Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

Περὶ τοῦ μὴ καταφρονεῖν τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων μυστηρίων. (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου) Για τον εκκλησιασμό.


Λιμάνια πνευματικὰ οἱ ναοί


Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη. Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή.

Ὁ ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες. Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου. Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι;

Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων. Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω» (Ματθ. 11:28). Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση; Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεὶ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει. Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη.


Γιατί δὲν ἐκκλησιάζεσαι;


Παρ᾿ ὅλα αὐτά, λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται στὴν ἐκκλησία. Τί θλιβερό! Στοὺς χοροὺς καὶ στὶς διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. Τὶς ἀνοησίες τῶν τραγουδιστῶν τὶς ἀκοῦμε μὲ εὐχαρίστηση. Τὶς αἰσχρολογίες τῶν ἠθοποιῶν τὶς ἀπολαμβάνουμε γιὰ ὦρες, δίχως νὰ βαριόμαστε. Καὶ μόνο ὅταν μιλάει ὁ Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε καὶ ζαλιζόμαστε. Μὰ καὶ στὰ ἱπποδρόμια, μολονότι δὲν ὑπάρχει στέγη γιὰ νὰ προστατεύει τοὺς θεατὲς ἀπὸ τὴ βροχή, τρέχουν οἱ περισσότεροι σὰν μανιακοί, ἀκόμα κι ὅταν βρέχει ραγδαῖα, ἀκόμα κι ὅταν ὁ ἄνεμος σηκώνει τὰ πάντα. Δὲν λογαριάζουν οὔτε τὴν κακοκαιρία οὔτε τὸ κρύο οὔτε τὴν ἀπόσταση. Τίποτα δὲν τοὺς κρατάει στὰ σπίτια τους. Ὅταν, ὅμως, πρόκειται νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τότε καὶ τὸ ψιλόβροχο τοὺς γίνεται ἐμπόδιο. Κι ἂν τοὺς ρωτήσεις, ποιὸς εἶναι ὁ Ἀμὼς ἢ ὁ Ὀβδιού, πόσοι εἶναι οἱ προφῆτες ἢ οἱ ἀπόστολοι, δὲν μποροῦν ν᾿ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους. Γιὰ τ᾿ ἄλογα, ὅμως, τοὺς τραγουδιστὲς καὶ τοὺς ἠθοποιοὺς μποροῦν σὲ πληροφορήσουν μὲ κάθε λεπτομέρεια. Εἶναι κατάσταση αὐτή;

Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, καὶ σχεδὸν κανένας δὲν παρουσιάζεται στὸ ναό. Φαίνεται πὼς ἡ ἀπόσταση παρασύρει τοὺς χριστιανοὺς στὴν ἀμέλεια· ἢ μᾶλλον ὄχι ἡ ἀπόσταση, ἀλλὰ ἡ ἀμέλεια μόνο τοὺς ἐμποδίζει. Γιατί, ὅπως τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγαθὴ προαίρεση καὶ ζῆλο νὰ κάνει κάτι, ἔτσι καὶ τὸν ἀμελῆ, τὸν ρᾴθυμο καὶ ἀναβλητικὸ ὅλα μποροῦν νὰ τὸν ἐμποδίσουν.

Οἱ μάρτυρες ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν Ἀλήθεια, κι ἐσὺ λογαριάζεις μία τόσο μικρὴ ἀπόσταση; Ἐκεῖνοι θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὸ Χριστό, κι ἐσὺ δὲν θέλεις οὔτε λίγο νὰ κοπιάσεις; Ὁ Κύριος πέθανε γιὰ χάρη σου, κι ἐσὺ Τὸν περιφρονεῖς; Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, κι ἐσὺ βαριέσαι νὰ ἔρθεις στὸ ναό, προτιμώντας νὰ κάθεσαι στὸ σπίτι σου; Καὶ ὅμως, πρέπει νὰ ἔρθεις, γιὰ νὰ δεῖς τὸ διάβολο νὰ νικιέται, τὸν ἅγιο νὰ νικάει, τὸ Θεὸ νὰ δοξάζεται καὶ τὴν Ἐκκλησία νὰ θριαμβεύει.

«Μὰ εἶμαι ἁμαρτωλός», λές, «καὶ δὲν τολμῶ ν᾿ ἀντικρύσω τὸν ἅγιο». Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶσαι ἁμαρτωλός, ἔλα ἐδῶ, γιὰ νὰ γίνεις δίκαιος. Ἢ μήπως δὲν γνωρίζεις, ὅτι καὶ αὐτοὶ ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, ἔχουν διαπράξει ἁμαρτίες; Γι᾿ αὐτὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ ὑποφέρουν καὶ οἱ ἱερεῖς ἀπὸ κάποια πάθη, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ νὰ συγχωροῦν τοὺς ἄλλους.

«Ἀφοῦ, ὅμως, δὲν τήρησα ὅσα ἄκουσα στὴν ἐκκλησία», θὰ μοῦ πεῖ κάποιος, «πῶς μπορῶ νὰ ἔρθω πάλι;». Ἔλα νὰ ξανακούσεις τὸν θεῖο λόγο. Καὶ προσπάθησε τώρα νὰ τὸν ἐφαρμόσεις. Ἂν βάλεις φάρμακο πάνω στὸ τραῦμα σου καὶ δὲν τὸ ἐπουλώσει τὴν ἴδια μέρα, δὲν θὰ ξαναβάλεις καὶ τὴν ἑπόμενη; Ἂν ὁ ξυλοκόπος, ποὺ θέλει νὰ κόψει μία βελανιδιά, δὲν κατορθώσει νὰ τὴ ρίξει μὲ τὴν πρώτη τσεκουριά, δὲν τὴ χτυπάει καὶ δεύτερη καὶ πέμπτη καὶ δέκατη φορά; Κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο.

Ἀλλά, θὰ μοῦ πεῖς, σ᾿ ἐμποδίζουν νὰ ἐκκλησιαστεῖς ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐργαστεῖς. Ὅμως δὲν εἶναι εὔλογη καὶ τούτη ἡ πρόφαση. Ἑφτὰ μέρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα. Αὐτὲς τὶς ἑφτὰ μέρες τὶς μοιράστηκε ὁ Θεὸς μαζί μας. Καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἔδωσε ἕξι, ἐνῷ γιὰ τὸν ἑαυτό Του ἄφησε μία. Αὐτὴ τὴ μοναδικὴ μέρα, λοιπόν, δὲν δέχεσαι νὰ σταματήσεις τὶς ἐργασίες;

Καὶ γιατί λέω γιὰ ὁλόκληρη μέρα; Ἐκεῖνο ποὺ ἔκανε στὴν περίπτωση τῆς ἐλεημοσύνης ἡ χήρα του Εὐαγγελίου, τὸ ἴδιο κάνε κι ἐσὺ στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς μιᾶς μέρας. Ἔδωσε ἐκείνη δυὸ λεπτὰ καὶ πῆρε πολλὴ χάρη ἀπὸ τὸ Θεό. Δάνεισε κι ἐσὺ δυὸ ὧρες στὸ Θεό, πηγαίνοντας στὴν ἐκκλησία, καὶ θὰ φέρεις στὸ σπίτι σου κέρδη ἀμέτρητων ἡμερῶν. Ἂν ὅμως δὲν δέχεσαι νὰ κάνεις κάτι τέτοιο, σκέψου μήπως μ᾿ αὐτή σου τὴ στάση χάσεις κόπους πολλῶν ἐτῶν. Γιατὶ ὁ Θεός, ὅταν περιφρονεῖται, γνωρίζει νὰ σκορπίζει τὰ χρήματα ποὺ συγκεντρώνεις μὲ τὴν ἐργασία τῆς Κυριακῆς.

Μὰ κι ἂν ἀκόμα ἔβρισκες ὁλόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἐξ αἰτίας του ἀπουσίαζες ἀπὸ τὸ ναό, θὰ ἦταν πολὺ μεγαλύτερη ἡ ζημιά σου· καὶ τόσο μεγαλύτερη, ὅσο ἀνώτερα εἶναι τὰ πνευματικὰ ἀπὸ τὰ ὑλικά. Γιατί τὰ ὑλικὰ πράγματα, κι ἂν ἀκόμα εἶναι πολλὰ καὶ τρέχουν ἄφθονα ἀπὸ παντοῦ, δὲν τὰ παίρνουμε στὴν ἄλλη ζωή, δὲν μεταφέρονται μαζί μας στὸν οὐρανό, δὲν παρουσιάζονται στὸ φοβερὸ ἐκεῖνο βῆμα τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ πολλὲς φορές, καὶ πρὶν ἀκόμα πεθάνουμε, μᾶς ἐγκαταλείπουν. Ἀντίθετα, ὁ πνευματικὸς θησαυρὸς ποὺ ἀποκτοῦμε στὴν ἐκκλησία, εἶναι κτῆμα ἀναφαίρετο καὶ μᾶς ἀκολουθεῖ παντοῦ.

«Ναί, ἀλλὰ μπορῶ», λέει κάποιος ἄλλος, «νὰ προσευχηθῶ καὶ στὸ σπίτι μου». Ἀπατᾷς τὸν ἑαυτό σου, ἄνθρωπε. Βεβαίως, εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχηθεῖς καὶ στὸ σπίτι σου· εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ προσευχηθεῖς ἔτσι, ὅπως προσεύχεσαι στὴν ἐκκλησία, ὅπου ὑπάρχει τὸ πλῆθος τῶν πατέρων καὶ ὅπου ὁμόφωνη κραυγὴ ἱκεσίας ἀναπέμπεται στὸ Θεό. Δὲν σὲ ἀκούει τόσο πολὺ ὁ Κύριος ὅταν Τὸν παρακαλεῖς μόνος σου, ὅσο ὅταν Τὸν παρακαλεῖς ἑνωμένος μὲ τοὺς ἀδελφούς σου. Γιατὶ στὴν ἐκκλησία ὑπάρχουν περισσότερες πνευματικὲς προϋποθέσεις ἀπ᾿ ὅσες στὸ σπίτι. Ὑπάρχουν ἡ ὁμόνοια, ἡ συμφωνία τῶν πιστῶν, ὁ σύνδεσμος τῆς ἀγάπης, οἱ εὐχὲς τῶν ἱερέων. Γι᾿ αὐτό, ἄλλωστε, οἱ ἱερεῖς προΐστανται τῶν ἀκολουθιῶν· γιὰ νὰ ἐνισχύονται μὲ τὶς δυνατότερες εὐχὲς τοὺς οἱ ἀσθενέστερες εὐχὲς τοῦ λαοῦ, κι ἔτσι ὅλες μαζὶ ν᾿ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό.

Ὅταν προσευχόμαστε ὁ καθένας χωριστά, εἴμαστε ἀνίσχυροι· ὅταν ὅμως συγκεντρωνόμαστε ὅλοι μαζί, τότε γινόμαστε πιὸ δυνατοὶ καὶ ἑλκύουμε σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Κάποτε ὁ ἀπόστολος Πέτρος βρισκόταν ἁλυσοδεμένος στὴ φυλακή. Ἔγινε ὅμως θερμὴ προσευχὴ ἀπὸ τοὺς συναγμένους πιστούς, κι ἀμέσως ἐλευθερώθηκε. Τί θὰ μποροῦσε, ἑπομένως, νὰ εἶναι πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχή, ποῦ ὠφέλησε κι αὐτοὺς ἀκόμα τοὺς στύλους τῆς Ἐκκλησίας;


Ἡ προσέλευσή μας στὸ ναό


Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ σᾶς ἱκετεύω, ἂς προτιμᾶτε ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀσχολία καὶ φροντίδα τὸν ἐκκλησιασμό. Ἂς τρέχουμε πρόθυμα, ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε, στὴν ἐκκλησία.

Προσέξτε, ὅμως, κανεὶς νὰ μὴν μπεῖ στὸν ἱερὸ αὐτὸ χῶρο, ἔχοντας βιοτικὲς φροντίδες ἢ περισπασμοὺς ἢ φόβους. Ἀλλὰ ἀφοῦ τ᾿ ἀφήσουμε ὅλα τοῦτα ἔξω, στὶς πύλες τοῦ ναοῦ, τότε ἂς περάσουμε μέσα. Γιατὶ ἐρχόμαστε στὰ ἀνάκτορα τῶν οὐρανῶν, πατᾶμε σὲ τόπους ποὺ ἀστράφτουν.

Ἂς διώξουμε ἀπὸ τὴν ψυχή μας πρῶτα-πρῶτα τὴ μνησικακία, γιὰ νὰ μὴν κατακριθοῦμε, ὅταν παρουσιαστοῦμε μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ προσευχηθοῦμε λέγοντας: «Πάτερ ἡμῶν..., ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Διαφορετικά, πῶς θέλεις νὰ φανεῖ ὁ Δεσπότης Χριστὸς γλυκὸς καὶ πρᾶος ἀπέναντί σου, ἀφοῦ ἐσὺ γίνεσαι στὸν συνάνθρωπό σου σκληρὸς καὶ δὲν τὸν συγχωρεῖς; Πῶς θὰ μπορέσεις νὰ ὑψώσεις τὰ χέρια σου στὸν οὐρανό; Πῶς θὰ κινήσεις τὴ γλῶσσα σου σὲ λόγια προσευχῆς; Πῶς θὰ ζητήσεις συγγνώμη; Ἀκόμα κι ἂν θέλει ὁ Θεὸς νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες σου, δὲν Τὸν ἀφήνεις ἐσύ, ἐπειδὴ δὲν συγχωρεῖς τὸν πλησίον σου.

Ἡ ἀμφίεσή μας


Μὰ καὶ ἡ ἐνδυμασία μας στὸ ναὸ νὰ εἶναι καλὴ ἀπὸ κάθε πλευρά. Νὰ εἶναι κόσμια καὶ ὄχι ἐξεζητημένη. Γιατί τὸ κόσμιο εἶναι σεμνό, ἐνῷ τὸ ἐξεζητημένο εἶναι ἄσεμνο.

Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς παραγγέλλει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει: «Θέλω νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο, σηκώνοντας πρὸς τὸν οὐρανὸ χέρια ὅσια, χωρὶς ὀργὴ καὶ δισταγμὸ ὀλιγοπιστίας. Ἐπίσης καὶ οἱ γυναῖκες νὰ προσεύχονται μὲ ἀμφίεση σεμνή, στολίζοντας τὸν ἑαυτό τους μὲ σεμνότητα καὶ σωφροσύνη, ὄχι μὲ περίτεχνες κομμώσεις καὶ χρυσὰ κοσμήματα ἢ μαργαριτάρια ἢ ἐνδύματα πολυτελῆ, ἀλλὰ μὲ ὅ,τι ταιριάζει στὶς γυναῖκες ποὺ λένε ὅτι σέβονται τὸ Θεό, δηλαδὴ μὲ καλὰ ἔργα» (Α´ Τιμ. 2:8-10). Ἄν, λοιπόν, ἀπαγορεύει στὶς γυναῖκες ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπόδειξη πλούτου, πολὺ περισσότερο ἀπαγορεύει ὅσα κινοῦν τὴν περιέργεια, ὅπως τὰ φτιασίδια, τὸ βάψιμο τῶν ματιῶν, τὸ κουνιστὸ βάδισμα, τὰ παράξενα ροῦχα καὶ τὰ παρόμοια.

Τί λές, γυναῖκα; Ἔρχεσαι στὸ ναὸ νὰ προσευχηθεῖς, καὶ στολίζεσαι μὲ χρυσαφικὰ καὶ χτενίζεσαι ἐπιτηδευμένα; Μήπως ἦρθες γιὰ νὰ χορέψεις; Μήπως γιὰ νὰ λάβεις μέρος σὲ γαμήλια γιορτή; Ἐκεῖ ἔχουν θέση τὰ χρυσαφικὰ καὶ οἱ πολυτέλειες· ἐδῶ δὲν χρειάζεται τίποτα ἀπ᾿ αὐτά. Ἦρθες νὰ παρακαλέσεις τὸ Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου. Τί στολίζεις, λοιπόν, τὸν ἑαυτό σου; Αὐτὴ ἡ ἐμφάνιση δὲν εἶναι γυναίκας ποὺ ἱκετεύει. Πῶς μπορεῖς νὰ στενάξεις, πῶς μπορεῖς νὰ δακρύσεις, πῶς μπορεῖς νὰ προσευχηθεῖς μὲ θέρμη, ἔχοντας τέτοια ἀμφίεση; Θέλεις νὰ φαίνεσαι εὐπρεπής; Φόρεσε τὸ Χριστὸ καὶ ὄχι τὸ χρυσό. Ντύσου τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φιλανθρωπία, τὴ σωφροσύνη, τὴν ταπεινοφροσύνη. Αὐτὰ ἀξίζουν περισσότερο ἀπ᾿ ὅλο τὸ χρυσάφι. Αὐτὰ καὶ τὴν ὡραία τὴν κάνουν ὡραιότερη καὶ τὴν ἄσχημη τὴν ὀμορφαίνουν. Νὰ ξέρεις, γυναῖκα, πώς, ὅταν στολιστεῖς πολύ, γίνεσαι πιὸ αἰσχρὴ κι ἀπὸ τὴ γυμνή, γιατὶ ἔχεις ἀποβάλει πιὰ τὴν κοσμιότητα.


Προσοχὴ καὶ προσευχή


Ἀλλὰ καὶ ἡ διαγωγή μας, ὅσο βρισκόμαστε μέσα στὸ ναό, ἂς εἶναι ἡ πρέπουσα, ὅπως ἁρμόζει σὲ ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται μπροστὰ στὸ Θεό. Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε μὲ ἄσκοπες συζητήσεις, μὰ νὰ στεκόμαστε μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ προσοχὴ καὶ προθυμία, μὲ τὸ βλέμμα στραμμένο στὴ γῆ καὶ τὴν ψυχὴ ὑψωμένη στὸν οὐρανό.

Γιατὶ ἔρχονται πολλοὶ στὴν ἐκκλησία, ἐπαναλαμβάνουν μηχανικὰ ψαλμοὺς καὶ εὐχές, καὶ φεύγουν, δίχως νὰ ξέρουν τί εἶπαν. Τὰ χείλη κινοῦνται, ἀλλὰ τ᾿ αὐτιὰ δὲν ἀκοῦνε. Ἐσὺ δὲν ἀκοῦς τὴν προσευχή σου, καὶ θέλεις νὰ σὲ εἰσακούσει ὁ Θεός; Γονάτισα, λες· ἀλλὰ ὁ νοῦς σου πετοῦσε μακριά. Τὸ σῶμα σου ἦταν μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ψυχή σου ἔξω. Τὸ στόμα ἔλεγε τὴν προσευχὴ καὶ ὁ νοῦς μετροῦσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφὲς μὲ φίλους. Κι ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, γιατὶ ὁ διάβολος εἶναι πονηρός· ξέρει πὼς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κερδίζουμε πολλά, γι᾿ αὐτὸ τότε ἐπιτίθεται μὲ μεγαλύτερη σφοδρότητα. Ἄλλες φορὲς εἴμαστε ξαπλωμένοι στὸ κρεβάτι, καὶ τίποτα δὲν σκεφτόμαστε· ᾔρθαμε ὅμως στὴν ἐκκλησία νὰ προσευχηθοῦμε, καὶ ὁ διάβολος μᾶς ἔβαλε ἕνα σωρὸ λογισμούς, ὥστε καθόλου νὰ μὴν ὠφεληθοῦμε.

