φυσικά λοιπόν και παίζει ρόλο η ορθοφωνία, η μουσική κατάρτιση όλων όσων παίζουν κάποιο ρόλο μέσα στην λατρευτική πράξη (ιεροψάλτες, αρχιερείς, ιερείς, διάκονοι), όμως κι αν γίνονται κάποια λάθη δεν χάθηκε και ο κόσμος. Μας εμπαίζει ο διάβολος, δεν το καταλαβαίνουμε; Ασχολούμαστε με το ποιο μουσικό μάθημα θα πούμε, πώς θα εκτελέσω τα "πληρωτικά", πόσα "γυρίσματα" θα κάνω, και ο Χριστός πουθενά, η προσευχή πουθενά.

Λέμε πολλά "Κύριε ελέησον" σύμφωνα με το μουσικό κείμενο, όμως ούτε ένα "Κύριε ελέησον" δεν βγαίνει από την καρδιά μας.
Δόξα τω Θεώ, υπάρχουν και ιεροψάλτες που αγαπούν αυτό που κάνουνε, και το κάνουμε συνειδητά, υπεύθυνα, ταπεινά, με εκκλησιαστικό φρόνημα, έχοντας μια ζωή που μοσχοβολά θυμίαμα. Και αυτό βγαίνει και στο ψάλσιμό τους, το βλέπεις με το πως στέκονται στο αναλόγιό τους, πως κινούνται μέσα στο Ναό, στην καθημερινότητά τους.
Είναι αυτοί οι ιεροψάλτες που με το μειλίχιο ύφος τους, με την ανοικτή καρδιά τους προσελκύουν και νέα παιδιά στο αναλόγιο. Και γεμίζουν τα αναλόγια με παιδικές φωνές που μαθητεύουν κυρίως μέσα στην λατρεία και όχι μόνο στα θρανία των ωδείων. Η Βυζαντινή μουσική σπουδάζεται πάνω στο αναλόγιο.

Ελπίζω να μην δημιούργησα σκάνδαλο με τα γραφόμενά μου. Απλά ήθελα να τονίσω τον σημαντικότατο ρόλο των ιεροψαλτών μέσα στην λατρευτική ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας. Μπορούν να κάνουν μεγάλο καλό αλλά και να βλάψουν. Μπορεί το αναλόγιο να γίνει ο οδός της προσωπικής τους σωτηρίας τους ή της απώλειάς τους.
Μακάρι όλοι μας να καταλάβουμε γιατί βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία. Και ο λόγος αυτός είναι για να βρούμε τον Χριστό, όχι για να πιάσουμε κάποια θέση, όχι για να κτίσουμε ένα καλό όνομα, ούτε για να αναδειχθούμε κοινωνικά.
Είτε είσαι ιεροψάλτης, είτε κληρικός δεν πρέπει να ξεχνάς γιατί βρίσκεσαι μέσα την Εκκλησία. Το ότι βρίσκεσαι στην Εκκλησία δεν σημαίνει ότι ό,τι κάνεις είναι σωστό και θα σωθείς. Διότι η πρόθεσή μας, τα κριτήρια με τα οποία κάνουμε κάτι θα κρίνει και το εσχατολογικό αποτέλεσμα των πραξεών μας. Μακάρι τα κίνητρά μας να είναι αγαθά, καλοπροαίρετα και θεμελιωμένα πάνω σ' αυτήν την ιερή αγωνία μας: να ευαρεστούμε τον Χριστό μας και όχι τους κόλακες, τον κόσμο, τα πλήθη.
Ας το θυμόμαστε όλοι μας: μπορεί να ερμηνεύεις απίστευτα καλά κάποιο δύσκολο βυζαντινό μάθημα, μπορεί να έχεις απίστευτα καλή φωνή· χωρίς υπακοή και ταπείνωση, χωρίς υπομονή και διάκριση, χωρίς συγχωρετικότητα και αγάπη, δεν σώζεσαι.
Εάν οι μουσικές μου γνώσεις γίνονται αιτία να χάνω τον Χριστό μου, να τα βράσω όλα. Καλύτερα να μην ξαναψάλλω ποτέ, παρά να χαθώ αιώνια.