Ἄν, ἀλήθεια, ὁ Θεός σου ζητήσει λόγο γιὰ τὴν ἀδιαφορία ἢ καὶ τὴν ἀσέβεια ποῦ δείχνεις στὶς λατρευτικὲς συνάξεις, τί θὰ κάνεις; Νά, τὴν ὥρα ποὺ Αὐτὸς σοῦ μιλάει, ἐσύ, ἀντὶ νὰ προσεύχεσαι, ἔχεις πιάσει κουβέντα μὲ τὸν διπλανό σου γιὰ πράγματα ἀνώφελα. Καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα ἁμαρτήματά μας ἂν παραβλέψει ὁ Θεός, τοῦτο φτάνει γιὰ νὰ στερηθοῦμε τὴ σωτηρία. Μὴν τὸ θεωρεῖς μικρὸ παράπτωμα. Γιὰ νὰ καταλάβεις, τὴ βαρύτητά του, σκέψου τί γίνεται στὴν ἀνάλογη περίπτωση τῶν ἀνθρώπων. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι συζητᾷς μ᾿ ἕνα ἐπίσημο πρόσωπο ἢ μ᾿ ἕναν ἐγκάρδιο φίλο σου. Καὶ ἐνῷ ἐκεῖνος σοῦ μιλάει, ἐσὺ γυρίζεις ἀδιάφορα τὸ κεφάλι σου καὶ ἀρχίζεις νὰ κουβεντιάζεις μὲ κάποιον ἄλλο. Δὲν θὰ προσβληθεῖ ὁ συνομιλητής σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπρέπειά σου; Δὲν θὰ θυμώσει; Δὲν θὰ σοῦ ζητήσει τὸ λόγο;

Ἀλίμονο! Βρίσκεσαι στὴ θεία Λειτουργία, κι ἐνῷ τὸ βασιλικὸ τραπέζι εἶναι ἑτοιμασμένο, ἐνῷ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ θυσιάζεται γιὰ χάρη σου, ἐνῷ ὁ ἱερέας ἀγωνίζεται γιὰ τὴ σωτηρία σου, ἐσὺ ἀδιαφορεῖς. Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ σκεπάζουν τὰ πρόσωπά τους ἀπὸ δέος καὶ ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα παρακαλοῦν τὸ Θεὸ γιὰ σένα, τὴ στιγμὴ ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ χύνεται ἀπὸ τὴν ἄχραντη πλευρά Του μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο, τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἡ συνείδησή σου, ἄραγε, δὲν σὲ ἐλέγχει γιὰ τὴν ἀπροσεξία σου; Σκέψου, ἄνθρωπέ μου, μπροστὰ σὲ Ποιὸν στέκεσαι τὴν ὥρα τῆς φρικτῆς μυσταγωγίας καὶ μαζὶ μὲ ποιοὺς – μὲ τὰ Χερουβείμ, μὲ τὰ Σεραφείμ, μὲ ὅλες τὶς οὐράνιες δυνάμεις. Ἀναλογίσου μαζὶ μὲ ποιοὺς ψάλλεις καὶ προσεύχεσαι. Εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ συνέλθεις, ὅταν θυμηθεῖς ὅτι, ἐνῷ ἔχεις ὑλικὸ σῶμα, ἀξιώνεσαι νὰ ὑμνεῖς τὸν Κύριό της κτίσεως μαζὶ μὲ τοὺς ἀσώματους ἀγγέλους.

Μὴ συμμετέχεις, λοιπόν, στὴν ἱερὴ ἐκείνη ὑμνῳδία μὲ ἀδιαφορία. Μὴν ἔχεις στὸ νοῦ σου βιοτικὲς σκέψεις. Διῶξε κάθε γήινο λογισμὸ καὶ ἀνέβα νοερὰ στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Πέταξε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τὸν τρισάγιο ὕμνο στὴν Παναγία Τριάδα.


Ἡ θεία Κοινωνία


Καὶ σὰν ἔρθει ἡ στιγμὴ τῆς θείας Κοινωνίας καὶ πρόκειται νὰ πλησιάσεις τὴν ἁγία Τράπεζα, πίστευε ἀκλόνητα πὼς ἐκεῖ εἶναι παρὼν ὁ Χριστός, ὁ Βασιλιὰς τῶν ὅλων. Ὅταν δεῖς τὸν ἱερέα νὰ σοῦ προσφέρει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, μὴ νομίσεις ὅτι ὁ ἱερέας τὸ κάνει αὐτό, ἀλλὰ πίστευε ὅτι τὸ χέρι ποὺ ἁπλώνεται εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ποὺ λάμπρυνε μὲ τὴν παρουσία Τοῦ τὴν τράπεζα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, Αὐτὸς καὶ τώρα διακοσμεῖ τὴν Τράπεζα τῆς θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικὰ καὶ ἐξετάζει τοῦ καθενὸς τὴν προαίρεση καὶ παρατηρεῖ ποιὸς πλησιάζει μὲ εὐλάβεια ταιριαστὴ στὸ ἅγιο Μυστήριο, ποιὸς μὲ πονηρὴ συνείδηση, μὲ σκέψεις βρωμερὲς καὶ ἀκάθαρτες, μὲ πράξεις μολυσμένες. Ἀναλογίσου, λοιπόν, κι ἐσὺ ποιὸ ἐλάττωμά σου διόρθωσες, ποιὰν ἀρετὴ κατόρθωσες, ποιὰν ἁμαρτία ἔσβησες μὲ τὴν ἐξομολόγηση, σὲ τί ἔγινες καλύτερος. Ἂν ἡ συνείδησή σου σὲ πληροφορεῖ ὅτι φρόντισες ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐπούλωση τῶν ψυχικῶν σου τραυμάτων, ἂν ἔκανες κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία, κοινώνησε μὲ φόβο Θεοῦ. Ἀλλιῶς, μεῖνε μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὅταν καθαριστεῖς ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου, τότε νὰ πλησιάσεις.

Νὰ προσέρχεστε, λοιπόν, στὴ θεία Κοινωνία μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ συνείδηση καθαρή, μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Χωρὶς νὰ θορυβεῖτε, χωρὶς νὰ ποδοπατᾶτε καὶ νὰ σπρώχνετε τοὺς διπλανούς σας. Γιατί αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴ μεγαλύτερη τρέλα καὶ τὴ χειρότερη περιφρόνηση τῶν θείων Μυστηρίων.

Πές μου, ἄνθρωπε, γιατὶ κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σὲ πιέζει τάχα ἡ ἀνάγκη νὰ κάνεις τὶς δουλειές σου; Καὶ σοῦ περνάει ἄραγε, τὴν ὥρα ποῦ πᾶς νὰ κοινωνήσεις, ἡ σκέψη ὅτι ἔχεις δουλειές; Ἔχεις μήπως τὴν αἴσθηση ὅτι εἶσαι πάνω στὴ γῆ; Νομίζεις ὅτι βρίσκεσαι μαζὶ μὲ ἀνθρώπους καὶ ὄχι μὲ τοὺς χοροὺς τῶν ἀγγέλων; Μὰ κάτι τέτοιο εἶναι δεῖγμα πέτρινης καρδιᾶς...


Κάθε πότε νὰ κοινωνοῦμε;


Ὑπάρχει κι ἕνα ἄλλο θέμα: Πολλοὶ κοινωνοῦν μία φορὰ τὸ χρόνο, ἄλλοι δυὸ φορές, ἄλλοι περισσότερες. Ποιοὺς ἀπ᾿ αὐτοὺς θὰ ἐπιδοκιμάσουμε; Ὅσους μιὰ φορά, ὅσους πολλὲς ἢ ὅσους λίγες φορὲς μεταλαβαίνουν; Οὔτε τοὺς μία οὔτε τὶς πολλὲς οὔτε τοὺς λίγες, μὰ ἐκείνους ποὺ πλησιάζουν στὸ ἅγιο Ποτήριο μὲ καρδιὰ ἁγνή, μὲ βίο ἀνεπίληπτο. Αὐτοὶ ἂς κοινωνοῦν πάντα. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, ἂς μένουν μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια, γιατί ἀλλιῶς κρῖμα καὶ καταδίκη, ἑτοιμάζουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ ἅγιος ἀπόστολος λέει: «Ὅποιος τρώει τὸν ἄρτο καὶ πίνει τὸ ποτήριο τοῦ Κυρίου μὲ τρόπο ἀνάξιο, γίνεται ἔνοχος ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα καὶ στὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, προκαλώντας τὴν καταδίκη του» (Α´ Κορ. 11:27, 29). Θὰ τιμωρηθεῖ, δηλαδή, τόσο αὐστηρά, ὅσο καὶ οἱ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι ἔγιναν ἔνοχοι ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα Του.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἔχουν φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο περιφρονήσεως τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ὥστε, ἐνῷ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἀμέτρητες κακίες καὶ δὲν διορθώνουν καθόλου τὸν ἑαυτό τους, κοινωνοῦν στὶς γιορτὲς ἀπροετοίμαστοι. Μὴ γνωρίζοντας ὅτι προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας δὲν εἶναι ἡ γιορτή, ἀλλά, καθὼς εἴπαμε, ἡ καθαρὴ συνείδηση. Καὶ ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν αἰσθάνεται κανένα κακὸ στὴ συνείδησή του, πρέπει καθημερινὰ νὰ προσέρχεται στὴ θεία Κοινωνία, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ εἶναι φορτωμένος ἁμαρτήματα καὶ δὲν μετανοεῖ, πρέπει νὰ μὴν κοινωνεῖ οὔτε στὴ γιορτή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πάλι σᾶς παρακαλῶ ὅλους νὰ μὴν πλησιάζετε στὰ θεῖα Μυστήρια ἔτσι ἀπροετοίμαστοι κι ἐπειδὴ τὸ ἀπαιτεῖ ἡ γιορτή, ἀλλά, ἂν κάποτε ἀποφασίσετε νὰ λάβετε μέρος στὴ θεία Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσετε, νὰ καθαρίζετε καλὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀπὸ πολλὲς μέρες πρίν, μὲ τὴ μετάνοια, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φροντίδα γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα.

Παραμονὴ ὡς τὴν ἀπόλυση


Ἦρθες, λοιπόν, στὴν ἐκκλησία καὶ ἀξιώθηκες νὰ συναντήσεις τὸ Χριστό; Μὴ φύγεις, ἂν δὲν τελειώσει ἡ ἀκολουθία. Ἂν φύγεις πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, εἶσαι ἔνοχος ὅσο κι ἕνας δραπέτης. Πηγαίνεις στὸ θέατρο καί, ἂν δὲν τελειώσει ἡ παράσταση, δὲν φεύγεις. Μπαίνεις στὴν ἐκκλησία, στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου, καὶ γυρίζεις τὴν πλάτη στὰ ἄχραντα Μυστήρια; Φοβήσου τουλάχιστον ἐκεῖνον ποὺ εἶπε: «Ὅποιος καταφρονεῖ τὸ Θεό, θὰ καταφρονηθεῖ ἀπ᾿ Αὐτόν» (Πρβλ. Παροιμ. 13:13).

Τί κάνεις, ἄνθρωπε; Ἐνῷ ὁ Χριστὸς εἶναι παρών, οἱ ἄγγελοί Του παραστέκονται, οἱ ἀδελφοί σου κοινωνοῦν ἀκόμα, ἐσὺ τοὺς ἐγκαταλείπεις καὶ φεύγεις; Ὁ Χριστός σου προσφέρει τὴν ἁγία σάρκα Του, κι ἐσὺ δὲν περιμένεις λίγο, γιὰ νὰ Τὸν εὐχαριστήσεις ἔστω μὲ τὰ λόγια; Ὅταν παρακάθεσαι σὲ δεῖπνο, δὲν τολμᾷς νὰ φύγεις, ἔστω κι ἂν ἔχεις χορτάσει, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ φίλοι σου κάθονται ἀκόμα στὸ τραπέζι. Καὶ τώρα ποὺ τελοῦνται τὰ φρικτὰ Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, τ᾿ ἀφήνεις ὅλα στὴ μέση καὶ φεύγεις;

Θέλετε νὰ σᾶς πῶ τίνος τὸ ἔργο κάνουν ὅσοι φεύγουν πρὶν τελειώσει ἡ θεία Λειτουργία καὶ δὲν συμμετέχουν ἔτσι στὶς τελευταῖες εὐχαριστήριες εὐχές; Ἴσως εἶναι βαρὺ αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πῶ, μὰ πρέπει νὰ τὸ πῶ. Ὅταν ὁ Ἰούδας πῆρε μέρος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ ὅλοι ἦταν καθισμένοι στὸ τραπέζι, αὐτὸς σηκώθηκε πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους κι ἔφυγε. Ἐκεῖνον, λοιπόν, τὸν Ἰούδα μιμοῦνται... Ἂν δὲν ἔφευγε τότε ἐκεῖνος, δὲν θὰ γινόταν προδότης, δὲν θὰ χανόταν. Ἂν δὲν ξεχώριζε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ ποίμνιο, δὲν θὰ τὸν ἔβρισκε μόνο του ὁ λύκος, γιὰ νὰ τὸν φάει.

Μετὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ


Ἐμεῖς ἂς ἀναχωροῦμε ἀπὸ τὴ θεία Λειτουργία σὰν λιοντάρια ποὺ βγάζουν φωτιά, ἔχοντας γίνει φοβεροὶ ἀκόμα καὶ στὸ διάβολο. Γιατὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ κοινωνοῦμε, ποτίζει τὴν ψυχή μας καὶ τῆς δίνει μεγάλη δύναμη. Ὅταν τὸ μεταλαβαίνουμε ἄξια, διώχνει τοὺς δαίμονες μακριὰ καὶ φέρνει κοντά μας τοὺς ἀγγέλους καὶ τὸν Κύριο τῶν ἀγγέλων. Αὐτὸ τὸ αἷμα εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, μ᾿ αὐτὸ λούζεται ἡ ψυχή, μ᾿ αὐτὸ στολίζεται. Αὐτὸ τὸ αἷμα κάνει τὸ νοῦ μας λαμπρότερο ἀπὸ τὴ φωτιά, αὐτὸ κάνει τὴν ψυχή μας λαμπρότερη ἀπὸ τὸ χρυσάφι.

Προσελκύστε, λοιπόν, τοὺς ἀδελφούς μας στὴν ἐκκλησία, προτρέψτε τοὺς πλανημένους, συμβουλέψτε τους ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα. Κι ἂν ἀκόμα τίποτα δὲν πεῖς, ἀλλὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν ἱερὴ σύναξη, δείχνοντας στοὺς ἀπόντες – καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση καὶ μὲ τὸ βλέμμα καὶ μὲ τὴ φωνὴ καὶ μὲ τὸ βάδισμα καὶ μ᾿ ὅλη σου τὴ σεμνότητα – τί κέρδος ποὺ ἀποκόμισες ἀπὸ τὸ ναό, αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ παραίνεση καὶ συμβουλή. Γιατὶ ἔτσι πρέπει νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ ναό, σὰν ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἄδυτα, σὰν νὰ κατεβαίνουμε ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς οὐρανούς. Δίδαξε ὅσους δὲν ἐκκλησιάζονται ὅτι ἔψαλες μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, ὅτι ἀνήκεις στὴν οὐράνια πολιτεία, ὅτι συναντήθηκες μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μίλησες μαζί Του. Ἂν ἔτσι ζοῦμε τὴ θεία Λειτουργία, δὲν θὰ χρειαστεῖ νὰ ποῦμε τίποτα στοὺς ἀπόντες. Ἀλλὰ βλέποντας ἐκεῖνοι τὴ δική μας ὠφέλεια, θὰ νιώσουν τὴ δική τους ζημιὰ καὶ θὰ τρέξουν γρήγορα στὴν ἐκκλησία, γιὰ ν᾿ ἀπολαύσουν τὰ ἴδια ἀγαθά, μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰώνια ἀνήκει ἡ δόξα.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Τὰ ἀγαθὰ τῆς νηστείας. (Μέγας Βασίλειος)

Ἡ νηστεία ἀναπέμπει τὴν προσευχὴ στὸν οὐρανό, μὲ τὸ νὰ γίνεται σ᾿ αὐτὴν κατὰ κάποιο τρόπο φτερὸ πρὸς τὴν ἄνω πορεία της. Ἡ νηστεία εἶναι προκοπὴ τῶν οἴκων, ὑγείας μητέρα, νεότητος παιδαγωγός, στολίδι στοὺς γέροντες, καλὴ συνοδοιπόρος στοὺς πεζοπόρους, ἀσφαλὴς ὁμόσκηνος στοὺς συγκατοίκους. Ὁ ἄνδρας δὲν ὑποψιάζεται κίνδυνο τοῦ γάμου, ὅταν βλέπει τὴν γυναῖκα νὰ ζεῖ μὲ τὴ νηστεία. Δὲν λυώνει ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὴν ζηλοτυπία, ὅταν βλέπει τὸν ἄνδρα νὰ νηστεύει. Ποιὸς ἐζημίωσε τὸ σπίτι του μὲ τὴ νηστεία; Ὑπολόγισε σήμερα τὰ πράγματα τοῦ σπιτιοῦ καὶ ὑπολόγισε τὰ καὶ μετά· δὲν θὰ λείψει τίποτε μὲ τὴ νηστεία ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα στὸ σπίτι. Κανένα ζῷο δὲν βγάζει κραυγὲς θανάτου, πουθενὰ αἷμα, πουθενὰ ἀπόφαση, ποὺ ὑπαγορεύεται κατὰ τῶν ζῴων ἀπὸ τὴν ἄκαμπτη κοιλιά. Ἔχει σταματήσει τὸ μαχαῖρι τῶν μαγείρων· τὸ τραπέζι ἀρκεῖται στὰ πρόχειρα. Τὸ Σάββατο ἐδόθηκε στοὺς Ἰουδαίους, «γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ, λέγει, τὸ ὑποζύγιό σου καὶ o δοῦλος σου» (Ἔξοδ. 20, 10). Ἡ νηστεία προφυλάσσει τὰ νήπια, σωφρονίζει τὸ νέο, κάνει σεβαστὸ τὸν γέροντα, διότι τὰ γεράματα εἶναι πιὸ σεβαστὰ ὅταν στολίζονται μὲ τὴ νηστεία. Γιὰ τὶς γυναῖκες στολίδι ταιριαστό, χαλινάρι τῶν ἀκμαίων, φυλακτήριο τῆς συζυγικῆς ζωῆς, τροφὸς τῆς παρθενίας. Τέτοιες μὲν εἶναι οἱ φροντίδες αὐτῆς γιὰ κάθε σπίτι. Πῶς δὲ πολιτεύεται στὴ δημόσια ζωή μας; Μὲ μίας ὅλη τὴν πόλη καὶ ὅλο τὸν λαὸ βάζει σὲ τάξη, κοιμίζει τὴν κραυγή, ἐξορίζει τὴν μάχη, κατασιγάζει τὴν ὕβρη. Ποιοῦ διδασκάλου ἡ παρουσία ἀποκαθιστᾷ ἔτσι διὰ μίας τὸν θόρυβο τῶν παιδιῶν, ὅπως ἡ νηστεία σταματᾷ τὴν ταραχὴ τῆς πόλεως ὅταν ἐμφανισθεῖ; Ποιὸς κωμῳδοποιὸς στὴ νηστεία ἐπροχώρησε; Ποιὸς ἀκόλαστος χορὸς προῆλθε ἀπὸ τὴ νηστεία; Τρυφερὰ γέλια καὶ πορνικά, τραγούδια καὶ ἔξαλλοι χοροὶ ἀμέσως ἀπὸ τὴν πόλη ἀπομακρύνονται, σὰν νὰ ἔχουν φυγαδευθεῖ ἀπὸ κάποιο αὐστηρὸ δικαστή, τὴ νηστεία.Ἡ μέθη εἶναι ἔχθρα στὸ Θεό· ἡ νηστεία δέ, ἀρχὴ τῆς μετανοίας. Ἐὰν λοιπὸν θέλεις μὲ τὴν ἐξομολόγηση νὰ γυρίσεις στὸ Θεό, νὰ ἀποφεύγεις τὴν μέθη, γιὰ νὰ μὴν σοῦ κάμει δυσκολότερη τὴν ἀποξένωση. Δὲν ἀρκεῖ βεβαίως μόνον ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὶς τροφές, γιὰ τὴν ἐπαινετὴ νηστεία, ἀλλ᾿ ἂς νηστεύσουμε νηστεία δεκτή, εὐάρεστη στὸ Θεό. Ἀληθινὴ νηστεία εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὸ κακό, ἡ ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ θυμό, ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες, τὴν καταλαλιά, τὸ ψεῦδος, τὴν ψευδορκία. Ἡ στέρηση ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀληθινὴ νηστεία. Μέσα σ᾿ αὐτὰ λοιπὸν ἡ νηστεία εἶναι ἀγαθό.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Ἰωάννης Χρυσόστομος - Παιδαγωγικὰ θέματα

Δὲν εἶναι ἀξιοπερίεργο τὸ ὅτι στέλνουμε τὰ παιδιά μας στὸ σχολεῖο νὰ μάθουν γράμματα καὶ τέχνες καὶ ἐξαντλοῦμε ὅλες μας τὶς δυνατότητες γιὰ τὴν ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ καὶ δὲν ἐνδιαφερόμαστε νὰ τὰ ἀναθρέψουμε συγχρόνως καὶ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;
Ἒ λοιπὸν νὰ ξέρετε ὅτι, ὅταν ἀνατρέφουμε τὰ παιδιά μας, ἔτσι ὥστε νὰ γίνουν, ἀνεδῆ, ἀκόλαστα, ἀπειθάρχητα, βάναυσα, τότε, ἐμεῖς πρῶτοι θὰ γευθοῦμε τοὺς καρποὺς τῆς κακίας τους.
Ἂς προσέξουμε λοιπὸν αὐτὸ τὸ θέμα κι ἂς ὑπακούσουμε σ᾿ αὐτὸ ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ μακάριος Ἁπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος μᾶς συμβουλεύει νὰ ἀνατρέφουμε τὰ παιδιά μας καὶ νὰ τὰ παιδαγωγοῦμε, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Νὰ τοὺς δίνουμε πάντα ἐμεῖς πρῶτοι τὸ καλὸ παράδειγμα καὶ νὰ τὰ συνηθίσουμε ἀπὸ μικρὰ στὴν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν.
Ἰωάν.Χρυσόστομος: P.G. 61,150, κ.εξ.

Μέχρι πότε θὰ εἴμαστε κάτω ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα; Μέχρι πότε θὰ σκύβουμε καὶ θὰ ἐπικεντρώνουμε ὅλο τὸ ἐνδιαφέρον μας πάνω στὰ γήινα πράγματα;
Ὅταν πρόκειται, γιὰ τὴν φροντίδα τῆς ἀνατροφῆς καὶ τὴν παιδαγωγία τῶν παιδιῶν μας, ἂς παίρνουν ὅλα τὰ ἄλλα δεύτερη θέση καὶ σημασία.
Ἂν τὸ παιδὶ διδαχτεῖ ἀπὸ μικρὸ νὰ σκέπτεται μὲ σωστὸ τρόπο, τότε ἔχει ἤδη ἀποκτήσει μεγάλο πλοῦτο καὶ δόξα.
Δὲν θὰ ἔχεις κατορθώσει τίποτα τὸ σπουδαῖο, ἂν ἔχεις μάθει τὸ παιδί σου κάποια τέχνη ἢ τὴν ἀρχαία φιλοσοφία, μὲ τὴν ὁποῖα θὰ κερδίσει ἐνδεχομένως χρήματα. Τὸ σπουδαῖο θὰ εἶναι ἂν τὸ ἔχεις διδάξει τὴν τέχνη νὰ περιφρονεῖ τὰ χρήματα. Ἂν θέλεις νὰ τὸ κάνεις πλούσιο, ἔτσι νὰ τὸ κάνεις. Γιατὶ πλούσιος δὲν εἶναι ὅποιος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλὰ χρήματα ἢ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὅλα τὰ ἀγαθά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Αὐτὸ νὰ διδάξεις τὸ παιδί σου. Αὐτὸ νὰ τοῦ μάθεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος πλοῦτος.
Μὴν κοιτάζεις, πῶς θὰ τὸ κάνεις νὰ προκόψει -μὲ τὴν ἔννοια βέβαια, ποὺ τὸ κοσμικὸ φρόνημα θεωρεῖ τὴν προκοπὴ- γιατὶ ἔτσι θὰ τὸ καταντήσεις φιλόδοξο. Φρόντισε καλύτερα νὰ τοῦ μάθεις πῶς νὰ περιφρονεῖ, σὲ τούτη ἐδῶ τὴ ζωή, τὴν ἀνθρώπινη δόξα. Ἔτσι μπορεῖ νὰ γίνει καὶ πιὸ ἔνδοξος καὶ πιὸ σπουδαῖος.
Αὐτὰ εἶναι πράγματα, ποὺ εἶναι εὔκολα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἐξ ἴσου, καὶ ἀπὸ τὸν πλούσιο καὶ ἀπὸ τὸ φτωχό. Αὐτὰ δὲν τὰ διδάσκεται κανεὶς ἀπὸ δάσκαλο, οὔτε τοῦ τὰ μαθαίνει καμμιὰ τέχνη. Αὐτὰ εἶναι πράγματα ποὺ τὰ μαθαίνει κανεὶς ζώντας σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ.
Μὴν φροντίζεις μόνο, νὰ ζήσει τὸ παιδί σου πολλὰ χρόνια ἐδῶ στὴ γῆ. Φρόντισε νὰ ἀξιωθεῖ νὰ ζήσει τὴν ἀτέλειωτη καὶ αἰώνια ζωή.
Ἰωάν.Χρυσόστομος: P.G. 61,150, κ.εξ.

Θέλεις νὰ ἀφήσεις ἄνθρωπέ μου, πλοῦτο στὸ παιδί σου; Δίδαξέ το νὰ εἶναι τίμιο. Γιατὶ ἔτσι θὰ μπορέσει νὰ διαφυλάξει τὸν πλοῦτο του. Ἔτσι, ἀκόμα κι ἂν δὲν ἀποκτήσει ἄλλα κτήματα, τουλάχιστον δὲν θὰ σκορπίσει ὅσα ἔχει.
Ἂν ὅμως τὸ παιδί σου εἶναι πονηρό, τότε δὲν θὰ τὸ ἀφήσεις φύλακα τοῦ πλούτου σου, ἀλλὰ θὰ τὸ κάνεις χειρότερο κι ἀπὸ τὸν τελευταῖο φτωχὸ τῆς γῆς.
Γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν ἀναθρέψει σωστὰ τὰ παιδιά τους, εἶναι γι᾿ αὐτὰ προτιμότερη, ἀπὸ τὸν πλοῦτο, ἡ τέλεια φτώχεια. Γιατὶ ἡ φτώχεια θὰ τὰ διατηρήσει στὴν ἀρετή, ἀκόμα καὶ παρὰ τὴ θέλησή τους, ἐνῶ ὁ πλοῦτος δὲν θὰ τὰ ἀφήσει στὸν ἴσιο δρόμο, ἀκόμα κι ἂν τὰ ἴδια τὸ θέλουν. Ἡ πλούσια ζωὴ θὰ τὰ παρασύρει στὸ κακό, θὰ τὰ καταστρέψει καὶ θὰ τὰ ὁδηγήσει σὲ ἀμέτρητα δεινά.
Ἰωάν.Χρυσόστομος: P.G. 61, 546 κ.ἑξ.

Πές μου ἄνθρωπὲ μου, ἂν ἔβλεπες τὸ παιδί σου νὰ λειώνει ἀπὸ τὴν πεῖνα, θὰ τὸ ἄντεχε ἡ ψυχή σου καὶ θὰ ἀγνοοῦσες τὴν κατάστασή του; Δὲν θὰ ἔτρεχες νὰ κάνεις ὅ,τι περνάει ἀπὸ τὸ χέρι σου, γιὰ νὰ τὸ χορτάσεις καὶ νὰ τὸ ἀναπαύσεις;
Ἒ λοιπόν, ἂν ἔλειωνε τὸ παιδί σου ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴν ἔλλειψη τῆς ὑλικῆς τροφῆς, δὲν θὰ τὸ παράβλεπες. Τώρα, ποὺ καταστρέφεται ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τῆς διδασκαλίας τῶν θείων Γραφῶν, τὸ σηκώνει ἡ ψυχή σου καὶ τὸ προσπερνᾶς ἀπαρατήρητο;
Πές μου, ἀξίζει τέτοιος ποὺ εἶσαι, νὰ ὀνομάζεσαι πατέρας;
Αὐτὴ ἡ πεῖνα εἶναι φοβερώτερη ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τῆς τροφῆς, ἐφόσον καταλήγει στὸν μεγαλύτερο, τὸν πνευματικὸ θάνατο. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐνδιαφερόμαστε, περισσότερο γι᾿ αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ἀντιμετωπίζουμε πιὸ ἄμεσα. Ὁ ἀπ. Παῦλος λέει: Νὰ μεγαλώνετε τὰ παιδιά σας, νουθετώντας καὶ παιδαγωγώντας τα, μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ (Ἐφ. στ´, 4). Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ καλὴ πατρικὴ φροντίδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ γνήσια πατρικὴ κηδεμονία.
Ἔτσι ἐγὼ κατανοῶ τὴν πατρικὴ σχέση μὲ τὸ παιδί, ὅταν δηλαδὴ ὁ πατέρας φροντίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν ὑλική, τὴν πνευματικὴ τροφὴ τοῦ παιδιοῦ του.
Ἰωάν.Χρυσόστομος: P.G. 51, 100 - 101

Ἂν πρόκειται νὰ μᾶς ζητηθοῦν εὐθῦνες γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους -ἐφόσον μᾶς ἔχει πεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος : κανένας νὰ μὴν ζητάει τὸ δικό του, ἀλλὰ καθένας νὰ φροντίζει γιὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἄλλου. (Α Κορ. 10, 24)- πόσο περισσότερο θὰ εἴμαστε ὑπόλογοι γιὰ τὴν ἔλλειψη τῆς φροντίδα μας πρὸς τὰ παιδιά μας;
Θὰ μᾶς πεῖ ὁ Θεὸς: Δὲν τό ῾χες το παιδὶ κοντά σου ἀπὸ βρέφος; Δὲν σὲ ἔχω ὁρίσει δάσκαλό του, προστάτη, κηδεμόνα καὶ ὁδηγό του; Δὲν τὸ εἶχα ἀφήσει ὁλοκληρωτικὰ στὰ χέρια σου;
Σοῦ ἔχω δώσει ἐντολή, νὰ τὸ διαπλάσεις ἀπὸ πολὺ μικρὸ καὶ νὰ τὸ παιδαγωγήσεις σωστά. Νομίζεις ὅτι θὰ βρεῖς ἔλεος, ἂν ἀδιαφορήσεις καὶ τὸ ἀφήσεις νὰ χαθεῖ;
Τί ἔχεις νὰ ἀπαντήσεις πάνω σ᾿ αὐτὸ ἄνθρωπέ μου;
Μήπως θὰ μοῦ πεῖς, ὅτι τώρα ποὺ μεγάλωσε τὸ παιδί, εἶναι γιὰ μένα δύσκολο αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ σκληρό; Αὐτὸ ἄνθρωπέ μου ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχες ὑπολογίσει ἀπὸ τότε, ποὺ τὸ παιδὶ ἦταν μικρὸ καὶ εὔπλαστο καὶ μποροῦσε εὔκολα νὰ ὑπακούει. Ἁπὸ τότε ἔπρεπε νὰ τὸ διαπαιδαγωγήσεις προσεκτικὰ καὶ νὰ τὸ συνηθίσεις νὰ κινεῖται καὶ νὰ σκέπτεται σωστά. Ἁπὸ τότε ἔπρεπε νὰ τὸ διορθώνεις καὶ νὰ κόβεις τὶς ἀδυναμίες του. Τότε ποὺ ἡ ἡλικία ἦταν ἀκόμα τρυφερὴ καὶ ὅλα ἦταν πιὸ εὔκολα. Τότε ἔπρεπε νὰ εἶχες ξερριζώσει τὰ ἀγκάθια.
Ἂν δὲν τὰ παραμελοῦσες τότε ποὺ ἀναπτύσσονταν τὰ πάθη, δὲν θὰ εἶχαν τώρα ριζώσει καὶ δὲν θὰ ἦσαν σήμερα δυσκολοθεράπευτα. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς παραγγέλει ἡ Ἁγ. Γραφὴ καὶ μᾶς λέει: Κάνε τὸ παιδί σου, νὰ σκύψει τὸ κεφάλι, ἀπὸ τὴ μικρή του κιόλας ἡλικία, τότε ποὺ εἶναι πιὸ εὔκολη ἡ διαπαιδαγώγησή του (Σοφ. Σειρ. 7, 23).
Ἰωάν.Χρυσόστομος: P.G. 51, 327 κ.ἑξ.

Αγίου Εφραίμ του Σύρου, Αλίμονο στους απροετοίμαστους!

Κάθε μέρα να περιμένεις τον θάνατό σου και να ετοιμάζεσαι για εκείνη την πορεία. Γιατί το φοβερό πρόσταγμα θα έρθει την ώρα που δεν το περιμένεις, και αλίμονο σε όποιον βρεθεί απροετοίμαστος. Αν μάλιστα είσαι νέος, πολλές φορές ο εχθρός σου ψιθυρίζει: «Νέος είσαι ακόμη· απόλαυσε τις ηδονές σου, και στα γεράματα μετανοείς. Γνωρίζεις βέβαια πολλούς που και εδώ απόλαυσαν τις ηδονές και έπειτα μετανόησαν και κέρδισαν τα ουράνια αγαθά. Τί θέλεις λοιπόν από αυτή την ηλικία να ταλαιπωρείς το σώμα σου; Δεν σκέφτεσαι μήπως αρρωστήσεις;»
Εσύ όμως να αντισταθείς στον εχθρό και να πεις: «Διώκτη και εχθρέ των ψυχών! Πάψε να μου ψιθυρίζεις τέτοια πράγματα. Αν ο θάνατος με βρει στα νιάτα μου και δεν προλάβω να γεράσω, τί θα απολογηθώ μπροστά στο δικαστικό βήμα του Χριστού;
Γιατί βλέπω πολλούς νέους να πεθαίνουν και γέρους να ζουν πολλά χρόνια, και είναι άγνωστη στους ανθρώπους η ώρα του θανάτου. Αν λοιπόν με βρει ο θάνατος, μπορώ να πω τότε στον Κριτή· “Ο θάνατος με πήρε νέο και γι αυτό γύρισέ με στη ζωή, για να μετανοήσω”; Όχι βέβαια. Άλλωστε βλέπω πως δοξάζει ο Κύριος όσους τον υπηρετούν από τα νιάτα μέχρι τα γεράματα. Ο ίδιος είπε στον προφήτη Ιερεμία· “Θυ­μήθηκα το έλεος της νιότης σου και την αγάπη της ωριμότητάς σου, καθώς ακολουθούσες πιστά τον άγιο Θεό του Ισραήλ”. Αντίθετα, βλέπω πως έλεγξε ο προφήτης Δανιήλ, αν και ήταν νέος, εκείνον που από τα νιάτα του ως τα γεράματα πορεύτηκε με τον λογισμό της πλάνης· του είπε· “Γερασμένε μέσα στην κακία, τώρα σε βρήκαν οι αμαρτίες που έκανες προηγουμένως”. Γι’ αυτό και το άγιο Πνεύμα μακαρίζει όσους από τα νιάτα τους σηκώνουν τον ζυγό του Χριστού και λέει· “Είναι καλό για τον άνθρωπο να σηκώσει τον ζυγό από τα νιάτα του”. Φύγε λοιπόν μακριά μου, εργάτη της ανομίας και κακέ σύμβουλε. Ο Κύριος ο Θεός να αχρηστέψει τα τεχνάσματά σου, και εμένα να με σώσει από τις παγίδες σου με τη δύναμη και τη χάρη του».
Να έχεις λοιπόν, αγαπητέ, πάντοτε στον νου σου την ημέρα του τέλους σου, όταν θα είσαι ξαπλωμένος στο στρώμα σου και θα ψυ­χορραγείς. Αλίμονο, τί μεγάλος φόβος και τρόμος σφίγγει την ψυχή εκείνη την ώρα, και μάλιστα αν έχει τη συνείδηση να την κατηγορεί! Αν έκανε κάτι καλό σε αυτή τη ζωή, αν δηλαδή υπέμεινε θλίψεις και προσβολές για χάρη του Κυρίου και αν έκανε όσα είναι αρεστά σε αυτόν, οδηγείται με πολλή χαρά από αγίους αγγέλους ψηλά στον ουρανό. Όπως ο εργάτης που μοχθεί στη δουλειά όλη τη μέρα, περι­μένει τη δύση του ήλιου για να πάρει μετά από τον κόπο τον μισθό του και να ξεκουραστεί, έτσι περιμένουν και οι ψυχές των δικαίων την ημέρα εκείνη.
Οι ψυχές, αντίθετα, των αμαρτωλών είναι γεμάτες φόβο και τρό­μο εκείνη την ώρα. Όπως ένας κατάδικος, που τον έπιασαν οι φύλακες και τον πηγαίνουν στο δικαστήριο, έχει αγωνία και τρέμει ολόκληρος καθώς σκέφτεται τα βασανιστήρια που θα του κάνουν, έτσι και οι ψυχές των αμαρτωλών τρέμουν φοβερά την ώρα εκείνη, καθώς συλ­λογίζονται το ατέλειωτο βασανιστήριο της αιώνιας φωτιάς και τις άλλες τιμωρίες που δεν θα έχουν τέλος και σταματημό. Και αν κά­ποιος πει στους αγγέλους που τον τραβούν με βία: «Αφήστε με λίγο να μετανοήσω», κανείς δεν τον ακούει· ή μάλλον του αποκρίνονται: «Όταν είχες καιρό, δεν μετανοούσες, και τώρα υπόσχεσαι να μετα­νοήσεις; Όταν το στάδιο ήταν σε όλους ανοιχτό, δεν αγωνίστηκες, και θέλεις να αγωνιστείς τώρα, που όλες οι πόρτες έκλεισαν και πέ­ρασε ο καιρός του αγώνα; Δεν άκουσες τον Κύριο που είπε· “Να είστε άγρυπνοι, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα”;»
Αυτά και τα παρόμοια γνωρίζοντας από πριν, αγαπητέ, να αγω­νίζεσαι, όσο ακόμη έχεις καιρό. Και να κρατάς τη λαμπάδα της ψυχής σου πάντοτε αναμμένη με την εργασία των αρετών, ώστε να βρεθείς έτοιμος, όταν έρθει ο Νυμφίος, και να μπεις μαζί του μέσα στον ουράνιο γαμήλιο θάλαμο μαζί με τις άλλες παρθένες ψυχές, οι οποίες με τη ζωή τους φάνηκαν αντάξιές του.

(Ευεργετινός, τ. Α΄, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 2001, σ.61-63)

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

Ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου (Αγίου Επιφανίου αρχιεπισκόπου Κύπρου)

Ο αετός είναι ο βασιλιάς των ορνέων. Και λέγεται αετός, γιατί ζει πολλά έτη, ίσαμε εκατό. Σαν γεράσει, καμπουριάζει το ράμφος του, θολώνουνε τα μάτια του και δεν μπορεί πια να φάει και να δει. Τότε ανεβαίνει σε μεγάλο ύψος και χυμάει πάνω σε κανένα μυτερό βράχο για να ισιώσει το ράμφος του. Ύστερα λούζεται σε καμιά κρύα λίμνη και κάθεται και λιάζεται. Έτσι πέφτουν τα λέπια από τα μάτια του και ξανανιώνει. Κι εσύ, λογικέ άνθρωπε, σαν αμαρτήσεις πολύ, ανέβα σε ύψος, με το οποίο σημαίνεται η συναίσθηση, και ρίξου με ορμή πάνω στο βράχο, στην ορθόδοξη πίστη. Κλάψε το πλήθος των αμαρτιών σου και λούσου στη λίμνη των δακρύων σου και πυρώσου στις αχτίδες του Αγίου Πνεύματος. Τίναξε από πάνω σου τα λέπια της αμαρτίας και «ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου».

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Η κενοδοξία ανοίγει το δρόμο των παθών (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)

1 Η κοσμική δόξα είναι σαν το βράχο στη θάλασσα, που τον σκεπάζουν τα νερά, και ο πλοίαρχος δεν το ξέρει, μέχρι να χτυπήσει η καρίνα του πλοίου και να βυθισθεί. Έτσι κάνει και η κενοδοξία στον άνθρωπο, που παραμένει κρυμμένη μέχρι να τον βυθίσει στα πάθη και να τον καταστρέψει. Είπαν γι’ αυτήν οι άγιοι Πατέρες, ότι στην ψυχή που πέφτει στην κενοδοξία, ξαναγυρίζουν όλα τα πάθη, που νικήθηκαν με τη χάρη του Θεού, και αναχώρησαν.

Πώς εξουσιάζονται τα πάθη.

2 Όποιος συγκρατεί τη γλώσσα του και δε μιλάει, σε όλους τους τρόπους του θα είναι ταπεινόφρων και, χωρίς να κοπιάσει, θα εξουσιάσει τα πάθη του. Τα πάθη εκριζώνονται και εκδιώκονται με την αδιάλειπτη μελέτη του Θεού, και αυτή η μελέτη είναι το ξίφος που τα θανατώνει.

3 Είναι καλύτερο να καταβάλλεις τα πάθη με καλούς λογισμούς, μνημονεύοντας τις αρετές, παρά με την αντίσταση. Διότι τα πάθη, όταν διεγερθούν και κινηθούν εναντίον σου για να σε πολεμήσουν, τότε εντυπώνουν στο νου σου διάφορα σχήματα και εικόνες, που προσκαλούν στην αμαρτία.

Αυτός ο πόλεμος εναντίον του νου μας έχει πολύ μεγάλη δύναμη, καθώς ταράζει τις παλιές μνήμες και μας θορυβεί. Εάν όμως, πάνω στην επίθεσή τους, τους υποσκάπτεις με αγαθούς λογισμούς, όπως είπαμε, τότε ούτε ίχνος παθών δε φαίνεται πια στο νου σου, μετά την αποδίωξή τους.

4 Κανένας δεν μπορεί να νικήσει τα πάθη παρά με τις πρακτικές και αισθητές αρετές, ενώ το διασκορπισμό του νου μπορούμε να τον νικήσουμε μόνο με το να καταγινόμαστε με τα πνευματικά. Γιατί ο νους μας είναι ελαφρός και, αν δε δεσμευθεί με κάποιο πνευματικό λογισμό, δε θα πάψει να τριγυρίζει εδώ και εκεί. Και άμα δεν κατορθώσουμε τις πρακτικές αρετές, δεν μπορούμε να φυλαχθούμε από τα πάθη. Γιατί, αν δε νικήσει κάποιος τους εχθρούς, δεν μπορεί να ειρηνεύσει. Και αν η ειρήνη δε βασιλεύει στην ψυχή μας, πώς είναι δυνατό να βρούμε και να χαρούμε τα αγαθά της; Τα πάθη είναι ένα διάφραγμα, που δεν αφήνει να ενεργοποιηθούν οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Αν λοιπόν, δεν πέσουν πρώτα αυτά με τις φανερές αρετές, δε γίνονται αισθητές οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Και βέβαια, κανείς δεν μπορεί, ενώ είναι έξω από το τείχος, να συναναστραφεί με αυτούς που είναι μέσα. Και όπως δεν μπορείς να δεις τον Ήλιο μέσα στην ομίχλη, έτσι δεν μπορείς να αισθανθείς τη δύναμη της αρετής της ψυχής, ενόσω διαμένει γύρω της η ταραχή των παθών.

5 Όπως ένας άνθρωπος, άμα πιει κρασί την ημέρα του πένθους, μεθάει και ξεχνάει κάθε λύπη και κάθε πόνο˙ έτσι και εκείνος που μεθάει από την αγάπη του Θεού σ’ αυτό τον κόσμο, που είναι το σπίτι του πένθους και του κλάματος, ξεχνάει όλους τους πόνους και τις λύπες του και γίνεται, από το μεθύσι, αναίσθητος σε όλα τα πάθη της αμαρτίας. Αν η καρδιά ενός ανθρώπου έχει στηριχθεί μόνο στην ελπίδα του Θεού, η ψυχή του γίνεται ελαφρά σαν το πουλί που πετάει, και συνεχώς ο νους του υψώνεται από τη γη και, καθώς μελετάει τα θεία, πετάει πάνω από τα ανθρώπινα, και απολαμβάνει και ευφραίνεται με τα αθάνατα μυστήρια του Υψίστου. Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

6 Ο έμπορος που ταξιδεύει στη θάλασσα, φοβάται και τρέμει μήπως σηκωθεί τρικυμία και βυθιστεί η ελπίδα των κόπων του. Και ο μοναχός, όσο ζει σ’ αυτόν τον κόσμο, κυριαρχείται από το φόβο, μήπως ξυπνήσει εναντίον του η τρικυμία των παθών, και χάσει όλους τους κόπους του, από τα νιάτα του ως τα γηρατειά του. Ο έμπορος έχει στραμμένο το βλέμμα του στη στεριά, και ο μοναχός στην ώρα του θανάτου.

Ο καπετάνιος βλέπει τα άστρα, όταν διαπλέει τη θάλασσα, και κατευθύνει το καράβι ανάλογα με τη θέση των άστρων, μέχρι να φθάσει στο λιμάνι. Έτσι και ο μοναχός˙ έχει μπροστά στα μάτια της ψυχής του την ευχή, διότι με αυτήν διορθώνει την πορεία του, και κατευθύνεται ίσια στο λιμάνι που προσεύχεται να φθάσει.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Μα γιατί πάτε εκκλησία,τι κάνετε τόσες ώρες εκεί;

Ρωτάνε μερικοί :"Μα γιατί πάτε εκκλησία, και αυτός είναι ένας χώρος όπως το σπίτι μας, τι καταλαβαινετε,τι κάνετε τόσες ώρες εκει;

Και απαντω: "Tίποτα δεν κάνουμε,όταν είσαι εννιά μήνες στην κοιλιά της μάνας σου τι κάνεις; τίποτα. Περιμένεις να βγεις στον αληθινό κόσμο. Η μάνα σου και ο οργανισμός της προσπαθούν να σε γεννήσουν υγιή. Έτσι και στην εκκλησία, κυοφορεισαι μέσα στο «σώμα »της εκκλησίας, του Θεού και προσπαθείς από εκεί μέσα να σταθείς όρθιος ως τον θάνατο σου για να μπεις στην Βασιλεία του Θεού. Παλεύεις με τον εαυτό σου και τον αντίθετο."
Αυτό είναι η εκκλησία, η μήτρα που μας κυοφορει για να αναγεννηθουμε εν Χριστω και κριμα αλλαματαιοπονούν όσοι νομίζουν ότι κάτι θα πετύχουν εκτός αυτής.Ουδεις μπορεί να γεννηθεί φυσιολογικά εκτός της μήτρας.


π.Γεώργιος ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Ῥωμανίδης: «Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται κανείς γιὰ νὰ ἀποκτήσει νοερὰ προσευχὴ εἶναι νὰ ἔχει Πνευματικὸ Πατέρα μέ νοερὰ προσευχή»

Προκειμένου νὰ ἀποκτήσει κανεὶς τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχή, ποὺ εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ παρουσία Πνευματικοῦ Πατρός, ποὺ γνωρίζει τὰ θέματα αὐτὰ ἐμπειρικῶς καὶ μπορεῖ νὰ καθοδηγήσει πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο.

«Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἀποκτήσει νοερὰ προσευχὴ εἶναι νὰ ἔχει Πνευματικὸ Πατέρα ποὺ ἔχει νοερὰ προσευχή. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ βασικό. Διότι εἶναι ἀδύνατο ἢ τουλάχιστον σχεδὸν ἀδύνατον νὰ μάθει κανεὶς τὴν νοερὰ προσευχή, διαβάζοντας περὶ νοερᾶς προσευχῆς. Μὲ τὴν ἀνάγνωση δὲν βγαίνει τίποτε. Πρέπει νὰ ἔχει Πνευματικὸ Πατέρα. Αὐτὸ εἶναι σαφές».
Ὁ Πνευματικὸς Πατέρας λέγεται Κατηχητής, ποὺ καθοδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο, μὲ τὴν...ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ περάσει ἀπὸ τὴν κάθαρση στὸν φωτισμό, καὶ ἀκόμη λέγεται διδάσκαλος.
Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς Πνευματικὸς καθοδηγὸς ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι Κληρικός. Δὲν πρόκειται, δηλαδή, γιὰ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ γιὰ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση, προκειμένου νὰ φθάσει ὁ ἄνθρωπος στὴν νοερὰ προσευχή.
«Καὶ ὅταν εἶναι κάποιος στὴν φώτιση, εἶναι Πνευματικὸς Πατέρας καὶ ἂς μὴν ἔχει χειροτονηθεῖ. Μπορεῖ νὰ ἔχει σκοτώσει ἀνθρώπους, ἅμα καθαρισθεῖ ὅμως στὴν καρδιά του καὶ φωτισθεῖ, αὐτὸς ὁ φωτισμὸς τὸν κάνει ἴσον μὲ ὅλους τους ἄλλους.
Καὶ τὸ ὅτι εἶναι πνευματικὰ ἴσος, δὲν σημαίνει ὅτι ἐξάπαντος θὰ χειροτονηθεῖ. Μπορεῖ νὰ μὴ χειροτονηθεῖ ποτέ, διότι ἔχει κωλύματα, δὲν μπορεῖ νὰ χειροτονηθεῖ. Παρὰ ταῦτα ὅμως, μπορεῖ νὰ εἶναι μέγας ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι μονοπώλιο τῶν Κληρικῶν αὐτὴ ἡ θεραπεία. Ἡ θεραπεία μπορεῖ νὰ γίνει ἀπὸ τὸν ὁποιονδήποτε ποὺ ἔχει τὴν νοερὰ προσευχή, ἐνῶ ὁ Κληρικὸς εἶναι ὁ ἱερουργὸς τῶν Μυστηρίων. Ἄλλο τὸ ἕνα, ἄλλο τὸ ἄλλο. Γι' αὐτό, πάντα στὴν Ὀρθοδοξία διαχωρίζονταν αὐτὰ τὰ πράγματα. Τελετουργικὰ εἶναι ὁ λειτουργός. Ἀλλὰ Πνευματικὸς Πατέρας θὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφτασε στὸν φωτισμό».
Αὐτὴ εἶναι μία ζωντανὴ παράδοση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πάντοτε ὑπάρχουν ζωντανοὶ πνευματικοὶ ὀργανισμοί, τοὺς ὁποίους ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἐπιδιώκει αὐτὴν τὴν ζωή. Πρέπει νὰ ἀναζητήσει.
«Ἕνας, ὅμως, ποὺ δὲν καταλαβαίνει περὶ φωτισμοῦ καὶ Θεώσεως καὶ ἂς εἶναι ἕνας θεολόγος, καθηγητὴς Πανεπιστημίου, καὶ διαβάζει, θὰ πεῖ: "Τώρα ἄστα, μὲ αὐτὰ ἀσχολεῖσαι, εἶναι δεισιδαιμονίες, μυθιστορήματα" κλπ. Ἂν εἶναι ἔτσι, τότε πάει καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ περίπατο καὶ ὁ Μωυσῆς δὲν ἔχει καμιὰ ἀξία κ.ο.κ.
Ἀλλὰ ἔχουμε τοὺς ἴδιους τούς ζωντανοὺς ὅμοιους ἀνθρώπους. Ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ζωντανοί, μὲ νοερὰ προσευχή, ποὺ φθάνουν στὴν θεοπτία καὶ αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες εἶναι πραγματικότητες. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς ὅτι εἶναι πραγματικότητες, πρέπει νὰ πάει νὰ ψάξει νὰ βρεῖ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ἂν δὲν ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐκλείψει αὐτὴ ἡ παράδοση, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐξέλιπε μία ἐπιστήμη.
Δηλαδή, ἐὰν σήμερα ἐκλείψουν οἱ γιατροὶ καὶ μείνουν μόνο τὰ βιβλία τους καὶ τὰ διαβάζουμε καὶ δὲν ἔχουμε τὴν ζωντανὴ παράδοση τῆς ἰατρικῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστήσουμε πάλι τὴν ἰατρικὴ ὅπως εἶναι σήμερα. Τὸ ἴδιο καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες, ἂν ἐκλείψει ἡ ζωντανὴ παράδοση. Γι' αὐτὸ καὶ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἂν ἐκλείψει ἡ ζωντανὴ παράδοση, θὰ ξεχασθεῖ. Ὅπως στὴν Δύση ἐξέλιπε, ξεχάστηκε».
Τὰ περὶ νοερὸς προσευχῆς περιγράφονται θαυμάσια στὸ βιβλίο «Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ».
«Ἂν θέλετε νὰ ἔχετε ἔτσι μία συνοπτικὴ καὶ πολὺ γρήγορη ἀντίληψη περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ διαβάσετε, μπορῶ νὰ σᾶς τὸ ἐπιβάλω κιόλας, ὡς μέρος τοῦ μαθήματος, ἂν θέλω δηλαδή, ἀπειλώντας ὅτι θὰ σᾶς δώσω κανένα ἐρώτημα, δηλαδή, ἐπάνω στὸ βιβλίο, εἶναι μικρούτσικο βιβλίο καὶ λέγεται: "Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ". Λοιπὸν αὐτὸ τὸ βιβλίο, "Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ", παρακαλῶ, τουλάχιστον τὸ πρῶτο βιβλίο, δὲν ξέρω ἐὰν στὰ Ἑλληνικὰ εἶναι καὶ τὰ δύο, διότι εἶναι δύο βιβλία ποὺ ἔχουν μεταφρασθεῖ καὶ δὲν εἶναι βέβαιο ἐὰν εἶναι ἀπὸ τὸν ἴδιο συγγραφέα. Καὶ ἦταν ἕνας Ρῶσος περιηγητής, ἕνας αὐτὸ ποὺ θὰ λέγαμε σήμερα ἀγροῖκος καὶ ἀγράμματος, σήμερα ἔτσι θὰ λέγαμε ὅτι ἦταν ἀγράμματος, ἐνῶ πολλὲς φορὲς οἱ ἀγράμματοι εἶναι πιὸ γραμματισμένοι ἀπὸ τοὺς ἐγγράμματους. Καὶ βρῆκε αὐτὸς ἕναν Πνευματικὸ Πατέρα καὶ ἔμαθε τὴν νοερὰ προσευχή, καὶ περιγράφει πῶς τὴν ἀπέκτησε».
Αὐτὸς ὁ ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος εἶχε τέτοια παράδοση, ποὺ διάβαζε τὴν «Φιλοκαλία», ἡ ὁποία κυκλοφόρησε πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 στὴν περιοχὴ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ διαδόθηκε καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα «στὰ ἄλλα μέρη τῆς Ρωμηοσύνης, Ἤπειρο, Μακεδονία, Θεσσαλία, Θράκη, Πόντο, Καππαδοκία, Μικρὰ Ἀσία, στὰ νησιά, στὴν Κρήτη, σ' ὅλη τὴν Μέση Ἀνατολή, μέχρι τὸν Δούναβη, μέχρι τὴν Βεσσαραβία τῆς Ρωσίας».
"Καὶ μετὰ ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο βιβλίο, τὸ ὁποῖο δημοσιεύθηκε στὰ Ἑλληνικά, τοῦ πατρὸς Σιλουανοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖο, διότι εἶναι γεμάτο ἀπὸ πατερικὴ θεολογία, εἶναι ὅλο πατερικό, δηλαδή, ἔχει τὰ πιὸ βαθειὰ γνωσιολογικὰ προβλήματα ἐκεῖ μέσα, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ τὸ καταλάβει. Ὁ ἴδιος, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε φιλοσοφία καὶ ἱστορία φιλοσοφίας καὶ ψυχολογία, ψυχιατρικὴ κ.ο.κ. δὲν τὰ ξέρει αὐτὰ τὰ πράγματα, γι' αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀξιολογήσει αὐτὰ ποὺ εἶπε. Ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ λέει καὶ γράφει ἔχουν καταπληκτικὴ σημασία γιὰ τὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς γνωσιολογίας κ.ο.κ. Καταπληκτικὴ σημασία.
Καὶ φοβᾶμαι πολὺ ὅτι ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὅσοι διαβάζουν τὶς "Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ", τὸν π. Σιλουανό, τὰ διαβάζουν εὐσεβιστικὰ καὶ συναισθηματικά. Τὸ μεγαλύτερο λάθος εἶναι αὐτὰ τὰ βιβλία νὰ διαβάζονται συναισθηματικὰ καὶ εὐσεβιστικά, διότι οὔτε γιὰ συναισθήματα εἶναι αὐτὰ τὰ βιβλία οὔτε γιὰ εὐσεβισμό. Οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο. Εἶναι πάρα πολὺ σοβαρὰ βιβλία ἐξ ἐπόψεως ψυχιατρικῆς, ψυχολογίας καὶ φιλοσοφίας κ.ο.κ., πού πρέπει μὲ σοβαρότητα νὰ διαβάζονται καὶ ὄχι νὰ διασκεδάζεται ἡ φαντασία τῶν εὐσεβῶν.
Αὐτὸ γίνεται ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα. Διαβάζουν εὐσεβεῖς καὶ μποροῦν νὰ διαβάσουν καὶ κανένα Κίργκεγκαρ, ἢ κανένα Φραντσέζο, ὕστερα διαβάζουν ἕναν Ἐγγλέζο, διαβάζουν ἕναν Γερμανὸ περὶ προσευχῆς, μπορεῖ νὰ διαβάσουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἑνὸς Ἰταλοῦ καὶ νὰ διαβάζουν καὶ τὶς "Περιπέτειες ἑνὸς προσκυνητοῦ" καὶ τὸν π. Σιλουανὸ καὶ νὰ μὴν καταλαβαίνουν ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ καὶ τὰ κάνουν ὅλα ἕνα. Ὅλα τὰ ἀνακατεύουν, Ὅλα μαζί.
Μπορεῖ νὰ πάρουν καὶ ἕνα βιβλίο ποὺ γράφτηκε περὶ εὐσεβείας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο καὶ νὰ μὴν τὸ ἔχουν καταλάβει. Γι' αὐτὸ χρειάζεται πάρα πολλὴ προσοχή, προσοχὴ καὶ πάρα πολλὴ προσευχή. Λοιπόν, ἡ ἀκρίβεια τῆς προσευχῆς ἔχει πάρα πολὺ μεγάλη σημασία».

Λόγος Στ΄: Περί αδηφαγίας (Άγιος Μάξιμος ο Γραικός)



Αιτία αναριθμήτων κακών για τους μοναχούς.

Κοιλιά αδιάντροπη και ποτέ κορεσμένη, εξαιτίας της οποίας εμείς, οι ανόητοι μοναχοί, γινόμαστε παίγνιο των πονηρών δαιμόνων! Αποτελείς την αιτία ακαθάρτων εκροών, ύπνου δίχως μέτρο και άλλων ειδών πνευματικού θανάτου. Από εσένα προέρχεται η απόρριψη των ευαγγελικών εντολών, η ατελείωτη φροντίδα για κέρδος και διάφορες φιλονικίες. Όλα αυτά εξαφανίζουν την μνήμη του θανάτου, την θεία αγάπη και τον φόβο του Θεού από τις ψυχές των μοναχών.

Έτσι η αγνή προσευχή, τα δάκρυα και η συγκίνηση εξαφανίζονται και σταματά η εσωτερική λειτουργία του νου. Στην θέση τους έχουν εισέλθει υπερηφάνεια, κακοήθεια, δόλος, φθόνος, διάφορες ματαιόδοξες επιθυμίες, καθώς και η πηγή του κάθε κακού, η φιλαργυρία [1] και το κυνηγητό της είσπραξης των τόκων, που προκαλούν την τρομερή και απάνθρωπη τοκογλυφία και τα οποία θα επιφέρουν την οργή του Θεού.

Αδιάντροπη κοιλιά, εξαιτίας της οποίας εμείς οι άφρονες μοναχοί πέφτουμε στα απύθμενα βάθη της κόλασης! Μακάριος είναι όποιος σε δάμασε στον νου του και αγάπησε ολόψυχα την ένδεια και τον ανάργυρο βίο. Αυτός μόνο σε κατάλαβε αληθινά, αυτός μόνο είναι ο υπηρέτης του Υψίστου και αυτός μόνο είναι ελεύθερος. Αντιθέτως όλοι εμείς που υποκύπτουμε σε εσένα είμαστε οι κακοί δούλοι των παθών που γεννάς και μοιάζουμε με τα άλογα ζώα, μολονότι δημιουργηθήκαμε εξαρχής από το άγιο χέρι του Θεού κατά την θεική εικόνα Του.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - Παραινετικὸν πρὸς Ὀλυμπιάδα


Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔστειλε σὲ μιὰ πνευματική του θυγατέρα, (τὴν Ὀλυμπιάδα), τὴν κατωτέρω ἐπιστολὴ ὡς «δῶρο» γιὰ τὸν γάμο της, ποὺ μόλις τέλεσε. Ἡ κατωτέρω ἐπιστολὴ ἔχει βάθος Θεολογίας καὶ ψυχολογίας. Καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα δίνει στὴ σύζυγο πολύτιμες συμβουλὲς γιὰ ἕναν πετυχημένο γάμο.

Κόρη μου, στοὺς γάμους σου ἐγὼ ὁ πνευματικός σου πατέρας, ὁ Γρηγόριος, σοῦ κάνω δῶρο τοῦτο τὸ ποίημα. Καὶ εἶναι ὅ,τι καλλίτερο ἡ συμβουλὴ τοῦ πατέρα. Νὰ εἶσαι ἁπλή. Τὸ χρυσάφι, δεμένο σὲ πολύτιμες πέτρες, δὲν στολίζει γυναῖκες σὰν καὶ σένα. Πολὺ περισσότερο τὸ βάψιμο. Δὲν ταιριάζει στὸ πρόσωπό σου, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, νὰ τὴν παραποιῇς καὶ νὰ τὴν ἀλλάζῃς, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀρέσῃς. Ξέρε τὸ ὅτι αὐτὸ εἶναι φιλαρέσκεια καὶ νὰ μένῃς ἁπλὴ στὴν ἐμφάνιση. Τὰ βαρύτιμα καὶ πολυτελῆ φορέματα, ἂς τὰ φοροῦν ἐκεῖνες, ποὺ δὲν ἐπιθυμοῦν ἀνώτερη ζωή, ποὺ δὲν ξέρουν τί θὰ πῇ πνευματικὴ ἀκτινοβολία. Ἐσύ, ὅμως ἔβαλες μεγάλους καὶ ὑψηλοὺς στόχους στὴ ζωή σου. Κι αὐτοὶ οἱ στόχοι σοῦ ζητοῦν ὅλη τὴ φροντίδα κι ὅλη τὴν προσοχή. (...)

Μὲ τὸ γάμο, ἡ στοργὴ καὶ ἡ ἀγάπη σου νὰ εἶναι φλογερὴ καὶ ἀμείωτη γιὰ κεῖνον, ποὺ σοῦ ῾δωσε ὁ Θεός. Γιὰ κεῖνον, πού ῾γινε τὸ μάτι τῆς ζωῆς σου καὶ σοῦ εὐφραίνει τὴν καρδιά. Κι ἂν καταλάβῃς πὼς ὁ ἄνδρας σου σὲ ἀγαπάει περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τὸν ἀγαπᾶς ἐσύ, μὴ κυττάξῃς νὰ τοῦ πάρῃς τὸν ἀέρα, κράτα πάντα τὴ θέση ποὺ σοῦ ὁρίζει τὸ Εὐαγγέλιο.Ἐσὺ νὰ ξέρῃς ὅτι εἶσαι γυναίκα, ἔχεις μεγάλο προορισμό, ἀλλὰ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἡ κεφαλή. Ἄσε τὴν ἀνόητη ἰσότητα τῶν δύο φύλων καὶ προσπάθησε νὰ καταλάβῃς τὰ καθήκοντα τοῦ γάμου. Στὴν ἐφαρμογή τους θὰ δῇς πόση ἀντοχὴ χρειάζεται γιὰ ν᾿ ἀνταποκριθῇς, ὅπως πρέπει, σ᾿ αὐτὰ τὰ καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ πόση δύναμη κρύβεται στὸ ἀσθενὲς φύλο.Θὰ ξέρῃς, πόσο εὔκολα θυμώνουν οἱ ἄνδρες. Εἶναι ἀσυγκράτητοι καὶ μοιάζουν μὲ λιοντάρια. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ γυναίκα πρέπει νὰ εἶναι δυνατότερη καὶ ἀνώτερη. Πρέπει νὰ παίζῃ τὸ ρόλο τοῦ θηριοδαμαστῆ. Τί κάνει ὁ θηριοδαμαστὴς ὅταν βρυχᾶται τὸ θηρίο; Γίνεται περισσότερο ἤρεμος καὶ μὲ τὴν καλωσύνη καταπραΰνει τὴν ὀργή. Τοῦ μιλάει γλυκὰ καὶ μαλακά, τὸ χαϊδεύει, τὸ περιποιεῖται καὶ πάλι τὸ χαϊδεύει κι ἔτσι τὸ καταπραΰνει (...)Ποτὲ μὴ κατηγορήσῃς καὶ ἀποπάρῃς τὸν ἄνδρα σου γιὰ κάτι ποὺ ἔκανε στραβό. Οὔτε πάλι γιὰ τὴν ἀδράνειά του, ἔστω κι ἂν τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἤθελες ἐσύ. Γιατί ὁ διάβολος εἶναι αὐτός, ποὺ μπαίνει ἐμπόδιο στὴν ὁμοψυχία τῶν συζύγων (...)

Νὰ ἔχετε κοινὰ τὰ πάντα καὶ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες. Γιατί ὁ γάμος ὅλα σᾶς τὰ ἔκανε κοινά. Κοινὲς καὶ οἱ φροντίδες, γιατί ἔτσι τὸ σπίτι θὰ στεριώση. Νὰ συμβάλλῃς ἐκφράζοντας τὴ γνώμη σου, ὁ ἄνδρας ὅμως ἂς ἀποφασίζη.

Ὅταν τὸν βλέπῃς λυπημένο, συμμερίσου τὴ λύπη του ἐκείνη τὴν ὥρα. Γιατὶ εἶναι μεγάλη ἀνακούφιση στὴ λύπη, ἡ λύπη τῶν φίλων. Ὅμως ἀμέσως νὰ ξαστεριάζῃ ἡ ὄψη σου καὶ νά ῾σαι ἤρεμη χωρὶς ἀγωνία. Ἡ γυναίκα εἶναι τὸ ἀκύμαντο λιμάνι γιὰ τὸ θαλασσοδαρμένο σύζυγο.

Νὰ ξέρῃς ὅτι ἡ παρουσία σου στὸ σπίτι σου εἶναι ἀναντικατάστατη, γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀγαπήσῃς μ᾿ ὅλες τὶς φροντίδες τοῦ νοικοκυριοῦ. Νὰ τὸ βλέπῃς σὰν βασίλειό σου, καὶ νὰ μὴ συχνοβγαίνῃς ἀπὸ τὸ κατώφλι σου. Ἄφησε τὶς ἔξω δουλειὲς γιὰ τὸν ἄνδρα. Πρόσεχε τὶς συναναστροφές σου. Πρόσεξε τὶς συγκεντρώσεις, ποὺ πηγαίνεις. Μὴ πᾶς σὲ ἄπρεπες συγκεντρώσεις, γιατὶ εἶναι μεγάλος κίνδυνος γιὰ τὴν ἁγνότητά σου. Αὐτὲς οἱ συναναστροφὲς ἀφαιροῦν τὴν ντροπὴ κι ἀπ᾿ τὶς ντροπαλές, σμίγουν μάτια μὲ μάτια, κι ὅταν φύγῃ ἡ ντροπὴ γεννιοῦνται ὅλα τὰ χειρότερα κακὰ («αἰδὼς οἰχομένη, πάντων γενέτειρα κακίστων»).

Τὶς σοβαρὲς ὅμως συγκεντρώσεις μὲ συνετοὺς φίλους νὰ τὶς ἐπιζητῆς, γιὰ νὰ ἐντυπώνεται στὸ νοῦ σου ἕνας καλὸς λόγος, ἢ κάποιο ἐλάττωμα νὰ κόψῃς ἢ νὰ καλλιεργήσῃς τοὺς δεσμούς σου μὲ ἐκλεκτὲς ψυχές. Μὴ ἐμφανίζεσαι ἀνεξέλεγκτα σὲ ὁποιονδήποτε, ἀλλὰ στοὺς σώφρονες συγγενεῖς σου, στοὺς ἱερεῖς καὶ σὲ σοβαροὺς νεώτερους ἢ ἡλικιωμένους. Μὴ συναναστρέφεσαι φαντασμένες γυναῖκες, ποὺ ἔχουν στὸ νοῦ τους στὸ ἔξω, γιὰ ἐπίδειξη. Οὔτε ἀκόμα ἄνδρες εὐσεβεῖς, ποὺ ὁ σύζυγός σου δὲν θέλει στὸ σπίτι, ἂν καὶ σὺ τόσο πολύ τους ἐκτιμᾶς. Ὑπάρχει γιὰ σένα πιὸ ἀκριβὸ πράγμα ἀπὸ τὸν καλό σου σύζυγο, ποὺ τόσο ἀγαπᾶς;

Ἐπαινῶ τὶς γυναῖκες, ποὺ δὲν τὶς ξέρουν οἱ πολλοὶ ἄνδρες. Μὴ τρέχῃς σὲ τραπέζια κοσμικὰ καὶ ἂς εἶναι γιὰ γάμο ἢ γιὰ γενέθλια. Ἐκεῖ ἀνάβουν ἄνομοι πόθοι, μὲ τοὺς χορούς, τοὺς πήδους καὶ τὰ γέλια, τὴν ψεύτικη εὐχαρίστηση, ποὺ παραπλανεύουν ἀκόμη καὶ τοὺς ἁγνοὺς καὶ σώφρονες. Καὶ ἡ ἁγνότητα εἶναι τόσο λεπτὸ πράγμα! Σὰν τὸ κερὶ στὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου! Ἀπόφευγε ἀκόμα καὶ στὸ σπίτι σου τὰ κοσμικὰ τραπέζια. Ἂν μπορούσαμε νὰ περιορίσουμε τὶς ὀρέξεις τῆς κοιλιᾶς, θὰ κυριαρχούσαμε στὰ πάθη μας.

Κράτα τὴν μορφή σου γαλήνια καὶ μὴ τὴν ἀλλοιώνῃς οὔτε μὲ μορφασμούς, ὅταν εἶσαι θυμωμένη. Στολίδια τ᾿ αὐτιὰ νἄχουν ὄχι μαργαριτάρια, ἀλλὰ ν´ ἀκοῦν καλὰ λόγια καὶ νὰ βάζουν γιὰ τὰ ἄσχημα λουκέτο στὸ νοῦ. Ἔτσι, εἴτε κλειστὰ εἶναι, εἴτε ἀνοιχτά, ἡ ἀκοὴ θὰ μένῃ ἁγνή.

Ὅσο γιὰ τὰ μάτια, εἶναι κεῖνα, ποὺ δείχνουν ὅλο τὸ ἐσωτερικὸ τῆς ψυχῆς. Ἂς σταλάζῃ ἁγνὸ κοκκίνισμα ἡ παρθενικὴ ντροπὴ κάτω ἀπὸ τὰ βλέφαρά σου καὶ ἂς προκαλῇ τὴ σεμνότητα καὶ τὴν ἁγνὴ ντροπὴ σὲ ὅσους σὲ βλέπουν καὶ σ᾿ αὐτὸν ἀκόμα τὸ σύζυγό σου. Εἶναι πολλὲς φορὲς προτιμότερο, γιὰ πολλὰ πράγματα, νὰ κρατᾷς κλειστὰ τὰ μάτια, χαμηλώνοντας τὸ βλέμμα.

Καὶ τώρα στὴ γλώσσα. Θἄχῃς πάντα ἐχθρὸ τὸν ἄνδρα σου, ἂν ἔχῃς γλώσσα ἀχαλίνωτη, ἔστω κι ἂν ἔχῃς χίλια ἄλλα χαρίσματα. Γλώσσα ἀνόητη βάζει, πολλὲς φορές, σὲ κίνδυνο καὶ τοὺς ἀθώους. Προτίμα κι ὅταν ἀκόμα ἔχῃς δίκιο, τὴ σιωπή. Εἶναι προτιμότερη γιὰ νὰ μὴ ριχοκινδυνεύσῃς νὰ πῆς ἕνα ἄτοπο λόγο. Κι ἂν ἔχῃς τὴν ἐπιθυμία νὰ λὲς πολλά, τὸ καλλίτερο εἶναι νὰ σωπαίνῃς.

Πρόσεχε ἀκόμα καὶ τὸ βάδισμά σου. Μετράει στὴ σωφροσύνη.

Καὶ τοῦτο πρόσεξε καὶ ἄκουσε: Μὴν ἔχῃς ἀδάμαστη σαρκικὴ ὁρμή. Πεῖσε καὶ τὸν ἄνδρα σου νὰ σέβεται τὶς ἱερὲς ἡμέρες. Γιατὶ οἱ νόμοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

(...)

Ἂν ἀπὸ μένα τὸν γέροντα πῆρες κάποιο λόγο πνευματικό, σοῦ συνιστῶ νὰ τὸν φυλάξῃς στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου. Ἔτσι μὲ ὅτι πῆρες ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἄκουσες καὶ μὲ τὴν ἠθική σου ἀνωτερότητα, θὰ θεραπεύσῃς τὸν ἐξαίρετο σύζυγό σου καὶ περίφημο πολιτικὸ ἄνδρα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια.

Αὐτὸ τώρα τὸ παρὸν δῶρο, κειμήλιό σου προσφέρω. Ἂν θέλῃς πάλι νὰ σοῦ εὐχηθῶ καὶ τὸ καλλίτερο, σοῦ εὔχομαι νὰ γίνῃς ἀμπέλι πολύκαρπο, μὲ τέκνα τέκνων, γιὰ νὰ δοξάζεται ἀπὸ περισσότερους ὁ Θεός, γιὰ τὸν ὁποῖον γεννιόμαστε καὶ πρὸς τὸν Ὁποῖον πρέπει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ ὁδεύουμε».

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος - Συμβουλὲς πρὸς τὸν σύζυγον

Νὰ τῆς λές: ἀπὸ ὅλα τὴ δική σου ἀγάπη προτιμῶ καὶ τίποτε δὲν μοῦ εἶναι τόσο βασανιστικὸ ἡ δυσάρεστο, ὅσο τὸ νὰ βρεθῶ κάποτε σὲ διάσταση μαζί σου. Κι ἂν ὅλα χρειασθεῖ νὰ τὰ χάσω, κι ἂν γίνω φτωχότερος ἀπὸ τὸν Ἴρο, κι ἂν βρεθῶ στοὺς ἐσχάτους κινδύνους, ὁ,τιδήποτε κι ἂν πάθω, ὅλα μοῦ εἶναι ἀνεκτὰ καὶ ὑποφερτά, ὅσο ἐσὺ μοῦ εἶσαι καλά. Καὶ τὰ παιδιὰ τότε θὰ μοῦ εἶναι περιπόθητα, ἐφόσον ἐσὺ μᾶς συμπαθεῖς…

Ἴσως κάποτε σοῦ πεῖ: Ποτὲ ὡς τώρα δὲν ξόδεψα ἀπὸ τὰ δικά σου, ἔχω ἀκόμη τὰ δικά μου, ποὺ μοῦ ἔδωσαν οἱ γονεῖς μου. Τότε πές της: Τί λὲς καλή μου; Ἔχεις ἀκόμη τὰ δικά σου; Ποιὰ λέξη μπορεῖ νά εἶναι χειρότερη ἀπὸ αὐτή; Σῶμα δὲν ἔχεις πιὰ δικό σου κι ἔχεις χρήματα; Δὲν εἴμαστε δύο σώματα μετὰ τὸ γάμο, ἀλλὰ γίναμε ἕνα. Δὲν ἔχουμε δύο περιουσίες, ἀλλὰ μία… Ὅλα δικά σου εἶναι, κι ἐγὼ δικός σου εἶμαι, κορίτσι μου. Αὐτὸ μὲ συμβουλεύει ὁ Παῦλος, λέγοντας ὅτι ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸ σῶμα του, ἀλλὰ ἡ γυναίκα.

Κι ἂν δὲν ἔχω ἐγὼ ἐξουσία στὸ σῶμα μου, ἀλλὰ ἐσύ, πόσο μᾶλλον δικά σου εἶναι τὰ χρήματα… Ποτὲ νὰ μὴν τῆς μιλᾶς μὲ πεζὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ φιλοφροσύνη, μὲ τιμή, μὲ ἀγάπη πολλή. Νὰ τὴν τιμᾶς καὶ δὲν θὰ βρεθεῖ στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήσει ἐπαίνους ἀλλοῦ, ἂν ἔχει τοὺς δικούς σου. Νὰ τὴν προτιμᾶς ἀπὸ ὅλους γιὰ ὅλα, γιὰ τὴν ὀμορφιά, γιὰ τὴ σωφροσύνη της, καὶ νὰ τὴν ἐγκωμιάζεις. Νὰ κάνεις φανερὸ ὅτι σοῦ ἀρέσει ἡ συντροφιά της κι ὅτι προτιμᾶς νὰ μένεις στὸ σπίτι γιὰ νὰ εἶσαι μαζί της, ἀπὸ τὸ νὰ βγαίνεις στὴν ἀγορά. Ἀπὸ ὅλους τοὺς φίλους νὰ τὴν προτιμᾶς, καὶ ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ σοῦ χάρισε, κι αὐτὰ ἐξαιτίας της νὰ τὰ ἀγαπᾶς.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - Ἡ ἰδανικὴ φιλία

Ἡ ἰδανικὴ φιλία ἀνθεῖ σὲ περιβάλλοντα ἀμόλυντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν συναναστροφὴ τῶν κακῶν καὶ τῶν πονηρῶν.

Ἡ γοητεία τοῦ κακοῦ καὶ ἡ φαυλότητα τῆς ζωῆς ἔχουν ἀμαυρώσει ὅλα τὰ καλὰ τοῦ βίου μας. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν καλῶν συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ φιλίες. Κάτω ἀπὸ τὸ γενικὸ ξεπεσμὸ καὶ ἐξευτελισμὸ τῆς ζωῆς χάθηκαν ἢ ἀλλοτριώθηκαν κι αὐτές. Κι ὅμως, ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη μιᾶς γνήσιας, ἀληθινῆς, δυνατῆς καὶ πραγματικῆς φιλίας. Δύσκολα κτίζονται τέτοιες φιλίες. Εὔκολα καταστρέφονται. Κι ὅσοι ἀπέκτησαν τέτοιες ζηλευτὲς φιλίες ἔζησαν εὐτυχισμένοι. Γι᾽ αὐτὸ θὰ σᾶς δώσω τὴν συνταγὴ τῆς ἰδανικῆς φιλίας. Ὄχι ἐγώ. Ἐσεῖς τὸ ξέρετε, ὅτι πάντα ἀφήνω ἐκείνους ποὺ ξέρουν τὰ θέματα τῆς ζωῆς μας καλύτερα ἀπὸ μᾶς νὰ μᾶς ποῦν τὴν σοφὴ συμβουλή τους. Ἔτσι ἀνεκάλυψα στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο τὶς προϋποθέσεις μιᾶς μεγάλης φιλίας, σὰν αὐτή, ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο. Ὁ ἴδιος ἔλεγε, ὅτι «ἐφαίνετο νὰ ἔχωμεν οἱ δύο μας μίαν ψυχὴν ποὺ ἐκατοικοῦσεν εἰς δύο σώματα. Τότε πλέον ἐγίναμεν τὰ πάντα ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον, ὁμόστεγοι, ὁμοτράπεζοι, συμφυεῖς, ἀποβλέποντες εἰς τὸ ἴδιο καὶ πάντοτε αὐξάνοντες ὁ ἕνας τὸν πόθο τοῦ ἄλλου, ὥστε νὰ γίνῃ θερμότερος καὶ μόνιμος».

Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς ἐκτίσθη αὐτὴ ἡ ζηλευτή, εὐλογημένη καὶ πασίγνωστη φιλία τῶν δύο μεγάλων ἀνδρῶν καὶ ἁγίων πατέρων μας. Ἔτσι θὰ διδαχθοῦμε κι ἐμεῖς τὰ μεγάλα μυστικὰ τῆς εὐτυχισμένης ζωῆς.

Ἡ ἀληθινὴ φιλία πρέπει νὰ εἶναι «θεῖος καὶ φρόνιμος ἔρως» ἀπηλλαγμένος ἁμαρτίας. Γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Οἱ σωματικοὶ ἔρωτες, καθὼς ἀφοροῦν τὰ πράγματα ποὺ περνοῦν, περνοῦν κι ἐκεῖνοι ὅπως τὰ ἐαρινὰ λουλούδια. Οὔτε ἡ φλόγα μένει, ὅταν τὰ ξύλα τελειώσουν, ἀλλὰ χάνεται μαζὶ μὲ αὐτὰ ποὺ τὴν τρέφουν, οὔτε ὁ πόθος ὑπάρχει, ὅταν τὸ προσάναμμα σβήση. Οἱ θεῖοι ὅμως καὶ φρόνιμοι ἔρωτες, ἐπειδὴ ἀναφέρονται εἰς κάτι σταθερόν, διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι μονιμώτεροι καὶ ὅσον περισσότερον παρουσιάζεται τὸ κάλλος των τόσον περισσότερον συνδέουν τοὺς ἐραστὲς μὲ αὐτὸ καὶ μεταξύ των. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ ἰδικοῦ μας ἔρωτος».

Μιὰ δυνατὴ φιλία γεννᾶται, ὅταν οἱ φίλοι διεξάγουν κοινὸ ἀγῶνα καὶ ἁμιλλῶνται εἰς τὴν κατάκτησιν τῶν ὑψηλῶν κορυφῶν τῆς ἀρετῆς. Γράφει γι᾽ αὐτὴ τὴν κοινὴ ἐπιδίωξιν τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Κοινὴ ἐπιδίωξις καὶ τῶν δύο ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ συμμόρφωσις τῆς ζωῆς μας πρὸς τὶς μελλοντικὲς ἐλπίδες». Ἐξομολογεῖται διὰ τὸν θεῖον πόθον των: «Τὴν ἐπιδίωξιν αὐτὴν ἔχοντες ἐμπρός μας κατευθήναμεν τὴν ζωήν μας ὁλόκληρον καὶ κάθε ἐνέργειάν μας· μᾶς ὡδηγοῦσεν ἡ ἐντολὴ καὶ ἠκονίζαμεν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον τὴν ἀρετήν μας καὶ εἴμεθα, ἐὰν δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν τοῦτο νὰ εἴπω, ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον κανὼν καὶ μέτρον, μὲ τὰ ὁποῖα διακρίνεται τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ μὴ ὀρθόν».

Ἡ ἰδανικὴ φιλία ἀνθεῖ σὲ περιβάλλοντα ἀμόλυντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν συναναστροφὴ τῶν κακῶν καὶ τῶν πονηρῶν. Προσέξτε ἰδιαίτερα τὶς συνετὲς παρατηρήσεις τοῦ ἁγίου Πατέρα μας Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ἀπὸ τοὺς σπουδαστές μας συναναστρεφόμεθα, ὄχι βέβαια τοὺς πιὸ ἀνήθικους ἀλλὰ τοὺς πιὸ φρόνιμους· οὔτε τοὺς πιὸ ἐριστικοὺς ἀλλὰ τοὺς πιὸ εἰρηνικοὺς καὶ ἐκείνους ποὺ ἡ συναναστροφή των εἶναι ὠφελιμωτέρα. Διότι ἐγνωρίζαμεν ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νὰ λάβῃς τὴν ἀσθένειαν παρὰ νὰ χαρίσῃς τὴν ὑγείαν. Καὶ εἰς τὰ μαθήματα ἐφθάσαμεν νὰ χαιρώμεθα ὄχι μὲ τὰ πιὸ εὐχάριστα ἀλλὰ μὲ τὰ πιὸ ὠφέλιμα. Ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ αὐτὰ οἱ νέοι συμμορφώνονται πρὸς τὴν ἀρετὴν ἢ τὴν κακίαν». Μακάρι ὅλοι μας νὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε αὐτὲς τὶς ἀθάνατες συμβουλὲς κανόνες καὶ νόμους ζωῆς.

Ἡ ἀληθινὴ φιλία στηρίζεται στοὺς ἀποστολικοὺς λόγους καὶ νόμους: «ὅποιος ἀγαπᾶ δὲν ζητεῖ τίποτε διὰ τὸν ἑαυτόν του». Καὶ «Διὰ τῆς φιλαδελφίας νὰ γίνεσθε φιλόστοργοι μεταξύ σας. Νὰ προλαμβάνη ὁ καθένας τοὺς ἄλλους εἰς τὸ νὰ τοὺς ἀποδίδη τιμήν». Αὐτὰ ἐφήρμοζαν οἱ θεϊκοὶ πατέρες, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος σεβαστὸς πατέρας μας Γρηγόριος: «Ἀγωνιζόμεθα καὶ οἱ δυό, ὄχι ποιός νὰ ἔχῃ ὁ ἴδιος τὸ πρωτεῖον, ἀλλὰ πῶς νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς τὸν ἄλλον· τὴν εὐδοκίμησιν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τὴν ἐθεωρούσαμεν ἰδικήν μας… πρέπει νὰ πεισθῆτε ὅτι ἐζούσαμεν ὁ ἕνας μέσα εἰς τὸ εἶναι τοῦ ἄλλου καὶ δίπλα εἰς τὸν ἄλλον». Ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἰς τὸν Μέγα Βασίλειον φαίνεται στὰ πιὸ κάτω λόγια μὲ τὰ ὁποῖα συγκρίνεται ὁ ἴδιος μὲ τὸν φίλο του. Γράφει: «Τὸ ὡραιότερον εἶναι ὅτι ἐσχηματίσθη ἀπὸ ἐμᾶς μία ἀδελφότης ποὺ ἐκεῖνος διεμόρφωνε καὶ κατηύθυνεν ὡς ἀρχηγὸς μὲ κοινὲς ἱκανοποήσεις, μολονότι ἐγὼ ἔτρεχα πεζὸς δίπλα εἰς ἅρμα Λυδικὸν (ταχυδρόμον δηλαδή), ὅπου καὶ ὅπως ἐπήγαινεν ἑκεῖνος».

Τὴν ἀληθινὴ φιλία συνδέει καὶ ὁ κοινὸς σκοπὸς τῆς ζωῆς. Ἔτσι ἄρχισε ἡ φιλία μας, ἀποκαλύπτει ὁ θεῖος πατέρας «καθὼς μὲ τὸ πέρασμα τοῦ καιροῦ ὡμολογήσαμεν τὸν πόθον μας ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιέφερε ἦταν ἡ φιλοσοφία, τότε πλέον ἐγίναμεν τὰ πάντα ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον».

Τὴν γνήσια φιλίαν συνδέουν οἱ κοινὲς ἀρχὲς καὶ οἱ κοινὲς ἀντιλήψεις. Γι᾽ αὐτὸ τὸ θέμα γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Τίποτε, νομίζω δὲν ἀξίζει, ἐὰν δὲν ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ δὲν κάνει καλυτέρους ὅσους ἀσχολοῦνται μὲ αὐτό. Διὰ τοὺς ἄλλους ὑπάρχουν διάφορες ὀνομασίες ἢ ἀπὸ τὸν πατέρα ἢ ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν ἢ ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα καὶ τὶς πράξεις των. Ἐμεῖς ὅμως ἔχομεν τὸ μέγα προσὸν καὶ ὄνομα νὰ εἴμεθα καὶ νὰ λεγώμεθα χριστιανοί. Αὐτὸ ἦτο ἡ μεγαλυτέρα καύχησις γιὰ μᾶς».


Ἡ μεγάλη φιλία ἐκδηλώνεται μὲ τρυφερότηττα, εὐαισθησία, στοργὴ καὶ φιλαδελφία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀναφέρεται εἰς τὸν φίλον του καὶ τὸν ἀποκαλεῖ «ὁ ἐμὸς Βασίλειος». Δηλαδὴ «ὁ δικός μου Βασίλειος». Ἔτσι γίνεται, ὅταν ἡ φιλία εἶναι ἀνιδιοτελής, καθαρὴ καὶ λουσμένη στὸ φῶς τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ ἀρετῆς. Τί λέτε; Πῶς σᾶς φαίνονται αὐτά; Δοκιμάστε τα καὶ θὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ σᾶς βοηθήσουν νὰ δημιουργήσετε γερὲς καὶ ἰσχυρὲς φιλίες, ποὺ θὰ ἀντέξουν στὸν χρόνο καὶ στὴν τρικυμία τῆς ζωῆς σας.

Αὐτὴ ἡ φιλία τῶν ἁγίων ἀνδρῶν διεφημίσθη παντοῦ εἰς τὸν τότε κόσμον καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν ἱστορίαν. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Γράφει: «Αὐτὰ ἔκαμαν νὰ γίνωμεν γνωστοὶ εἰς τοὺς διδασκάλους καὶ τοὺς συναδέλφους μας, γνωστοὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς πιὸ ἐπιφανεῖς Ἕλληνες. Εἴχαμεν πλέον ξεπεράσει τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἔγινε σαφὲς ἀπὸ διηγήσεις πολλῶν. Ἠκούοντο οἱ διδάσκαλοὶ μας εἰς ὅσους ἠκούοντο αἱ Ἀθῆναι, συνακουόμεθα καὶ ἐμεῖς οἱ δύο καὶ συναναστρεφόμεθα εἰς τόσους ἀνθρώπους, εἰς ὅσους καὶ οἱ δάσκαλοί μας καὶ δὲν ἤμεθα ἕνα ζεῦγος ἄσημον καὶ κοντὰ καὶ μακρὰν τῶν διδασκάλων μας».


Ὁ ἴδιος θεοφόρος καὶ ἁγιοπνευματοκίνητος Πατέρας ἔγραψε καὶ τὸ ὡραιότατον ἐγκώμιον τῆς φιλίας:

«Μὲ τίποτε ἀπὸ ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ συγκρίνῃ ἕνα πιστὸν φίλον, καὶ τὸ κάλλος του δὲν ἔχει ὅρια». «Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι ἰσχυρὰ προστασία» (Σοφ. Σολ. ς´ 14-15) καὶ βασίλειον ὀχυρωμένον. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι ἔμψυχος θησαυρός. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι πολυτιμότερος ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἀπὸ πολλοὺς πολυτίμους λίθους. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι κῆπος περιφραγμένος καὶ πηγὴ σφραγισμένη, τὰ ὁποῖα ἀνοίγουν πότε-πότε διὰ νὰ τὰ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ τὰ ἀπολαύσῃ κανείς. Ὁ πιστὸς φίλος εἶναι λιμάνι ἀναψυχῆς. Ἂν δὲ εἶναι καὶ πιὸ συνετός, πόσον καλύτερον εἶναι τοῦτο; Ἐὰν δὲ εἶναι καὶ πολὺ μορφωμένος καὶ διαθέτη παντοειδῆ μόρφωσιν, τὴν ἰδικήν μας λέγω καὶ ἐκείνην ἡ ὁποία ἦτο κάποτε ἰδική μας, πόσον καλύτερον εἶναι αὐτό; Ἐὰν δὲ καὶ υἱὸς τοῦ φωτὸς (Ἰωάν. ιβ´ 36, Ἐφεσ. ε´ 8), ἢ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ (Δ´ Βασιλ. α´ 9), ἢ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος προσεγγίζει τὸν Θεὸν (Ἰεζεκιὴλ μγ´ 19), ἢ ἔχει ἀνωτέρας, πνευματικὰς ἐπιθυμίας (Δαν. θ´ 23), ἢ εἶναι ἄξιος νὰ φέρη ἕνα χαρακτηρισμὸν ἀπὸ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους τιμᾶ ἡ Γραφὴ τοὺς ἐνθέους καὶ ὑψηλούς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς ἀνωτέραν τάξιν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἤδη δῶρον τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι σαφῶς ἀνώτερον ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ἀξίαν».

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2019

Σχόλιο στον βίο του Αγίου νεομάρτυρος Γεωργίου του εξ Ιωαννίνων


Γεννήθηκε στο χωριό Τσούρχλι Γρεβενών το 1808. Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς και έτσι για να επιβιώσει μπαίνει στην υπηρεσία ενός Τούρκου αγά ως ιπποκόμος. Ο συγχρωτισμός με τους Τούρκους έχει ως αποτέλεσμα να του δώσουν το όνομα Χασάν. Όχι και τόσο ασυνήθιστο ακόμη και στις μέρες μας. Σκεφτείτε πώς αποκαλούσαμε και εμείς τους ξένους εργάτες στη χώρα μας, την εποχή που υπήρχαν ακόμη δουλειές. Μέχρις εδώ ο βίος του είναι τυπικός ενός φτωχού παιδιού της εποχής του.

Όμως τα πράγματα αλλάζουν άρδην λίγα χρόνια μετά. Κάποια στιγμή υποπίπτει στην αντίληψη κάποιου Τούρκου ότι ο «Χασάν» είναι Χριστιανός και τον κατηγορεί δημόσια ότι αλλαξοπίστησε. Στην «ανεκτική» Οθωμανική Αυτοκρατορία η αλλαξοπιστία μουσουλμάνου σε χριστιανό επισύρει τη θανατική καταδίκη. Η παρεξήγηση δεν αργεί να λυθεί καθώς οι αρχές κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ο Γεώργιος προσάγεται βιαίως στον κατή, ο οποίος διαπιστώνει ιδίοις όμμασι ότι ο Γεώργιος δεν είναι περιτετμημένος. Ως αποτέλεσμα, η κατηγορία καταπίπτει και αφήνεται ελεύθερος.

Το περιστατικό αυτό στο βίο του Αγίου δεν υπακούει στο γενικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο των βίων των νεομαρτύρων. Η πλειοψηφία των νεομαρτύρων πράγματι είχε αλλαξοπιστήσει και είχε μεταστραφεί στον μωαμεθανισμό, είτε οικειοθελώς είτε μετά από πιέσεις. Ακολούθως, οι μάρτυρες αυτοί μετανιώνουν για την επιλογή τους και επιστρέφουν στον χριστιανισμό. Και ενώ στις περισσότερες των περιπτώσεων η μεταστροφή δεν γίνεται αντιληπτή από τους Οθωμανούς, αυτοί οι ίδιοι επιλέγουν να διατρανώσουν δημόσια την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία, επιδιώκοντας το μαρτύριο.

Η διαφορά στον βίο του Αγίου Γεωργίου είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Η ιστορία μπορεί να τελείωνε εδώ και με τη λήξη της παρεξήγησης να αποτελούσε απλώς μια ψυχωφελή διήγηση στα πλαίσια μιας ρομαντικής αντίληψης περί πολυπολιτισμικότητας της μικρής μας πόλης. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι. Λίγα χρόνια μετά παντρεύεται μια χριστιανή, η οποία του χαρίζει και ένα παιδί. Λίγους μήνες μετά τη γέννα το βαφτίζει και λίγες μέρες μετά κατηγορείται πάλι ως μουσουλμάνος που μεταστράφηκε στον χριστιανισμό. Γιατί συκοφαντείται για δεύτερη φορά; Τι μεσολάβησε; Αυτό ίσως δεν θα το μάθουμε ποτέ. Για καλή του όμως τύχη, θα μπορούσε να πει κάποιος, ο κατής που τον ανακρίνει είναι ο ίδιος που τον ανέκρινε και την πρώτη φορά. Ο Άγιος επιμένει ότι ήταν πάντα χριστιανός και τονίζει στον κατή ότι τον απάλλαξε πριν από μερικά χρόνια, αφού δεν τον βρήκε περιτετμημένο. Παραδόξως, ο κατής τώρα είναι ανένδοτος. Γιατί; Μεγάλη αναταραχή ξεσπάει στο κουρμανιό (αγορά). Οι Τούρκοι της πόλης διαπληκτίζονται με τους χριστιανούς. Η απόφαση όμως έχει παρθεί και είναι τελεσίδικη: O Γεώργιος πρέπει να ομολογήσει δημόσια ότι είναι μουσουλμάνος ή αλλιώς θα θανατωθεί. Γιατί; Τι εξυπηρετεί μια τόσο οφθαλμοφανής διαστρέβλωση της αλήθειας; Θα επιχειρήσουμε μια απόπειρα εξήγησης.

Ποιοί είναι αυτοί οι Τούρκοι που διαπληκτίζονται με τους χριστιανούς στο κουρμανιό; Το συναξάρι δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτούς. Δε χρειάζεται, είναι γνωστό σε όλους ότι Τούρκοι δεν υπήρχαν στην Ήπειρο και ιδιαίτερα στα Γιάννενα, ούτε τότε ούτε πριν. Όλοι οι «Τούρκοι» των Ιωαννίνων είναι Έλληνες εξισλαμισθέντες. Μιλούν ελληνικά και εξισλαμίσθηκαν με μοναδικό σκοπό να διατηρήσουν τα χωράφια τους, τα σπίτια τους και τα υπάρχοντά τους. Είναι οι πρόγονοι αυτών που σήμερα συνηθίζουμε να αποκαλούμε Τουρκογιαννιώτες. Είναι αυτοί που με μαύρο δάκρυ αποχωρίστηκαν τα πάτρια εδάφη και στάλθηκαν πεσκέσι στην Τουρκία με την ανταλλαγή πληθυσμών μετά το 1922. Όχι μόνο οι Τουρκογιαννιώτες, αλλά και οι Τουρκοκονιτσιώτες και οι Τουρκοπαργινοί.

Το συναξάρι του Αγίου σιωπά, δεν αναφέρεται καθόλου σε Τουρκογιαννιώτες παρά μόνο σε Τούρκους. Η ιστορία ήταν άλλωστε σε όλους γνωστή, δεν υπάρχει λόγος να το κάνει. Η μακραίωνη παράδοση της ρωμιοσύνης δεν κάνει φυλετικούς διαχωρισμούς, ούτε αναγνωρίζει την ενότητα με βάση την εθνική καταγωγή ή τη μητρική γλώσσα. Η ενότητα είναι πρωτίστως ενότητα Πίστεως. Στα πλαίσια αυτά έγιναν και οι ανταλλαγές πληθυσμών μετά το 1922. Στην Ελλάδα κατέφτασαν τόσο ελληνόφωνοι της Μ. Ασίας όσο και τουρκόφωνοι. Όλοι τους όμως ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Τουρκόφωνοι και ελληνόφωνοι ορθόδοξοι πρόσφυγες ταύτιζαν τη μοίρα τους με τη μοίρα της ρωμιοσύνης και δεν είχαν καμία αμφιβολία για το πού ανήκουν. Η αμφιβολία ένταξης είναι πρόβλημα για τους ελληνόφωνους εξισλαμισθέντες.Και το πρόβλημα ξεκινάει από τη στιγμή που εξισλαμίσθηκαν. Εξισλαμίσθηκαν γιατί μελέτησαν το κοράνι και φωτίσθηκαν; Εξισλαμίσθηκαν γιατί στη νέα θρησκεία αναγνώρισαν τη δυνατότητα σωτηρίας της ψυχής τους; Όχι βέβαια.


Οι εξισλαμισμοί έγιναν από φόβο για τη ζωή τους, από συμφέρον ή και από τα δύο. Το 1430 η πόλη των Ιωαννίνων παραδίδεται αμαχητί και σε αντάλλαγμα οι χριστιανοί της πόλης, άρχοντες και λαός, διατηρούν τα υπάρχοντά τους και την πίστη τους. Μόνο μια μικρή ομάδα Τούρκων εγκαθίσταται έξω από τα τείχη της πόλης. Ήταν όλοι άντρες και, σύμφωνα με τις πηγές λιγότεροι από είκοσι. Αυτοί κάποια στιγμή άρπαξαν Γιαννιωτοπούλες για γυναίκες. Ξέσπασε ταραχή που γρήγορα κατευνάσθηκε, μιας και οι γονείς των κοριτσιών έδωσαν την ευχή τους (τελικά) και βεβαίως την προβλεπόμενη προίκα. Έτσι απλά και καθαρά διατηρήθηκαν τα προνόμια των χριστιανών στην πόλη. Η ζωή στη μικρή χριστιανική μας πόλη κυλούσε ήρεμα, χωρίς να ταράζει τα νερά της μεγάλης πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βέβαια, από καιρού εις καιρόν όλο και κάτι συνέβαινε, αλλά οι κλυδωνισμοί δεν ήταν μεγάλοι, μέχρις ότου το 1611 εκείνος ο τρισκατάρατος Σκυλόσοφος (που ήθελε να τον φωνάζουν και φιλόσοφο) επέδραμε στην περιοχή σφάζοντας Τούρκους και ρημάζοντας τουρκοχώρια, από την Παραμυθιά μέχρι τα Γιάννενα.
Ο τρισκατάρατος απέτυχε και συνελήφθη λίγο έξω από τα Γιάννενα. Ακολούθησε σφαγή χριστιανών στην περιοχή, αλλά η λύση βρέθηκε πάλι. Πολλοί εξισλαμίσθηκαν γλιτώνοντας όχι μόνο τη ζωή τους, αλλά και τις περιουσίες τους. Για τους άλλους ούτε λόγος. Είναι τότε που για πρώτη φορά το κάστρο «τουρκεύει» και είναι τότε που οι Τουρκογιαννιώτες εμφανίζονται στην ιστορία.

Ο φόβος και το συμφέρον λοιπόν οδηγούν στους εξισλαμισμούς και όχι η θεία φώτιση. Συνεπώς, πολλοί από αυτούς, όπως είναι λογικό, μπορεί να παραμένουν κρυπτοχριστιανοί, κάποιοι θρησκευτικά αδιάφοροι, πάντως σίγουρα φοβισμένοι και συμφεροντολόγοι. Αυτοί κάνουν κουμάντο στην πόλη μέχρι την απελευθέρωσή της το 1913. Και είναι αυτοί που το ελληνικό κράτος τους ανταλλάσει χωρίς ενδοιασμό ακόμη και με τουρκόφωνους ορθοδόξους (οι οποίοι έχασαν μεν τη γλώσσα τους, αλλά διατήρησαν τη σπίθα της ρωμιοσύνης, την ορθόδοξη πίστη τους) το 1922. Η Ιστορία κάποιες φορές αποδίδει δικαιοσύνη ακόμη και μετά από μεγάλη καταστροφή.


 Έχοντας υπόψη αυτά, μπορούμε να επιστρέψουμε στη μελέτη του μαρτυρίου του Αγίου. Το μαρτύριο τοποθετείται χρονικά στις 17 Ιανουαρίου του 1838, ανήμερα του Αγίου Αντωνίου. Έχει κάτι ιδιαίτερο η χρονολογία του μαρτυρίου;
Το 1838, η Eπανάσταση έχει εδραιωθεί στη νότια Ελλάδα, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος έχει αναγνωρισθεί από το 1830 και τα σύνορα που του αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη του Λονδίνου ακολουθούν τη γραμμή Σπερχειού-Αχελώου. Το 1832 τα σύνορα διευρύνονται και στην Ελλάδα παραχωρούνται εδάφη βορειότερα. Η νέα συνοριακή γραμμή ορίζεται νοτίως της γραμμής Αμβρακικού-Παγασητικού κόλπου. Το ελληνικό κράτος φτάνει μια ανάσα από την Ήπειρο. Οι τουρκεμένοι πλησίον της συνοριακής γραμμής θορυβούνται. Περιμένουν τη σειρά τους, πιστεύοντας πως δεν αργεί. Οι Τουρκεμένοι που βρέθηκαν εντός του ελλαδικού κρατιδίου θρηνούν και οδύρονται για την κακή τους τύχη σε άπταιστα ελληνικά:


Κατακαημένη Κάρυστο με τα κρύα τα νερά σου,
φύγαν τα παλληκάρια σου τσε καίγεται η καρδιά σου
κατακαημένη Κάρυστο, πούσουν μισό Μισίρι
τσε τώρα εκατάντησες να γίνεις Ρωμηοσύνη.
(Δημώδες των Τουρκοκαρυστινών Ευβοίας).



Φοβισμένοι και συμφεροντολόγοι καθώς ήταν, μόνο από φόβο και από συμφέρον μπορούσαν να κινηθούν. Και ενώ το κίνητρο του συμφέροντος οδηγεί σε προβλέψιμη συμπεριφορά, ο φόβος πολλές φορές τυφλώνει. Ο φόβος μπορεί να οδηγήσει στην ηττοπάθεια, μπορεί όμως να εκδηλωθεί επιθετικά. Στην περίπτωσή τους ισχύει το δεύτερο. Η απόφαση για τον Γιώργη τον φουστανελά είχε παρθεί. Δημόσια ομολογία ότι είναι μουσουλμάνος ή θάνατος. Πώς αλλιώς; Έτσι δεν είναι το έθος των μουσουλμάνων;
Ποιος είναι αυτός που δεν υπολογίζει τη ζωή του; Είναι μήπως καλύτερος από αυτούς που από φόβο αλλαξοπίστησαν; Τι θέλει να τους πει ο φτωχο-Γιώργης, ότι αυτοί αλλαξοπίστησαν μόνο και μόνο για να κρατήσουν την περιουσία τους; Τους τονίζει πόσο συμφεροντολόγοι είναι; Και ποιος είναι αυτός που συνεχώς επαναλαμβάνει ότι είναι χριστιανός όπως ήταν πάντα; Αυτό το δεύτερο τι το θέλει; Ήταν πάντα και θα είναι πάντα χριστιανός. Δεν καταλαβαίνει ότι τους πατάει τον κάλο; 

Ομολόγησε Γιώργη, να σωθείς εσύ να ησυχάσουμε και μεις. Σώσε τώρα τη δική σου ζωή και πήγαινε στη γυναίκα σου και στο παιδί σου και άσε μας εμάς, θα βρούμε τον τρόπο μας. Αν, ο μη γένοιτο, έρθει το ρωμαίικο θα βρούμε τον τρόπο μας-παλιά μας τέχνη κόσκινο. Βέβαια καλύτερα να μην έρθει. Ό,τι όμως και να γίνει, εμείς θα παραμείνουμε ενωμένοι. Κανείς μας δεν θα επιστρέψει στην πίστη των πατέρων μας. Μη μας ανακατεύεις και μας αναστατώνεις. Φαντάζεσαι να αρχίσουν κάποιοι δικοί μας να το γυρίζουν;
Τι δηλαδή, αυτοί είναι πιο έξυπνοι από εμάς ή μήπως δεν καταλαβαίνουμε γιατί το κάνουν. Εσύ, Γιώργη, με το θάνατό σου θα τους παραδειγματίσεις. Καταλαβαίνεις πως, ό,τι και να αποφασίσεις, εμείς κερδισμένοι θα βγούμε; Αν ομολογήσεις και σωθείς, σημαίνει ότι η δική μας στάση είναι ανώτερη από τη δική σου. Αν θελήσεις να πεθάνεις, θα τρομάξουν τόσο πολύ αυτοί που σκέπτονται να το γυρίσουν, ώστε δεν θα βγάλουν κιχ στον αιώνα τον άπαντα!!!


Αλλά ο Άγιος δεν ποντάρει σε αυτούς που κυριαρχούνται από τον φόβο. Ποντάρει μόνο στη βασιλεία των Oυρανών γνωρίζοντας ότι: ‘’από δε των ημερών Ιωάννου του βαπτιστού έως άρτι η βασιλεία των Oυρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν’’ (Ματθ. 11:12). Έτσι, αρπάζοντας την ευκαιρία και χωρίς δεύτερη σκέψη οδηγείται εκουσίως στο μαρτύριο. Σύμφωνα με το συναξάρι, την ημέρα που επρόκειτο να συλληφθεί, ξύπνησε πρωί- πρωί και ντύθηκε με τα καλά του ρούχα. Χαιρέτησε παιδί και γυναίκα και ξεκίνησε για την αγορά.

Προείδε το μέλλον του; Το συναξάρι αυτό υπονοεί. Ό,τι και αν συνέβη, δεν ζώστηκε τα φυσεκλίκια, δεν πήρε τα βουνά σαν κλέφτης, δεν ανατινάχτηκε μετά των αλλοθρήσκων και όποιον πάρει ο χάρος. Πήγε εκεί στην αγορά να δηλώσει δημόσια την πίστη του, γνωρίζοντας τις συνέπειες. Αφού γνώριζε τι θα συμβεί γιατί δεν διάλεξε το δρόμο της αντίστασης στον Τούρκο; Γιατί δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Παπαφλέσσα ή του Διάκου;

Μα ο Γεώργιος δεν είναι εθνικός ήρωας, ούτε εθνικός ήρωας ήθελε να γίνει. Ο Γεώργιος την αγιότητα επιζητούσε, την αγιότητα κέρδισε. Με τη θυσία του τονίζει την ετερότητα του χριστιανού έναντι της θρησκείας του Μωάμεθ. Διασώζει δηλαδή τον βαθύτερο πυρήνα της πίστης μας, την Aγάπη. Την Aγάπη απέναντι σε όλους. Τι δηλαδή, ο δρόμος του Παπαφλέσσα, ή του Διάκου, είναι κατακριτέος; Όχι, κατακριτέος δεν είναι, είναι όμως διαφορετικός. Ο Γεώργιος είναι η ΟΥΣΙΑ του Γένους. Οι ήρωες είναι τα μέσα που διασώζουν το Γένος, ώστε να μείνει η ΟΥΣΙΑ που αυτό το Γένος κουβαλά. Αν πάψουν να υπάρχουν Άι Γιώργηδες, τότε δεν χρειάζονται και ήρωες.

Γέροντος Σωφρονίου: Ἡ θεμελιακὴ διαφορὰ μεταξὺ πατερικῆς καὶ μεταπατερικῆς θεολογίας

Γέροντος Σωφρονίου (Σαχάρωφ)

Οἱ ψυχολόγοι ἐρευνοῦν τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ μὲ ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ἀλλὰ ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὴν ἐσωτερική τους ἀκαθαρσία, ἀπελπίζονται. Ἀντίθετα, ὅταν βλέπουμε τὴν ἐσωτερική μας ἀκαθαρσία μέσα στὸ πνεῦμα τῆς κατανύξεως εἶναι διαφορετικά, γιατὶ δημιουργεῖται προσευχὴ μὲ ἐλπίδα στὸν Χριστό.
Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογίας καὶ ἐν Χριστῷ ζωῆς. Η ψυχολογία ἐπιδιώκει νὰ ἀπαλλάξη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ συμπλέγματα ἐνοχῆς, ἐνῶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ βιώνουμε τὴν ὀδύνη, τὸν πόνο λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως απὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν σταματοῦμε τὴν μετάνοια ἕως ὅτου μεταμορφωθῆ αὐτὴ ἡ ὀδύνη.
Λυπᾶμαι γιὰ τοὺς Πνευματικοὺς Πατέρες ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ ψυχολογία.
Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογικοῦ καὶ πνευματικοῦ γεγονότος εἶναι διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρωπίνου καὶ θείου. Τὰ πάντα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι καρπὸς ἀνθρωπίνης συνεργείας καὶ θείας Χάριτος.
Ἡ μέθοδος θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου


Σωφρόνιος Σαχάρωφ (Ἀρχιμανδρίτης)

Οἱ παρατηρήσεις τῆς ψυχολογίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀξιόλογες, διότι περιγράφουν ὅτι πέρα απὸ τὴν λογικὴ ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο βαθύτερο. Ὅμως, οἱ ψυχολογικὲς ἀναλύσεις εἶναι παιδικὲς σὲ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Καίτοι οἱ παρατηρήσεις τῆς ψυχολογίας εἶναι ἀξιόλογες, ἐν τούτοις ἡ μέθοδος θεραπείας ποὺ προσφέρει εἶναι πολὺ...
ἄσχημη. Ἡ ψυχανάλυση δὲν θεραπεύει τὸν ἄνθρωπο, μᾶλλον τὸν συγχύζει περισσότερο.
Πρέπει νὰ κάνουμε διάκριση μεταξὺ νευρολογίας καὶ ψυχολογίας. Οἱ νευρολόγοι προσφέρουν πολλὰ στὴν ὑγεία τοῦ σώματος, διότι δίνουν μερικὰ φάρμακα καὶ ἰσορροποῦν κοινωνικὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ καὶ αυτοὶ δὲν θεραπεύουν, ἁπλῶς κατευνάζουν τὴν ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν θεραπεία τῶν λογισμῶν. Ἀπὸ τὴν θεραπεία τῶν λογισμῶν γίνεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ σώματος. Ἔτσι, ναὶ μὲν οἱ νευρολόγοι μὲ τὰ φάρμακα ἰσορροποῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ δὲν τὸν θεραπεύουν.
Τόσα χρόνια στὸ Μοναστήρι μας ἐδῶ στὴν Ἀγγλία δὲν συνάντησα κάποιον ποὺ νὰ θεραπεύθηκε μὲ τὴν ψυχανάλυση, καίτοι εἶναι ἀνεπτυγμένη στις δυτικὲς κοινωνίες. Ὅμως, πρέπει νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ὅτι δηλαδὴ οἱ νευρολόγοι -ἰατροί, ποὺ δίνουν φάρμακα στοὺς ἀσθενεῖς, εἶναι πιὸ ταπεινοὶ ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτὲς καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἰσορροπήσουν κοινωνικά. Ἐπίσης, βοηθοῦν καὶ τοὺς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ὑπάρχουν προβλήματα νευρολογικῆς φύσεως, ἀπὸ διαφόρους λόγους.
Τὸ πνευματικὸ πρόβλημα, δηλαδὴ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχει συνέπειες καὶ στὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εὔκολα προσανατολίζεται πρὸς τὴν νέα κατεύθυνση μὲ τὴν μετάνοια, τὸ σῶμα ὅμως, ὅταν ἔχη βλαφθῆ, ἀργεῖ νὰ συντονισθῆ στὴν νέα κατάσταση. Ἐδῶ ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής». Σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση, τὸ σῶμα, ποὺ ἔχει ταλαιπωρηθῆ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, μπορεῖ νὰ βοηθηθῆ μὲ τὰ φάρμακα, ἀλλὰ ἡ τελικὴ θεραπεία θὰ προέλθη ἀπὸ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Δυστυχῶς, αὐτοὶ ποὺ συγχέουν τὴν πνευματικὴ ζωὴ μὲ τὴν ψυχανάλυση ἔχουν θέσεις μέσα στὴν κοινωνία καὶ ἡ γνώμη τους ἀκούγεται περισσότερο.
Στὸν ψυχολογικὰ ἄρρωστο ἄνθρωπο δὲν ἀσθενεῖ ἀπλῶς τὸ λεγόμενο ὑποσυνείδητο, ἀλλὰ ὁ νοῦς, ποὺ εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς.

Ὅταν ἀκολουθοῦμε τὴν πνευματικὴ ζωή, δὲν μᾶς χρειάζεται ἡ ψυχανάλυση. Σὲ κληρονομικὰ προβλήματα βοηθᾶ ἡ νευρολογία.

Ἡ ψυχολογία τῶν ψυχιάτρων ἔχει μιὰ ἄλλη αἴσθηση, σαφῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δηλαδὴ ἡ ἀνθρωπολογία τους εἶναι διαφορετική.

Οἱ ψυχολόγοι ἐρευνοῦν τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ μὲ ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ἀλλὰ ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὴν ἐσωτερική τους ἀκαθαρσία, ἀπελπίζονται. Ἀντίθετα, ὅταν βλέπουμε τὴν ἐσωτερική μας ἀκαθαρσία μέσα στὸ πνεῦμα τῆς κατανύξεως εἶναι διαφορετικά, γιατὶ δημιουργεῖται προσευχὴ μὲ ἐλπίδα στὸν Χριστό.

Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογίας καὶ ἐν Χριστῷ ζωῆς. Η ψυχολογία ἐπιδιώκει νὰ ἀπαλλάξη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ συμπλέγματα ἐνοχῆς, ἐνῶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ βιώνουμε τὴν ὀδύνη, τὸν πόνο λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως απὸ τὸν Θεὸ καὶ δὲν σταματοῦμε τὴν μετάνοια ἕως ὅτου μεταμορφωθῆ αὐτὴ ἡ ὀδύνη.

Λυπᾶμαι γιὰ τοὺς Πνευματικοὺς Πατέρες ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ ψυχολογία.

Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ψυχολογικοῦ καὶ πνευματικοῦ γεγονότος εἶναι διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρωπίνου καὶ θείου. Τὰ πάντα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι καρπὸς ἀνθρωπίνης συνεργείας καὶ θείας Χάριτος.


 Τὰ ἀποφθέγματα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου περιέχονται στὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου, Ἱεροθέου «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ» καὶ σταχυολογήθηκαν ἀπὸ τὸν Μοναχὸ Λεόντιο (Ἱ.Μ. Διονυσίου) τὴ Μεγάλη Τρίτη (17) 30-3-2010 καὶ ἀναρτήθηκαν ὑπὸ τὸν τίτλο: Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ τοῦ Ἁγιορείτου, καὶ κτήτορος Μονῆς στὸ Essex τῆς Ἀγγλίας «Διδακτικὰ καὶ ἐσχατολογικὰ ἀποφθέγματα».

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Οι λίγοι καθυστερημένοι ανάμεσα στους σημερινούς ανθρώπους (Φώτης Κόντογλου)


Φαγώθηκε ο άνθρωπος με την καινούρια θρησκεία του, τη μηχανική επιστήμη, και τώρα απολαμβάνει τα καλά της, κι από μέσα του κι απ’ έξω του. Με τα αεροπλάνα τα λεγόμενα αεριωθούμενα, που κάνουν σαν διαβόλοι, και λιανίζουν την ατμόσφαιρα και την κάνουνε κιμά, με τους ασύρματους, με τα ραντάρ, με τους πύραυλους, και με τ’ άλλα τα διάφορα σατανικά εφευρήματα, γίνηκε κόλαση ο κόσμος, μ’ όλο που έλεγε η περηφάνεια μας πως αυτό θα κάνει τη γη έναν παράδεισο. Να, λοιπόν, που την έκανε παράδεισο, αλλά έναν παράδεισο δίχως φως, δίχως χαρά, δίχως ειρήνη, δίχως αγάπη, δίχως ελπίδα, δίχως εμορφιά. Στον φυσικά κόσμο εξώντωσε τον ήλιο, με τα βρωμομανιτάρια που βγαίνουνε από τις ατομικές μπόμπες και που ανεβαίνουνε στον ουρανό και τον καπλαντίζουνε με φαρμακερούς ατμούς κι αντάρες. Φαρμάκωσε όλες τις θροφές τ’ ανθρώπου με την επιστήμη του σατανά, τη χημεία, φαρμάκωσε τα λάχανα, τα χόρτα, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τα ψάρια, έτσι που το κρέας τους να είναι άρρωστο και να σαπίζει σε μία μέρα και να είναι άνοστο σαν κανένα λάστιχο. Κι ο άνθρωπος που τρώγει αυτά τα κατασκευάσματα, πώς μπορεί να έχει υγεία, πως να μη σαπίσει από τις αρρώστειες, πως να μην εκφυλιστεί; Τ’ αποτελέσματα αυτής της φοβερής παραμόρφωσης που έχει πάθει ο φυσικός κόσμος, είναι η παραμόρφωση που έρχεται στο πνεύμα και στην ψυχή και που αποκορυφώνεται με την τρέλλα που φανερώνεται στις αμέτρητες θεωρίες και στα λαμπρά έργα της τέχνης.

Κυττάξετε γύρω μας, τι κάνουνε οι σημερινοί άνθρωποι στις τέχνες, που άλλη φορά χαροποιούσανε και ξεκουράζανε τον άνθρωπο, γι’ αυτό κι οι Έλληνες λέγανε «τέχνη εστί τέρψις» και «ατυχήσασι τέχνη παρηγορία». Σ’ αυτό το χάος της απελπισίας που κατάφερε να κάνει ο άνθρωπος δεν απόμεινε τίποτα που να μην έχει απάνω του τη φριχτή σφραγίδα της τρέλλας και της φρίκης. Η πολιτική κατάσταση είναι μαύρη και σκοτεινή, η γνώση, η επιστήμη κι οι διάφορες θεωρίες τους είναι κι αυτές σαν βραχνάδες, το ίδιο και χειρότερο είναι και η τέχνη, που ήτανε η τελευταία ελπίδα και παρηγοριά για τον άνθρωπο. Καμαρώσετε τι «έργα» παρουσιάζουν οι «τέχνες» σήμερα. Είναι να φράζει κανένας τα μάτια του. Όλα αυτά τα πασαλείμματα απάνω στους μουσαμάδες, που λέγουνται «έργα ζωγραφικής», όλα αυτά τα παλιοσίδερα ή τα νταμαροκοτρώνια που παρουσιάζουνται για «έργα γλυπτικής» σε κάνουν όχι μονάχα να αηδιάσεις για το κατάντημά μας, αλλά και να θυμώσεις για την αδιαντροπιά που φανερώνουν αυτά τα τερατουργήματα. Γιατί, ένα χαρακτηριστικό του καιρού μας, που υπάρχει μέσα σε όλα, είναι η αδιαντροπιά. Μπορεί κανένας πολύ σωστά να πει για την εποχή μας πως είναι η εποχή της τρέλλας και της αδιαντροπιάς. Γιατί, αν δεν είναι κανένας αδιάντροπος, πως θα κάνει τέτοια «έργα», σαν κι αυτά που είπαμε παραπάνω;

Αλλά και τι άλλο από αδιαντροπιά φανερώνουν και τα ματς με τη θεά μπάλλα, που την κλωτσάνε ένα σωρό χασομέρηδες, για να διασκεδάσουνε τις μυριάδες «φίλαθλους», που δεν ευρήκαν άλλο τίποτα για να νοιώσουν αγωνία και χτυποκάρδι, αλλά μόνο τη «μπάλλα»; Και γίνουνται σοβαρά συνέδρια για τη μπαλλα, με αντιπροσωπείες, με συζητήσεις, με ανακοινωθέντα, με δημοσιογράφους. Σε τέτοιο δυσθεώρητο ύψος δεν έφταξε ποτέ η ανοησία.

Οι άνθρωποι καταντήσανε σαν άδεια κανάτια, και προσπαθούν να γεμίσουν τον εαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ένα σωρό σκουπίδια, μπάλλες, εκθέσεις με τερατουργήματα, ομιλίες και αερολογίες, καλλιστεία, που μετριέται η εμορφιά με τη μεζούρα, καρνάβαλους ηλίθιους, συλλόγους λογής – λογής με γεύματα και με σοβαρές συζητήσεις για τον ίσκιο του γαϊδάρου, συνδέσμους αφιερωμένους στους αποθεωμένους άνδρας της Ευρώπης κι ένα σωρό αλλά τέτοια. Αυτή, με μια ματιά, είναι η εικόνα της ανθρωπότητας σήμερα, που να μην αβασκαθεί! Πού να βρει κανένας καταφύγιο;



Εκείνους τους λίγους που δεν είναι ενθουσιασμένοι από «τα θαύματα της εποχής μας», οι άλλοι, αυτή η μερμηγκιά που έκανε αυτόν τον παράδεισο και που τον χαίρεται, τους λέγει τρελλούς, όπως θα λέγανε παλαβούς κάποιους ανθρώπους με σωστά μυαλά οι άρρωστοι του φρενοκομείου, βλέποντάς τους ανάμεσά τους. Δόξα στον Θεό, που υπάρχει ακόμα κάποιο καταφύγιο για μας που δεν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε «το μεγαλείο της εποχής μας». Δόξα στον Θεό που υπάρχουν ακόμα βουνά, χωράφια και κάποιοι τόποι που δεν τους εξήρανε αυτή η φυλλοξήρα που λέγεται πολιτισμός. Τράβα, λοιπόν, μακρυά από τις σφηγκοφωλιές που τις λένε πολιτείες, για να γλυτώσεις από το μαράζι, για να νοιώσεις απάνω σου τη ζωογόνα πνοή του Θεού. Αλλά, αυτό δεν φτάνει. Πρέπει να έχεις μάτια αγνά για να βλέπεις, αυτιά αγνά για ν’ ακούς, καρδιά αγνή για να αισθάνεσαι, κι όχι χαλασμένη. Γιατί από τις πολιτείες τρέχουνε για να φύγουνε, όποτε μπορέσουνε, κι εκείνοι που καυχιούνται πως η εποχή μας είναι θαυμάσια, μα, φεύγοντας από τις σφηγκοφωλιές, κουβαλάνε μαζί τους και την παραμορφωμένη ψυχή τους. Γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να νοιώθουνε την εμορφιά ενός βουνού, παρά μόνο σαν ορειβάτες, μ’ άλλα λόγια δεν νοιώθουνε τίποτα, μήτε ένα δέντρο είναι σε θέση να χαρούνε, μήτε το μυστήριο που έχει το κύμα, μήτε το θρησκευτικό πανηγύρι των λουλουδιών. Κι αυτή είναι η αιτία που τρέχουνε σαν τρελλοί με τ’ αυτοκίνητα για να μη δούνε τίποτα, να μην αισθανθούνε τίποτα, να μην αγαπήσουνε τίποτα. Αυτό το λένε «φυσιολατρία»! Όπως καταντήσανε τα πάντα, οι ιδέες, οι τέχνες, οι θρησκείες, έτσι κατάντησε κι η φυσιολατρία.

Εμείς όμως «οι καθυστερημένοι», περπατάμε και χαιρόμαστε σαν βλέπουμε ένα κομμάτι γαλανόν ουρανό, ανάμεσα στα σύννεφα, και κανένα χελιδόνι που πετά από πάνω μας και που θαρρείς πως θα τρυπώσει μέσα στο γαλάζιο εκείνο παραθύρι. Νοιώθουμε τη μυρουδιά που βγάζουνε τ’ αγριολούλουδα και τ’ αγιασμένα χορτάρια, καθώς και το χώμα της βλογημένης γης μας. Αναστηνόμαστε από τ’ αγεράκι που φυσά, σαν νάμαστε βαρυποινίτες που δραπετέψαμε από τη φυλακή, και δοξάζουμε τον Κύριο που δεν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε την εξαίσια εποχή μας και τα καλά της.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη, Εκδόσεις: Αστήρ – Παπαδημητρίου)

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

Η πείρα δεν αγοράζεται (Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής)

Λέγεις διὰ τὸν Γέροντα ὅτι θέλει νὰ ἔλθη νὰ προσκυνήση εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος. Καλὸν καὶ ἅγιον ἔργον θὰ κάμη. Πλὴν ἐμένα μόνον ἂς μὴν λάβη ὑπ’ ὄψιν του ὅτι γνωρίζει ἢ ὅτι ὑπάρχω εἰς αὐτὴν τὴν ζωήν. Καθότι ζῶ εἰς ἀπόλυτον ἡσυχίαν· μὲ τάξιν ἑτέραν τῆς συνηθισμένης, ὅπου δύσκολον νὰ μὲ συναντήση. Καθότι ἡ θύρα εἶναι κλειστὴ καὶ ὡρισμένες μόνον ὧρες ἀνοίγει.

Ὅ,τι μὲν θέλει, συνεργείᾳ τῶν ἀδελφῶν, δύναμαι νὰ τὸν βοηθήσω. Τὸ δὲ πέραν τῆς τάξεως ὅπου ἔχω, νὰ ἀνοίξω τὴν θύραν, νὰ ὁμιλήσω, νὰ χάσω τὴν προσευχήν μου καὶ ἡσυχίαν, αὐτὸ οὐδαμῶς. Ἐκτὸς ἐξ ἀνάγκης τὴν ὥραν ποὺ ὁρίζω ἐγώ. Διότι αἱ ὧρες μου εἶναι μὲ μέτρον. Καὶ πρέπει νὰ παραδράμω ὀλίγον, νὰ χάσω, διὰ νὰ ὁμιλήσω τὴν νύκτα μίαν ὥραν ἢ δύο.

Καὶ ταῦτα γράφω διὰ νὰ ἐξηγηθῶ, προτοῦ παρεξηγηθῶ. Ἐγὼ εἰς ὅλες μου τὲς ἐνέργειες ἔτσι συνηθίζω νὰ λέγω καὶ νὰ πράττω ὅλα καθαρὰ «σὰν καθρέπτης» λόγῳ καὶ ἔργῳ, εἴτε κατὰ διάνοιαν, νὰ μὴ δίδω ὑπόνοιαν σὲ κανένα.


Διότι ἦλθον πολλοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη, χωρὶς νὰ ζητήσουν νὰ μάθουν τὴν τάξιν ποὺ ἔχομεν. Καί, ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἐδέχθην, ἐσκανδαλίσθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὅλοι οἱ γείτονες ἐναντίον μου ἔχουν, διότι δὲν τοὺς ἀνοίγω. Πλὴν ἐγὼδὲν κλείνω διὰ νὰ σκανδαλιστοῦν οἱ Πατέρες. Ἀλλά, γυμνασθεὶς τόσα ἔτη καὶ ἰδὼν ὅτι δὲν ὠφελοῦμαι ἀπὸ αὐτὲς τὲς «ἀγάπες» –μόνον τὴν ψυχήν μου χαλῶ χωρὶς νὰ ὠφελοῦμαι- δι' αὐτὸ ἔκλεισα ὅλους διαπαντὸς καὶ ἡσύχασα. Τώρα δὲν ἀνοίγω κανένα. Μήτε ἔχω δωμάτιον περισσὸν διὰ ἕναν ἀπ’ ἔξω. Καί, ἂν ἔλθη κανεὶς μακρυνός, πρέπει νὰ ἔλθη τὴν ὥραν ποὺ ἐργάζονται οἱ Πατέρες, πρωΐ. Καί, ἂν εἶναι ἀνάγκη, στέκει εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Παπᾶ μου. Διότι εἰς ὅλα τὰ Σάββατα, Κυριακάς, καὶ ἑορτὰς ἔχομεν Λειτουργίαν. Ἔρχεται ἐδικός μας Παπὰς καὶ μᾶς λειτουργεῖ καὶμεταλαμβάνομεν.

Ἰδοὺ λοιπὸν εἶπον, ἵνα μὴ γένηται σκάνδαλον. Διὰ Θεὸν τρέχω· οὐ μέλλει μοι διὰ τοὺς ἀνθρώπους. Κἄν ὑβρίσουν, κἄν ὀνειδίσουν, κἄν συκοφαντήσουν, κἄν τὸ ὄνομά μου ἀτιμάσουν, κἄν ὅλη ἡ κτίσις ἀσχοληθῆ νὰ λέγη ἐναντίον μου.

Εἶδον γὰρ καὶ πολυειδῶς ἐδοκίμασα ὅτι, ἂν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν φωτίση τὸν ἄνθρωπον, τὰ λόγια ὅσα καὶ ἂν ὁμιλήσης δὲν 'βγάνεις ὠφέλειαν. Πρὸς στιγμὴν τὰ ἀκούει καὶ τὴν ἄλλην στρέφει πάλιν αἰχμάλωτος εἰς τὰ ἴδια. Ἐὰν ὅμως εὐθὺς μὲ τὸν λόγον ἐνεργήση ἡ χάρις, τότε γίνεται κατ’ ἐκείνην τὴν ὥρα ἀλλοίωσις μὲ τὴν ἀγαθὴν τοῦἀνθρώπου προαίρεσιν. Καὶ ἀλλάσσει θαυμαστῶς ἡ ζωὴ του ἐκ τῆς ὥρας ἐκείνης. Ὅμως αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅσους δὲν ἐσκλήρυναν ἀπὸ μέσα τους ἀκοὴν καὶ συνείδησιν. Εἰς δὲ τοὺς ἀκούοντας καὶ ἐν παρακοῆ παραμένοντας εἰς τὰ κακά των θελήματα· εἰς αὐτοὺς κἄν ἡμερονύκτια ὁμιλῆς, κἄν τὴν σοφίαν τῶν Πατέρων εἰς τὰς ἀκοάς των κενώσης, κἄν θαύματα πρὸ ὀφθαλμῶν των ποιήσης, κἄν τὸ ρεῦμα τοῦ Νείλου ἐπάνω των γυρίσης, αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν μήτε ρανίδα ὠφέλειαν. Μόνον θέλουν νὰ ἔρχωνται, νὰ ὁμιλοῦν, νὰ περάσει ἡ ὥρα των, χάριν τῆς ἀκηδίας. Δι' αὐτὸ λοιπὸν κλείω καὶ ἐγὼ τὴν θύραν καὶ ὠφελοῦμαι τουλάχιστον ἐγὼ διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἡσυχίας. Καθότι τὴν εὐχὴν ὑπὲρ πάντων ὁ Θεὸς πάντοτε τὴν ἀκούει, ἐνῶ τὴν ἀργολογίαν πάντοτε ἀποστρέφεται, ἂς φαίνεται καὶ πνευματικὴ ὅτι εἶναι. Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς Πατέρας, ἀργολογία εἶναι κυρίως νὰ περνᾶς τὸν καιρόν σου μὲ λόγια, χωρὶς νὰ κάμης τοὺς λόγους σου πράξεις.

Λοιπὸν μὴν ἀκοῦτε τί λέγουν, ὅταν ἄνθρωποι ἄγευστοι ὁμιλοῦν τὰ τοιαῦτα.

Ὅποιος δὲν ἐδοκίμασε, ἀνάγκη εἶναι νὰ δοκιμάση· καὶ μὲ τὴν πείραν θὰ μάθη καὶ θὰ βρῆ ὅ,τι τοῦ λείπει. Ἡπείρα δὲν ἀγοράζεται. Εἶναι ἑκάστου ἀπόκτημα, κατὰ τὸν κόπον του καὶ τὸ αἷμα του ποὺ θὰ δώση μόνος του νὰ τὴν ἀποκτήση.

Πιστεύσατε, Ἀδελφές μου, ὅτι κόπος πολὺς εἶναι εἰς τὴν Μοναχικὴν πολιτείαν. Δὲν ἔπαυσα καὶ δὲν παύω ἡμέρα καὶ νύκτα φωνάζων, ζητῶν τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου· καὶ εἰς ἀπόγνωσιν προσεγγίζω, ὡς μηδὲν ἐργαζόμενος, ὡς μηδέποτε «ποιήσας ἀρχήν». Ἀλλά, τὸ καθ’ ἡμέραν ποιῶν τὴν ἀρχήν, εὑρίσκομαι ψεύστης καὶ ἁμαρτάνων. Ὅμως ἐσεῖς μιμεῖσθε τὰς φρονίμους παρθένους καὶ ἀγρυπνοῦσαι φωνάζετε γοερῶς, τὸ θεῖον ἐπικαλούμεναι ἔλεος. Ὅτι ἦλθε δι' ἡμᾶς τὸτέλος. Ἴσως ἐτελείωσεν ἡ εἰρήνη. Λοιπὸν μὲ τοὺς ἀποθαμένους εἴμεθα καὶ ἡμεῖς. Ὅθεν βιασθῆτε.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Θρήνος για την Ευρώπη!... Αποσπάσματα από κείμενα του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, αιχμάλωτου στο Νταχάου.

Θα επιλέξουμε τον πολιτισμό των Ευρωπαίων ή τον Θεό;

Άνθρωπε, υπερηφανεύεσαι και κομπάζεις χωρίς λόγο. Καμαρώνει κανείς για κάτι που του ανήκει και όχι για το δανεικό. Καυχιέσαι, λοιπόν, αλλά για ποιο λόγο; Δεν έχεις τίποτε δικό σου. Κάθε τί που νομίζεις πως είναι δικό σου, στην πραγματικότητα είναι δανεικό και πρέπει να το επιστρέψεις στον δανειστή σου.


Καμαρώνεις για την εξωτερική σου ομορφιά; Πήγαινε στο νεκροταφείο, έξω από την πόλη, να δεις πού είναι πεταμένη η εξωτερική ομορφιά. Καμαρώνεις για τα ωραία σου μάτια και για τα ωραία σου χείλη; Ποιος ξέρει άραγε πόσες φορές καθάρισες τη λάσπη από τα παπούτσια σου βαριεστημένα και μονότονα χωρίς να σκεφτείς ότι αυτή η λάσπη είναι τα μάτια και τα χείλη ανθρώπων που διάβηκαν τον δρόμο που εσύ περπατάς;
Καυχιέσαι για τα πλούτη σου; Σκέψου, για να αποκτήσεις αυτά τα πλούτη τί έπραξες; Σκέψου, πως θα σου είναι άχρηστα αυτά τα πλούτη σαν πεθάνεις. Καμαρώνεις για τα κοσμήματα σου;

Για τα διαμάντια, τα μπριλάντια, τα ρουμπίνια, τα σμαράγδια και τα μαργαριτάρια; Όταν πεθαμένο θα σε ξαπλώσουν στο φέρετρο δεν θα έχει καμία διαφορά για σένα, αν θα σου κρεμάσουν στο λαιμό σου περιδέραιο από μαργαριτάρια ή από βαλανίδια. Πεθαμένος δεν θα καταλάβεις διαφορά, αν θα βάλλουν στις τσέπες σου διαμάντια ή αν θα σου βάλλουν στάχτη. Το ίδιο θα είναι για σένα, αν σκεπάσουν την σορό σου με βελούδινο ύφασμα ή με καλαμένια ψάθα. Όλα όσα πήρες δανεικά από το χώμα, στο χώμα θα επιστρέψουν, είτε το θέλεις είτε όχι. Για ποιό λόγο λοιπόν καυχιέσαι; Υπερηφανεύεσαι λοιπόν για τα δανεικά;

Μήπως κομπάζεις για τη δόξα και τη δύναμη που απέκτησες; Τώρα με ένα σου λόγο ολόκληροι στρατοί κινούνται, άλλοτε προς δεξιά και άλλοτε προς αριστερά, όπου εσύ τους διατάζεις. Τώρα με ένα σου λόγο χτίζονται πόλεις, σκάβονται τούνελ, φτιάχνονται δρόμοι. Τώρα χιλιάδες άνθρωποι περνάνε κάτω από το παράθυρο σου προσπαθώντας να σε δουν, θέλοντας μετά να παινευτούν και να πουν πως σε είδαν με τα ίδια τους τα μάτια.

Αύριο όμως σαρανταποδαρούσες και σαύρες θα έρπουν πάνω από το κρύο μέτωπό σου και εσύ δεν θα μπορείς να κουνήσεις το χέρι σου για να τις διώξεις.

Υπερηφανεύεσαι για την μόρφωση σου ή κομπάζεις για τα έργα σου; Πρόσεχε μη χάσεις τα λογικά σου, όπως ο αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ.
Άκουσε αυτή την ιστορία και πες την στα παιδιά σου και σε αυτούς που αγαπάς και τους εύχεσαι καθετί καλό. Κάποτε ο αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ έχτισε μία μεγάλη πόλη, την Βαβυλώνα. Αυτή την πόλη την διακόσμησε με πολλούς κρεμαστούς κήπους και με πανύψηλους πύργους. Έκανε αυτή την πόλη πρωτεύουσα του κράτους του. Η πόλη αυτή ήταν τόσο όμορφη πού καμία άλλη πόλη στον κόσμο δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί της.
Μια μέρα καθώς έκανε την βόλτα του ο αυτοκράτορας, ο Ναβουχοδονόσωρ, σε έναν από τούς πύργους του, κοίταξε από ψηλά την Βαβυλώνα και γεμάτος περηφάνια φώναξε: Δεν είναι αυτή η Βαβυλώνα, η μεγάλη, την οποία εγώ έχτισα με τη μεγάλη δύναμή μου για να γίνει ό θρόνος της αυτοκρατορίας μου, η δόξα της μεγαλειότητάς μου; (Δανιήλ 4, 29). Αυτά τα λόγια είπε ο αυτοκράτορας και εκείνη την ώρα δεν θυμήθηκε τον Θεό, τον Δημιουργό. Λησμόνησε να τον ευχαριστήσει για την βοήθειά του. Δεν ταπείνωσε τον εαυτό του μπροστά στο Θεό -καθήκον όλων των κυβερνητών- αντίθετα ανύψωσε τόσο τον εαυτό του σαν να ήταν ο ίδιος Θεός, σαν να ήταν ο αυτοκράτορας των αυτοκρατόρων.

Αδελφοί μου, τί συνέβη στην συνέχεια; Αφού το στόμα του αυτοκράτορα ξεστόμισε αυτά τα περήφανα λόγια, ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να λέει: Αυτοκράτορα Ναβουχοδονόσωρ, σε σένα μιλάω, μάθε πως από τώρα και στο έξης θα χάσεις την αυτοκρατορία σου. Από εδώ και πέρα θα ζεις μόνος σου και αποδιωγμένος. Θα ζεις παρέα με τα άγρια θηρία και θα τρέφεσαι όπως το βόδι με φυτά. Η τιμωρία σου θα κρατήσει επτά χρόνια. Έτσι θα καταλάβεις πως ο Θεός είναι ο μόνος κυβερνήτης των ανθρώπων, Αυτός κυβερνάει την αυτοκρατορία των ανθρώπων και Αυτός αποφασίζει σε ποιόν θα δώσει εξουσία να κυβερνήσει.
Εκείνο που έγινε στη συνέχεια είναι πραγματικά δύσκολο να ειπωθεί. Ό περήφανος αυτοκράτορας έχασε τα λογικά του και έφυγε τρέχοντας στα βουνά. Εκεί έζησε σαν θηρίο, παρέα με τα άγρια ζώα. Για επτά χρόνια τρεφόταν όπως το βόδι με φυτά. Όλο του το σώμα καλύφθηκε με τρίχωμα και στα δάκτυλα του φύτρωσαν νύχια, σαν τα νύχια των πουλιών.
Μόνο, όταν πέρασαν επτά χρόνια, ήλθε στα λογικά του και αλλαγμένος πια προσκύνησε το Θεό και την μεγαλοσύνη Του. Από τότε και μέχρι το θάνατό του κυβέρνησε μετανοιωμένος πλέον, σαν αληθινός δούλος του Θεού.
Πιθανόν να πείτε πως αυτή η ιστορία είναι πολύ παλιά και πως δεν έχει καμία σχέση με σας. Αναρωτιέστε πώς μπορεί αυτή η ιστορία, που έχει συμβεί πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια, να σας άφορα;
Αδελφοί μου, όλοι μας κάποτε θα πεθάνουμε και εγώ πρέπει να σας πω την αλήθεια.
Έχετε δίκιο, αυτή η ιστορία συνέβη πολύ παλιά, πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, στην μακρινή χώρα της Βαβυλωνίας. Αυτή η ιστορία όμως επαναλαμβάνεται και σήμερα στην Ευρώπη, στην βαπτισμένη στο όνομα του Χριστού Ευρώπη! Είναι πραγματικά θλιβερό!

Οι άνθρωποι σήμερα απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Περηφανεύονται για τα έργα που έχτισαν με τα χέρια τους. Είναι περήφανοι για τις πόλεις τους, για τους δρόμους τους, για τα τρένα τους, για τα πλοία τους, για τα οχήματα τους, για τις ηλεκτρικές τους μηχανές. Τοποθέτησαν όμως τον εαυτό τους πάνω από τον Ύψιστο Θεό και άρχισαν, αντί του Θεού, να λατρεύουν τον εαυτό τους και την κουλτούρα τους.

Αδελφοί μου, οι νέοι Ναβουχοδονόσοροι έβγαλαν τον Θεό από τον θρόνο Του. Η τιμωρία τους όμως είναι ίδια με την τιμωρία του Ναβουχοδονόσορα.

Ο Θεός τούς έκανε να χάσουν τα λογικά τους και να τρελαθούν.

Χωρίστηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα και στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου. Έχυσαν άφθονο αίμα και διέπραξαν αναρίθμητες αμαρτίες. Ο Θεός τους τιμώρησε να ζουν σε σκοτεινή ζούγκλα παρέα με τα θηρία, αφού αυτοί έπαψαν να τον θεωρούν Δημιουργό τους, αφού αυτοί ισχυρίστηκαν πως προέρχονταν από το γένος των ζώων, των μαϊμούδων. ["Ν": για το θέμα της θεωρίας του Δαρβίνου σε σχέση με την Εκκλησία, δείτε το σχετικό post μας].

Μέχρι πότε, Κύριε, θα τούς τιμωρείς;

Μέχρι να ταπεινώσουν τον εαυτό τους και μέχρι να καταλάβουνε, όπως ο αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ, πως ο Θεός είναι ο μόνος κυβερνήτης των ανθρώπων, και Αυτός αποφασίζει σε ποιόν θα δώσει εξουσία να κυβερνήσει. Αδελφοί μου, αυτοί οι νέοι κάτοικοι της Βαβυλώνας αποτρέλαναν και εμάς τούς Σέρβους και μας οδήγησαν μακριά από τον Χριστό.

Το ερώτημα για μας είναι: Θα ακολουθήσουμε τον δρόμο του Χριστού ή θα κάνουμε ότι κάνουν οι νέοι Βαβυλώνιοι; Θα επιλέξουμε τον πολιτισμό των Ευρωπαίων ή τον Θεό;
Να επιλέξουμε με προσοχή και ας σκεφτούμε τί μας έχει συμβεί έως τώρα. Ας μην κάνουμε τα ίδια λάθη.
Δόξα ανήκει στο Θεό εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.